Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ–ΕΕ: Η ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Γιώργου Αθανασόπουλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Ανέκαθεν τα τεκταινόμενα εντός και εκτός του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούσαν το κεντρικό σημείο του ενδιαφέροντος όχι μόνο της Ακαδημαϊκής Κοινότητας και του Παγκόσμιου Συστήματος, αλλά και των απλών πολιτών που φέρουν την ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζει ασταθείς ρυθμούς ανάπτυξης εξαιτίας των διαφοροποιητικών στοιχείων που έχουν τα μέλη που την απαρτίζουν. 

Αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει το σχεσιακό πλέγμα ανάμεσα στα κράτη μέλη και την ίδια την Ένωση, καθώς άλλα κράτη συνέκλιναν με τους στόχους της Ευρώπης και άλλα ήταν πιο αποστασιοποιημένα από αυτούς. Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, για να κατανοήσει κανείς κατά πόσο είχε επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη σύγκλιση στο σύνολο των στόχων της Ένωσης διαφαίνεται από την εξέλιξη που είχαν οι σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και του Ηνωμένου Βασιλείου, που όπως διαπιστώθηκε με την πάροδο των χρόνων ακολουθούσε μια δίκη του πιο αυτόνομη πορεία συγκρινόμενη με τις επιταγές και τις δεσμεύσεις που καλούνταν να προσαρμοστεί.  

Προτού γίνει η προσέγγιση του κυρίως θέματος του άρθρου, η οποία αφορά στην εμπορική συμφωνία που υπεγράφη πρόσφατα μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης μετά το Brexit, θα ήταν σκόπιμο να γίνει μία σύντομη ιστορική αναδρομή στην ιστορικότητα των γενικών σχέσεων αυτών των παραγόντων, καθώς κατά μία έννοια συνδέεται με την ευρωπαϊκή απομάκρυνση της Βρετανίας. 

Αρχικά, η χώρα εισήχθη στην “ευρωπαϊκή οικογένεια” το 1973 υπό την Πρωθυπουργία του Συντηρητικού Έντουαρντ Χιθ. Παρατηρώντας την 43χρονη βιωσιμότητά της ως μέλους του Οργανισμού συμπεραίνεται πως εξαρχής αντιμετώπιζε δυσκολίες και τρωτά σημεία. Παρά την αίτηση για ένταξή της το 1961, η τελική εισδοχή συνέβη 12 χρόνια αργότερα (!), αφού η Γαλλία -προεδρευόμενη από τον Σαρλ Ντε Γκολ- άσκησε δύο φορές βέτο, εμποδίζοντας την ένταξή, της επειδή θεωρούσε πως η φύση, η δομή και η πραγματικότητά της είναι διαφορετικές από αυτές των ηπειρωτικών χωρών της Ευρώπης. 

Παρόλο που το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούνταν και επίσημα μέλος της Ένωσης, η καχυποψία για αν εν τέλει έγινε το σωστό για την διατήρηση της ταυτότητας και της ακεραιότητας της χώρας δεν είχε διαλυθεί τελείως. Τον επόμενο χρόνο, διενεργήθηκαν εκλογές με νικητήριο το Εργατικό Κόμμα, που ήταν επιφυλακτικό με την απόκτηση της ευρωπαϊκής ιδιότητας της χώρας. Έτσι, διενεργήθηκε δημοψήφισμα στο οποίο οι Βρετανοί τάχθηκαν με συντριπτικό ποσοστό υπέρ της παραμονής της Βρετανίας. 

