Transatlantic Trade Investment Partnership (TTIP): Διπλωματικη αποτυχια ή απορριψη της κοινης γνωμης;

του Θανάση Κωστόπουλου, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Αντί προλόγου: Το θεσμικό σύστημα εκπροσώπησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ιστορικό υπόβαθρο των αντιπολιτευόμενων στην TTIP κοινωνικών ομάδων

Οι ανεπιτυχείς διεθνείς διαπραγματεύσεις της Τρίτης Υπουργικής Συνόδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Seattle των ΗΠΑ το 1999, οι οποίες προξένησαν πληθώρα αντιδράσεων από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όσο και το αδιέξοδο των συζητήσεων του νέου Γύρου της Ντόχα που ξεκίνησε το 2001, οδήγησαν την ΕΕ στο να στρέψει το ενδιαφέρον της από το 2006 στην αναπτυξιακή στρατηγική «Global Europe», η οποία ανέτρεψε το άτυπο ευρωπαϊκό «moratorium» στις διμερείς συμφωνίες (Woolcock, 2019). Καταλυτικό ρόλο σε αυτήν την νέα οικονομική κατεύθυνση της ΕΕ διαδραμάτισε η οικονομική κρίση του 2008, η οποία ώθησε την Επιτροπή να αναζητήσει παραγωγικές λύσεις, μέσω του ανοίγματος των βορειοαμερικανικών αγορών στα κράτη μέλη της ΕΕ, που σχεδόν στο σύνολό τους αντιμετώπιζαν δημοσιονομικές πιέσεις. 

Έτσι, οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, οι οποίες ξεκίνησαν το 2013, είχαν ως πρωταρχικό στόχο την αναθέρμανση του «εμπορικού διατλαντικού άξονα», με την ΕΕ να φιλοδοξεί πως αυτός ο νέος τρόπος συνεργασίας δια μέσου διαπεριφερειακών συμφωνιών, θα έδινε εκ νέου ώθηση στον πολυμερισμό και θα αποτελούσε πρότυπο και για άλλες χώρες (Woolcock, 2019). Οι συνομιλίες για την TTIP μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ σχεδόν εξαρχής συγκέντρωσαν τα φώτα της δημοσιότητας και το ενδιαφέρον μιας σειράς κοινωνικών φορέων, οι οποίοι κατηγορούσαν την Επιτροπή για αδιαφάνεια των συνομιλιών και για ολοκληρωτική «αιχμαλωσία» της διαπραγματευτικής της ατζέντας από τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Στην επικέντρωση των ομάδων της κοινωνίας στην TTIP συνέδραμε και το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας, το οποίο στην ουσία προϋπέθετε την εναρμόνιση των ευρωπαϊκών προτύπων με τα αντίστοιχα αμερικανικά, προκειμένου να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων (Meunier & Czesana, 2019). 

Αναφορικά με την ιστορική εξέλιξη των οργανώσεων των πολιτών, οι ρίζες αυτών θα πρέπει να αναζητηθούν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και ιδιαίτερα στις συνομιλίες στο Seattle, το 1999. Ειδικότερα, στόχος της Συνόδου ήταν η έναρξη των νέων «Διαπραγματεύσεων της Χιλιετίας», οι οποίες θα μεταρρύθμιζαν το καθεστώς της GATS («General Agreement on Trade in Services»), προκειμένου εκείνη να συμπεριλάβει νέους τομείς στο ρυθμιστικό της πλαίσιο, με κρισιμότερο εκείνο των δημοσίων υπηρεσιών. Αυτό το «απότομο άνοιγμα προς την παγκοσμιοποιημένη αγορά» και δη τομέων με ιδιαίτερη σημασία για τα ευρωπαϊκά εκλογικά σώματα, όπως η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση και οι μεταφορές, αποτέλεσε την θρυαλλίδα για την έκρηξη της δράσης των οργανώσεων των πολιτών στην Ευρώπη, οι οποίες συσπειρώθηκαν και έδρασαν κατά της GATS, υπό τον σχηματισμό «Seattle 2 Brussels (S2B)», το οποίο συγκέντρωνε αγροτικές ενώσεις, συνδικάτα και κινήματα από 19 διαφορετικά κράτη–μέλη (Strange, 2015). Το δίκτυο S2B στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε οργανώσεις, οι οποίες θα διαδραμάτιζαν καταλυτικό ρόλο στην εκστρατεία κατά της TTIP, όπως το «Corporate Europe Observatory», οι «Friends of the Earth Europe» και το «ATTAC». 

Σε θεσμικό επίπεδο, η μορφή που έχει λάβει η Κοινή Εμπορική Πολιτική (ΚΕΠ), μέσω της εκχώρησης αρμοδιοτήτων από τα κράτη προς το υπερεθνικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τα άρθρα 207 και 218 της Συνθήκης για την Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), έχει ως φυσικό επακόλουθο την ανάδειξη του αναλυτικού μοντέλου «Principal-Agent» (Poletti & De Bievre, 2014). Πιο συγκεκριμένα, η ανάληψη της αποκλειστικής αρμοδιότητας των διαπραγματεύσεων από την Επιτροπή συνεπάγεται την ανάπτυξη της αντίστοιχης θεσμικής ατζέντας τόσο για την νομιμοποίηση των πράξεών της, όσο και για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής της ικανότητας σε εσωτερικό (απέναντι στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και σε εξωτερικό επίπεδο (απέναντι στους εμπορικούς εταίρους) (Bunea, 2019). Υπό διαφορετικούς όρους, το μοντέλο της ΕΕ έχει σχεδιαστεί να είναι «εν γένει αυτόνομο» με την Επιτροπή να διαθέτει αποκλειστικές αρμοδιότητες τόσο στα αρχικά στάδια της πρωτοβουλίας των προτάσεων πολιτικής όσο και στα μετέπειτα διαπραγματευτικά και εκτελεστικά στάδια των συμφωνιών (Elsig, 2010). Η ΚΕΠ, βέβαια, ως πολιτική που ασκείται κατόπιν εκχώρησης της αρμοδιότητας από τα κράτη/principals προς την Επιτροπή/agent δεν διεκπεραιώνεται με μηδενική παρέμβαση των εντολέων – κρατών, καθώς αυτά έχουν αναμενόμενες απαιτήσεις από την τελευταία ώστε να μην τεθούν στο περιθώριο τα εθνικά τους συμφέροντα (Adriaensen, 2016). Αυτό εξηγεί  την πρόβλεψη για σύσταση ειδικής επιτροπής συντονισμού των διαπραγματεύσεων από το Συμβούλιο, του άρθρου 207/3 της ΣΛΕΕ. 

Λόγοι πολιτικοποίησης της TTIP

Κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, το 2013, η TTIP, όχι μόνο δεν μονοπώλησε τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά θεωρούνταν δεδομένη η επιτυχία στην συνομολόγησή της, καθώς υπήρχε ένα κλίμα «διατλαντικής συναίνεσης» των μεγάλων επιχειρήσεων, το οποίο εκφράστηκε μέσω κοινών «position papers» (Gheyle & De Ville, 2019). Ωστόσο, η ίδια η πραγματικότητα της TTIP ήρθε να αποδομήσει αυτές τις εντυπώσεις, καθώς το ήδη υπάρχον δίκτυο S2B είχε κατορθώσει να μετατρέψει την διαπραγματευτική διαδικασία σε ένα διαλογικό φαινόμενο πόλωσης αξιών και συμφερόντων ενώπιον της διαδικασίας διαβούλευσης της Επιτροπής (Gheyle & De Ville, 2019). Ειδικότερα, οι τρεις πυλώνες της πολιτικής αντιπαράθεσης για την TTIP ήταν:

1. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις της Λισαβόνας και η εντεινόμενη απαίτηση για διαφάνεια