Κατά την διάρκεια των επόμενων χρόνων, θα αποδειχθεί με μεγαλύτερη ισχύ πως η Βρετανία, ενώ αποτελούσε βασικό μέλος της Ευρώπης κατόρθωσε να μειώσει τον συμμετοχικό της ρόλο στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Επιπρόσθετα, με εαυτήν πρωτοβουλία απείχε από την συμπερίληψή της στην ζώνη του Σένγκεν, καθώς επίσης και στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Ωστόσο, το ζήτημα της εξόδου της από την Ευρωπαϊκή Ένωση επανήλθε το 1997, με την εμφάνιση του ευρωσκεπτιστικού κόμματος του τραπεζίτη James Goldsmith, το οποίο δεν κατάφερε να αποκτήσει δυναμική στην πολιτική σκηνή της χώρας. Προοδευτικά και το ακόλουθο διάστημα η χώρα δεν απέβαλε τον τίτλο του απομονωμένου και δύσπιστου μέλους της ευρωπαϊκής ηπείρου. Διαδοχικά, ο ευρωσκεπτικισμός κυριαρχούσε, άλλοτε με κάπως λιγότερη και άλλοτε με κάπως περισσότερη δυναμική. Επί παραδείγματι, το 2004, ενισχύθηκαν κόμματα που υποστήριζαν την Ανεξαρτησία του Ηνωμένου Βασιλείου με το κόμμα UKIP να φθάνει μέχρι και τρίτη θέση στην κατάταξη της ψηφοφορίας. 

Η αναποτελεσματικότητα απέναντι στο μεταναστευτικό ζήτημα και οι διάφορες πιέσεις για μεταρρυθμίσεις στην Αγγλία δημιούργησαν ένα κλίμα αγανάκτησης. Την αμφιταλαντευόμενη στάση του Ηνωμένου Βασιλείου απέναντι στην παραμονή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση τροφοδότησε ο David Kameron, ο οποίος υποσχέθηκε πως, εάν εκλεγεί, θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, κάτι το οποίο πράγματι συνέβη, όταν ανέλαβε την Πρωθυπουργία το 2013. Επομένως, σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως ήδη από το 2013 οι σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης εισέρχονται σε μία νέα φάση και εποχή, αυτήν της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας και της στασιμότητας. Στο διάστημα αυτών των τριών χρόνων, η χώρα χωρίζεται σε δύο “στρατόπεδα”: σε αυτούς που υποστηρίζουν το Bremain (την παραμονή δηλαδή στην ΕΕ) και σε αυτούς που υποστηρίζουν το Brexit. Αυτό συνέβαινε μέχρι και τις 23 Ιουνίου του 2016, οπότε αποφασίστηκε βάσει των τελικών αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος η αποχώρηση της χώρας από την Ευρώπη.  

Όπως είναι φυσικό, η αποχώρηση μίας χώρας με αρκετές εμπορικές συμφωνίες και σημαίνουσα θέση δεν αποτέλεσε την πιο εύκολη υπόθεση. Χρειάστηκαν τρία χρόνια και μία παράταση χρόνου, προκειμένου να παρθούν οι τελικές αποφάσεις για την διαμόρφωση των νέων διαχωριστικών γραμμών και εμπορικών σχέσεων που θα διαμορφώνονταν. Η οριστική εμπορική συμφωνία συνήφθη περί τα τέλη του 2020, η οποία δεν συνομολογήθηκε με ιδιαίτερη ευκολία και ομαλότητα. Ωστόσο, η δομή μιας συναινετικής διαδικασίας κρινόταν απαραίτητη, προκειμένου και οι δύο πλευρές να παραμείνουν αλώβητες ή έστω να έχουν όσο λιγότερες απώλειες ήταν δυνατόν. Έτσι, αρχικά τέθηκαν απαγορεύσεις στην επιβολή δασμών σε όλα τα εμπορεύματα του άλλου Μέρους. 