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009 έφερε σημαντικές αλλαγές στον τομέα της ΚΕΠ, καθώς από τη μία ενίσχυσε την θεσμική βαρύτητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΚ) με την επίσημη θέσπιση της τακτικής ενημέρωσης της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (άρθρο 207 και 218 ΣΛΕΕ), για την πορεία των εμπορικών διαπραγματεύσεων (Meunier & Czesana, 2019). Έτσι, το 2014, έναν μόλις χρόνο μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, με πρωτοβουλία του Michael Efler δημιουργήθηκε η ηλεκτρονική πλατφόρμα Stop TTIP, με στόχο να συσπειρώσει τις αντιπολιτευόμενες στην συμφωνία οργανώσεις και να εγγραφεί στην Επιτροπή ως «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών» (European Citizens’ Initiative / ECI), καινοτομία που είχε εισαγάγει η αναθεώρηση της Λισαβόνας (άρθρα 11 παράγραφος 4 ΣΕΕ και 24 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ) αποβλέποντας στην ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της ΕΕ (De Falco, 2019). Εντούτοις, η Επιτροπή δεν έκανε δεκτό το αίτημα της Stop TTIP για εγγραφή της ως ECI, υποστηρίζοντας πως η τελευταία δεν είχε την αρμοδιότητα να ασκήσει πολιτική κριτική επί της διαπραγματευτικής εντολής του Συμβουλίου προς την Επιτροπή, καθώς αυτή δεν επηρέαζε άμεσα τους Ευρωπαίους πολίτες (De Falco, 2019). Η Stop TTIP αμφισβήτησε την στάση της Επιτροπής προσφεύγοντας κατά της τελευταίας στο Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ). Τον Μάιο του 2017 το ΔΕΕ απέρριψε την επιχειρηματολογία των Βρυξελλών ανοίγοντας τον δρόμο για την επίσημη εγγραφή της Stop TTIP ως ECI, καθώς έκρινε ότι «δεν υφίσταται ζήτημα απαράδεκτης εμπλοκής στην ενεργή διαπραγματευτική διαδικασία» (De Falco, 2019). Επιπρόσθετα, αναφορικά με την στάση του ΕΚ στις διαπραγματεύσεις της TTIP, αυτό προκειμένου να ελέγξει τα πεπραγμένα της, προέβη στο ψήφισμα του Απριλίου του 2015 στο πλαίσιο της διαδικασίας της απαλλαγής της Επιτροπής, με το οποίο απέρριψε τις «διευρυμένες διαπραγματευτικές εντολές» της Επιτροπής επί της TTIP, απαιτώντας από την τελευταία να ακολουθήσει διαφανείς διαβουλεύσεις (Roederer-Rynning, 2017).  Τελικά, η Επιτροπή  στο δεύτερο μισό του 2014, εν μέσω πιέσεων, δέχθηκε να αποχαρακτηρίσει για λογαριασμό των ευρωβουλευτών, σειρά εγγράφων σχετικών με τις κατευθυντήριες γραμμές της διαπραγμάτευσης της TTIP (Roederer-Rynning, 2017).

2. Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και η διεκδίκηση για την διατήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων

Ο ευαίσθητος τομέας της απελευθέρωσης της αγοράς των τροφίμων αποτέλεσε το πιο επιτυχημένο πεδίο της κινητοποίησης των ΜΚΟ που αντιτάχθηκαν στην TTIP. Ειδικότερα, ήδη από την δεκαετία του 1990, μετά την διατροφική κρίση των «τρελών αγελάδων», η ΕΕ είχε επιβάλλει περιορισμούς στην πώληση κρέατος που είχε δεχθεί ορμονικές παρεμβάσεις, ενώ το 1999 επέβαλε moratorium σε όλους του Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς («Genetically Modified Organisms / GMOs») (Duina, 2019). Σε αντίθεση προς την ευρωπαϊκή αντιμετώπιση των συγκεκριμένων κατηγοριών τροφίμων, «πως τίποτα δεν είναι ασφαλές μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο», οι ΗΠΑ διαπνέονταν από ένα πιο χαλαρό φιλοεπιχειρηματικό πλαίσιο (Duina, 2019). Πιο αναλυτικά, η σφοδρή αντίδραση του δικτύου Stop TTIP βασίστηκε στη κατάφορη παραβίαση και υποβάθμιση των ευρωπαϊκών προτύπων από τις πολυεθνικές εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ, καθώς αυτές χρησιμοποιούσαν απαγορευτικές για την ΕΕ, μεθόδους «απολύμανσης των πουλερικών με χλωρίωση, χρήσης ορμονών στην κτηνοτροφία και χρήσης γενετικά τροποποιημένων πρώτων υλών»(Duina, 2019). Τον Ιούλιο του 2015 το Stop TTIP ζήτησε από το ΕΚ να αντιταχθεί τόσο στην TTIP καθώς παραβίαζε κατάφωρα «πολιτιστικά, περιβαλλοντικά και καταναλωτικά πρότυπα» (Duina, 2019). Επιπλέον, η τακτική της γερμανικής εταιρίας Campact κατόρθωσε να στρέψει την προσοχή των πολιτών στο ζήτημα των υγειονομικών προτύπων στα τρόφιμα, ενημερώνοντας έναν σχετικά μεγάλο αριθμό πολιτών και οργανώσεων, οι οποίες στην συνέχεια ενεργοποιήθηκαν επί του ζητήματος (Duina, 2019). Αυτό σημαίνει πως στόχος της, στην δεδομένη περίπτωση, ήταν η ενημέρωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την απόκλιση των υγειονομικών προτύπων της TTIP σε σχέση με τα αυστηρά εθνικά πρότυπα των κρατών μελών, μέσω της αποστολής μαζικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε πολίτες από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ (De Falco, 2019). Έτσι, η εντεινόμενη πίεση των ομάδων επί της βάσης των αξιών, οδήγησε το 2016 στην έκδοση του ενημερωτικού δελτίου «Food Safety and Animal and Plant Health in TTIP» από την Επιτροπή, το οποίο υποστήριζε πως «τα αυστηρά πρότυπα για τους GMOs και την καλή μεταχείριση των ζώων θα διατηρηθούν και θα ενισχυθούν από την διατλαντική συνεργασία, ενώ η απαγόρευση για τα ορμονικά τροποποιημένα τρόφιμα δε θα καταργούνταν», πράγμα που δυσαρέστησε τον αμερικανό διαπραγματευτή Froman και το αμερικανικό αγροτικό λόμπι (Duina, 2019). 

3. Η κριτική που ασκήθηκε στον μηχανισμό ISDS (Investor-State Dispute Settlement)