Μπορεί να υπάρχει η δυνατότητα το εμπόριο αγαθών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης να συνεχίσει να κινείται ελεύθερα και χωρίς δασμούς, αλλά η Συμφωνία δεν καλύπτει τον τομέα των υπηρεσιών και των χρηματοπιστωτικό τομέα, τομείς που απαρτίζουν το 80% της βρετανικής οικονομίας. Από την πλευρά, αναπόφευκτα θα υπάρξει μία σειρά νέων συνοριακών κανονισμών λόγω του γεγονότος πως η Βρετανία θα βρίσκεται εκτός της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς και τελωνειακής ένωσης. Αυτό, επί της ουσίας, οδηγεί στην εντεινόμενη αύξηση των ελέγχων στις εισαγωγές και τις εξαγωγές  τροφίμων και ζωικών ειδών, ενώ προβλέπεται ακόμα να υπάρξουν αυστηροί έλεγχοι σε αγαθά που κατευθύνονται από την Βρετανία προς την Βόρεια Ιρλανδία.   

Αναφορικά με τον επιχειρηματικό κλάδο, που θεωρείται ως ο ογκόλιθος της κάθε οικονομίας, φάνηκε πως η Συμφωνία ευνόησε μερικώς τις επιχειρήσεις, αφού μετριάζει τις χειρότερες διαταραχές  που έχουν αντιμετωπίσει ποτέ στην λειτουργία τους.   

Σχετικά με τις δεσμεύσεις και των δύο πλευρών στο πλαίσιο της Εμπορικής Συμφωνίας, παρουσιάζονται και οι δύο να δεσμεύονται να τηρήσουν τους ίσους όρους ανταγωνισμού, διατηρώντας τα υψηλά επίπεδα προστασίας σε τομείς, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής και η τιμολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, τη φορολογική διαφάνεια και τις κρατικές επιδοτήσεις. 

Αξίζει να σημειωθεί πως, βάσει της Συμφωνίας, γινόταν μία προσπάθεια να διατηρηθούν στοιχειώδεις αξίες που αντικατοπτρίζουν την ποιοτική συμπεριφορά των κρατών, όπως για παράδειγμα ο αμοιβαίος σεβασμός, η καλή πίστη και η συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την εν ισχύι Συμφωνία. Εκτός αυτού, η τελευταία εξασφαλίζει την αεροπορική, οδική και σιδηροδρομική σύνδεση των βρετανικών νησιών με την ηπειρωτική Ευρώπη. Επιπρόσθετα, υπάρχει μέριμνα για τις μεταφορές και την αλιεία.

Αναφορικά με τους Έλληνες που ζουν και δραστηριοποιούνται στην Βρετανία, δυσκολεύουν τα πράγματα όσον αφορά την επανένωσή τους με μέλη της οικογένειάς τους, στην περίπτωση που αυτά επιθυμούν να τους ακολουθήσουν στη Βρετανία. Υπάρχουν πολλά ζευγάρια, στα οποία το ένα μέλος εργάζεται και διαμένει στην Αγγλία, ενώ το άλλο ετοιμαζόταν να ακολουθήσει. Η μετάβαση αυτή σε κάποιες περιπτώσεις δεν θα είναι εφικτή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Ακόμα και τέκνα ή σύζυγοι οφείλουν να πληρούν τους νέους και αυστηρούς κανόνες μετανάστευσης που έχει θέσει η χώρα. Η πιο ισχυρή και εύρωστη οικονομία της Ευρώπης, η Γερμανία χαιρέτισε και αποδέχτηκε αυτή την πρόταση ολοκληρώνοντας έτσι έναν κύκλο διαπραγματεύσεων που έθεταν κάθε φορά σε αμφιβολία την ειρηνική σύμπλευση.

Τέλος, εκείνο που πρέπει να πράξουν και οι δύο πλευρές είναι να στρέψουν την προσοχή τους στη μετατροπή του «μελλοντικού πλαισίου» σε νομικό κείμενο το συντομότερο δυνατό, πριν επικυρώσουν τις δεσμευτικές συμφωνίες, ώστε να το θέσουν σε εφαρμογή, έχοντας ως στόχο τη διασφάλιση μιας ομαλής και ελεγχόμενης μετάβασης από την περίοδο εφαρμογής στη μελλοντική σχέση.


Απάντηση