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προέβλεψε την μεταφορά της αρμοδιότητας των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο της Επιτροπής. Ειδικότερα, οι διμερείς επενδυτικές συμφωνίες θα παρέμεναν δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη, όμως θα αντικαθίσταντο προοδευτικά από τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (FTAs) που διαπραγματεύεται η Επιτροπή (Πλιάκος, 2016). Παρόλη την «οικειότητα» που παρατηρείται στον ευρωπαϊκό χώρο με την ρήτρα του ISDS στις ήδη υπάρχουσες εμπορικές συμφωνίες, αν και στην περίπτωση της TTIP, οργανώσεις όπως οι 38 Degrees, Campact και Attac παρουσίασαν τον ISDS στις εκστρατείες τους ως κάτι νέο που θα οδηγούσε σαν «Δούρειος Ίππος» τις πολυεθνικές των ΗΠΑ στην «άλωση» της ευρωπαϊκής κυριαρχίας (De Bièvre, 2018). Προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους, οι ΜΚΟ έδωσαν έμφαση στο ειδικό οικονομικό βάρος των ΗΠΑ, σε όρους Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και εξαγωγικής δύναμης, στοιχεία που θα βοηθούσαν στην επιβολή της αμερικανικής βούλησης στα ευρωπαϊκά πρότυπα (De Bièvre, 2018). Η εντεινόμενη πίεση οδήγησε τον Ιανουάριο του 2014 σε μία πρώτη παύση των διαπραγματεύσεων επί της ρήτρας ISDS. Το δίκτυο «Stop TTIP», τότε, απαίτησε να αφαιρεθεί η ρήτρα του ISDS από τις διαπραγματεύσεις, ζητώντας παράλληλα μεγαλύτερη εμπλοκή του ΕΚ, μέσω των ακροαματικών διαδικασιών (Eliasson & García – Huet, 2018). Όταν το αίτημά του απορρίφθηκε από την Επιτροπή, προκλήθηκε ακόμη μεγαλύτερη λαϊκή κατακραυγή, με την δημοτικότητα της συμφωνίας να εμφανίζει καθοδική τάση, με μόλις το 39% των Γερμανών να την υποστηρίζουν την άνοιξη του 2016, ενώ μόλις το 19% των Βρετανών θεωρούσαν ωφέλιμη την TTIP το 2015 (Eliasson & García – Huet, 2018). Επιπρόσθετα, η κινητοποίηση των ΜΚΟ εισήγαγε δυναμικά στη συζήτηση και τις εθνικές κυβερνήσεις, κυρίως της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιταλίας, οι οποίες αναγνωρίζοντας μικτή αρμοδιότητα επί της TTIP, θέλησαν να εμπλέξουν τόσο τις εσωτερικές τους αρχές, όσο και το ίδιο το ΕΚ, μέσω της Συνήθους Νομοθετικής Διαδικασίας (De Bièvre, 2018). Το Κοινοβούλιο του Στρασβούργου προέβη σε 20 μελέτες για την TTIP, όμως συνάντησε δυσκολίες στην συνεννόηση των πολιτικών ομάδων, καθώς το ζήτημα της κατάργησης του διαιτητικού μηχανισμού ISDS από την συμφωνία δημιούργησε ρήγμα ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες πολιτικές ομάδες των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών (Socialists & Democrats / S&D) και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (European People’s Party / EPP) (Roederer-Rynning, 2017). Τελικά, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (INTA), Bernd Lange, δεχόμενος πίεση από το κόμμα του, τους S&D, πρότεινε την απόρριψη του ISDS, τονίζοντας πως «η προστασία τους μπορεί να πραγματωθεί και με την υιοθέτηση ενός δικαστηρίου με ανεξάρτητο δικαστή και μηχανισμό εφέσεων» (Roederer-Rynning, 2017). Η πρόταση του Lange έγινε δεκτή από την INTA στις 29/5/2015 και προωθήθηκε προς την Ολομέλεια του ΕΚ, όπου ύστερα από μερικές εβδομάδες διαβουλεύσεων, το τελικό ψήφισμα υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια της 8/7/2015 (Roederer-Rynning, 2017). Σε αυτή την κατεύθυνση, τον Σεπτέμβριο του 2015, η Επιτροπή επανήλθε με αναθεωρημένη πρόταση, η οποία προέβλεπε την δημιουργία ενός πρότυπου Επενδυτικού Δικαστηρίου (Investment Court System) (Meunier & Czesana, 2019) «με δημόσια εκλεγμένο δικαστή, ο οποίος σέβεται την δικαιοδοσία της ΕΕ και των κρατών μελών της, όσο και το δικαίωμά τους στον καθορισμό του ρυθμιστικού πλαισίου» (Roederer-Rynning, 2017). Η αντίδραση, όπως αναμενόταν, ήταν αρνητική από την πλευρά της αμερικανικής αντιπροσωπείας και των  αμερικανικών επιχειρήσεων, οι οποίες διαμαρτυρήθηκαν για την αυστηρότητα των νέων όρων στην προστασία των επενδυτών, θεωρώντας βέβαιη την απόρριψή τους από το Κογκρέσο (Eliasson & García – Huet, 2018). Τέλος, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2016 η Γαλλία, η Γερμανία και η Αυστρία απέσυραν την στήριξή τους στις διατλαντικές διαπραγματεύσεις (De Bièvre, 2018).

Επίλογος: οι διπλωματικές εξελίξεις γύρω από την TTIP

Η διαπραγμάτευση για την TTIP διέφερε από τις άλλες διμερείς εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, καθώς πραγματοποιήθηκε μεταξύ δύο ισότιμων εταίρων και δύο αλληλοδιεισδόμενων οικονομιών, με αποκλειστικό στόχο την άρση των ρυθμιστικών περιορισμών στις μεταξύ τους συναλλαγές (De Ville, 2019). Η αφαίρεση των διαφορετικών ρυθμιστικών πλαισίων μεταξύ των δύο μερών αποτέλεσε μία καινοτόμο πρόταση η οποία στηρίχθηκε διατλαντικά από τις επιχειρήσεις, καθώς το υπάρχον πλαίσιο προστασίας ήταν ήδη χαλαρό και η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκετά μεγάλη. Ωστόσο, οι διαπραγματευτές, κυρίως στην ΕΕ, επηρεασμένοι από την ρασιοναλιστική θεώρηση της πολιτικής οικονομίας (Rational Political Economy), η οποία συνίσταται στην απελευθέρωση του εμπορίου, με στόχο την «απελευθέρωση» των ληπτών των αποφάσεων από τα προστατευτικά ειδικά συμφέροντα στο εσωτερικό, παρέβλεψαν τον κίνδυνο της έκθεσής τους στην θεμελιώδη αντίφαση της φύσης της διεθνούς αγοράς με τους εσωτερικούς κανόνες που την ρυθμίζουν (De Ville, 2019). 

Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει πως οι διαπραγματευτές της TTIP αγνόησαν, κυρίως εντός της Ένωσης, την ατζέντα των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, καθώς η πολυπόθητη απορρύθμιση των δασμολογικών και μη δασμολογικών μέτρων, συνεπαγόταν για τις τελευταίες, την αποψίλωση ενός πλαισίου το οποίο κατακτήθηκε με κόπο στο παρελθόν. Έτσι, φαίνεται πως η TTIP έπεσε «θύμα» της ίδιας της ρηξικέλευθης ατζέντας της, καθώς υποδαύλισε την εναντίωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και σε μικρότερο βαθμό της αμερικανικής, έναντι της διεθνούς διακυβέρνησης, πραγματικότητα που εκφράστηκε μέσω του Brexit και της αποδυνάμωσης του οικονομικού κύρους της ΕΕ, αλλά και μέσω της εκλογής της νεομερκαντιλιστικής διοίκησης Trump στις ΗΠΑ, η οποία γύρισε την πλάτη της στην Ευρώπη, με αφορμή την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου και της «εμμονής» της να εκμηδενίσει τα εμπορικά της ελλείμματα, ασκώντας μονομερή εμπορική πολιτική (De Ville, 2019). 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ήδη από το 2013 η ΕΕ άρχισε να αλλάζει διαπραγματευτική γραμμή, με την πρόταση της Επιτροπής Barroso για την αναβάθμιση των εργαλείων εμπορικού προστατευτισμού, η οποία βέβαια συνάντησε τις διαφωνίες των κρατών-μελών (Koeth, 2019). To 2016, η Επιτροπή εξέδωσε την Ανακοίνωση (Steel Communication), η οποία προειδοποιούσε για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας Χάλυβα (1,3% του ΑΕΠ της ΕΕ, 328.000 άμεσες θέσεις εργασίας) εξαιτίας των αποθηκευμένων υπερποσοτήτων στην Κίνα, η οποία την ίδια χρονιά θα αναγνωριζόταν, σύμφωνα με το πρωτόκολλο προσχώρησής της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΥ) του 2001, ως καθεστώς οικονομίας της αγοράς (Koeth, 2019). Αυτό πρακτικά συνίστατο στην δυσκολότερη εφαρμογή anti-dumping δασμών από τους εμπορικούς εταίρους του Πεκίνου, γεγονός που θα οδηγούσε στην κατάρρευση των τιμών του χάλυβα στις διεθνείς αγορές. Για αυτό η αναγνώριση του κρατικού καπιταλιστικού μοντέλου της Κίνας ως ελεύθερης αγοράς αποτελούσε κόκκινη γραμμή για τα κράτη-μέλη (Koeth, 2019).

Έτσι, τον Μάιο του 2018 υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο, η πρόταση της Επιτροπής Barroso του 2013,  η οποία προέβλεπε αμυντικά εμπορικά μέσα κατά των ενισχύσεων, όπως ρυθμίσεις anti-dumping, με σκοπό τον επανακαθορισμό της εφαρμογής του «κανόνα του χαμηλότερου δασμού (“lesser duty rule”), ώστε να επιβάλλονται σωστά οι anti dumping επιβαρύνσεις (Koeth, 2019). Σε τελική ανάλυση, στην περιγραφόμενη αλλαγή στάσης της ΕΕ δεν επέδρασε καθοριστικά μόνο η οικονομική πίεση από το Πεκίνο, αλλά σε μεγάλο βαθμό η έξοδος των Βρετανών από το μπλοκ, οι οποίοι ηγούνταν της ομάδας των εμπορικά φιλελεύθερων κρατών (Ολλανδία, Σκανδιναβικά Κράτη), καθώς και η εκλογή του Αμερικανού Προέδρου Trump, η οποία έδωσε αφενός το έναυσμα στα κράτη μέλη να ξεπεράσουν τις διαφορές τους έναντι στον κοινό ανταγωνιστή και αφετέρου ανάγκασε την ΕΕ να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα των πολιτών και των επιχειρήσεών της, προκειμένου να αιτιολογήσει τον λόγο ύπαρξής της (Koeth, 2019).

Βιβλιογραφία

Adriaensen, J., 2016. Introduction. Στο: National Administrations in EU Trade Policy. European Administrative Governance. Λονδίνο: Palgrave Macmillan. Διαθέσιμο εδώ

Bunea, A., 2019. Regulating European Union lobbying: in whose interest?. Journal of European Public Policy, 26(11), pp. 1579-1588. Διαθέσιμο εδώ

De Bièvre, D., 2018. The Paradox of Weakness in European Trade Policy: Contestation and Resilience in CETA and TTIP Negotiations. The International Spectator, 53(3), pp. 71-81. Διαθέσιμο εδώ

De Falco, F., 2019. Lobbying EU Trade Policy: Which Are The Most Efficient Points Of Access?. Διαθέσιμο εδώ

De Ville, F., 2019. Understanding EU trade politics after TTIP, Trump and Brexit. Comparative European Politics, 17(3), pp.447-459. Διαθέσιμο εδώ

Duina, F., 2019. Why the excitement? Values, identities, and the politicization of EU trade policy with North America. Journal of European Public Policy, 26(12), pp. 1867 – 1877. Διαθέσιμο εδώ

Eliasson, L. J. E. & García – Huet, P. -. D., 2018. TTIP Negotiations: Interest Groups, Anti-TTIP Civil Society Campaigns and Public Opinion. Journal of Transatlantic Studies, 16(2), pp. 1-17. Διαθέσιμο εδώ 

Elsig, M., 2010. European Union trade policy after enlargement: larger crowds, shifting priorities and informal decision – making. Journal of European Public Policy, 17(6), pp. 781-798. Διαθέσιμο εδώ 

Gheyle, N. & De Ville, F., 2019. Outside Lobbying and the Politicization of the Transatlantic Trade and Investment Partnership: Strategies, Dynamics and Trends. Στο: Lobbying in the European Union., pp. 339 – 354. Διαθέσιμο εδώ

Koeth, W., 2019. From “Global Europe” to trade defence: the EU responds to Trump and China. Journal of International Trade and Economic Development, 50(9), pp.1-14. Διαθέσιμο εδώ

Meunier, S. & Czesana, . R., 2019. From back rooms to the street? A research agenda for explaining variation in the public salience of trade policy-making in Europe. Journal of European Public Policy, 26(12), pp. 1848 – 1859. Διαθέσιμο εδώ

Poletti, A. & De Bievre, D., 2014. The political science of European trade policy: A literature review with a research outlook. Comparative European Politics, 12(1), pp. 101 – 119. Διαθέσιμο εδώ

Roederer-Rynning, C., 2017. Parliamentary assertion and deep integration:the European parliament in the CETA and TTIP negotiations. Cambridge Review of International Affairs, 30(5 – 6), pp. 507 – 526. Διαθέσιμο εδώ

Strange, M., 2015. Power in Global Trade Governance: Is the EU a Unitary Actor, a Tool for Dominance, or a Site of contestation? GATS and the TTIP Negotiations. International Journal of Public Administration, 38(12), pp. 889 – 893. Διαθέσιμο εδώ

Woolcock, S., 2019. European Union Common Commercial Policy : Continuity or Change. Στο: P. Becker & B. Lippert, επιμ. Handbuch Europäische Union. Wiesbaden: Springer VS, pp. 1 – 21. Διαθέσιμο εδώ

Πλιάκος, Α., 2016. Η Κοινή Εμπορική Πολιτική. Στο: Ν. Μαραβέγιας, επιμ. Ευρωπαϊκή Ένωση – Δημιουργία, Εξέλιξη, Προοπτικές. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, σσ. 315 – 323.


Απάντηση