Η προστασια των δικαιωματων των ατομων με αναπηρια και η πανδημια COVID-19

του Νίκου Ζίνγκο, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ίδρυση του ΟΗΕ, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτέλεσε έναν από τους κεντρικούς στόχους στον οποίο επικεντρώθηκε η διεθνής κοινότητα, στο πλαίσιο της προώθησης της παγκόσμιας ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας (Schulze M., 2010, p.13). Αυτή η αφοσίωση στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνεται σαφής και από το άρθρο 1 του Χάρτη των ΗΕ (Charter of the UN 1945), όπου αναφέρεται ως ένας εκ των βασικών στόχων του ΟΗΕ «η προώθηση και η ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους». O παραπάνω στόχος δεν αντανακλά, όμως, πλήρως την πραγματικότητα, καθώς τα άτομα με αναπηρία (εφεξής ΑμεΑ) ανά τον κόσμο υπόκεινται σε μακροχρόνια φαινόμενα διακριτικής μεταχείρισης, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ασκήσουν βασικά δικαιώματά τους. Σημείο-τομή που υποδηλώνει αλλαγή πλεύσης αποτελεί η υιοθέτηση της Σύμβασης των ΗΕ για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ του 2006 (Convention on the Rights of Persons with Disabilities, εφεξής CRPD), η οποία υπήρξε απόρροια των Διακηρύξεων και των κατευθυντήριων γραμμών που έθεσε ο ΟΗΕ στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα επί του ζητήματος. Η εμφάνιση, όμως, της πανδημίας COVID-19 προκάλεσε ανατροπές στην καθημερινότητα των πολιτών παγκοσμίως, και ιδιαίτερα των ΑμεΑ, ενισχύοντας τα φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού, αποτελώντας μέχρι και σήμερα τροχοπέδη στην διασφάλιση βασικών δικαιωμάτων, όπως αυτό στην εκπαίδευση, την υγεία, και την εργασία.

Η παρούσα ανάλυση αποσκοπεί στην συνοπτική παρουσίαση των δράσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τον 20ο αιώνα για την προάσπιση των δικαιωμάτων των ΑμεΑ, στην παρουσίαση της CRPD και των βασικών ρυθμίσεων που εισήγαγε, καθώς και των αρνητικών συνεπειών της πανδημίας COVID-19.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Η δικαιοπαραγωγική δραστηριότητα του ΟΗΕ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή διαφόρων διεθνών συμβάσεων ειδικού χαρακτήρα, που αφορούσαν συγκεκριμένες καταστάσεις ή ομάδες προσώπων (π.χ. παιδιά, γυναίκες, πρόσφυγες, μετανάστες κ.α.). Παρά την εξέλιξη αυτή, τα ΑμεΑ εξακολουθούσαν να μένουν εκτός της προστατευτικής σφαίρας ενός ειδικότερου συμβατικού καθεστώτος που να αφορά τα ίδια. Η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Universal Declaration of Human Rights 1948), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 (International Covenant on Civil and Political Rights) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτισμικά Δικαιώματα του 1966 (International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights) τονίζουν, έκαστο στο άρθρο 2, ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους χωρίς διακρίσεις, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, θρησκείας, (…) ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης. Από την ως άνω διατύπωση προκύπτει ότι δεν υφίσταται κάποια ρητή αναφορά στα ΑμεΑ, παρά μόνο χρησιμοποιείται η έκφραση ‘οποιαδήποτε άλλη κατάσταση’, κατηγορία στην οποία θα μπορούσε μεν να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν τα ΑμεΑ, χωρίς όμως να υπάρχει ισχυρό νομικό έρεισμα. Επιπροσθέτως, η αναπηρία γινόταν αντιληπτή ως ένα ζήτημα που έχρηζε κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας (Disability and Development Report 2018, p.23), με αποτέλεσμα τα ΑμεΑ να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως “αντικείμενα ελεημοσύνης”, που χρειάζονται βοήθεια, παρά ως υποκείμενα-δέκτες δικαιωμάτων σε ίση βάση με τους υπόλοιπους (Schulze M., 2010, p.15).

Ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και 1970, είχε διενεργηθεί προσπάθεια από διάφορες πλευρές προκειμένου να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στις συνθήκες διαβίωσης των ΑμεΑ, στη νομική τους προστασία και στην κοινωνική τους θέση. Πρώτον, εκείνη την περίοδο ο ακτιβισμός περί των δικαιωμάτων των ΑμεΑ παρουσίασε αξιοσημείωτη ανάπτυξη, χάρη στον οποίο θίχτηκαν ορισμένα σημαντικά ζητήματα. Για παράδειγμα, αμφισβητήθηκε η παραδοσιακή αντίληψη για το τί εστί «φυσιολογικό» σώμα, οι πρακτικές εγκλεισμού των ΑμεΑ σε ιδρύματα, ο αποκλεισμός τους από διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής, ενώ τονίστηκαν οι καθημερινές διακρίσεις που πραγματοποιούνταν σε βάρος τους (Sabatello M., 2013, p. 13-14). Δεύτερον, αξιομνημόνευτο είναι και το έργο του ΟΗΕ κατά την ίδια περίοδο που επιχείρησε να θέσει τα θεμέλια για τη δημιουργία νομικά δεσμευτικών κανόνων για τη προστασία των ΑμεΑ. Έτσι, λοιπόν, κατά τη δεκαετία του 1970 υιοθετήθηκαν δύο διακηρύξεις, η Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων με Νοητική Καθυστέρηση 1971 (Declaration on the Rights of Mentally Retarded Persons) και η Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων με Αναπηρία 1975 (Declaration on the Rights of Disabled Persons), οι οποίες έδωσαν το έναυσμα για μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση ως προς τα δικαιώματα των ΑμεΑ και την ανάγκη εξασφάλισης ίσης μεταχείρισης (Disability and Development Report 2018, p. 24). 

Οι μετέπειτα εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες για οδήγησαν στη δημιουργία μιας παγκόσμιας ατζέντας για τα δικαιώματα των ΑμεΑ. Ενδεικτικά, το έτος 1981 ανακηρύχθηκε σε Διεθνή Χρονιά για τα ΑμεΑ, το 1982 υιοθετήθηκε το Παγκόσμιο Πρόγραμμά Δράσης σχετικά με τα ΑμεΑ (World Programme of Action concerning Disabled Persons), ενώ η δεκαετία 1983-1992 χαρακτηρίστηκε ως η Δεκαετία των ΗΕ για τα ΑμεΑ (Sabatello M. 2013, p. 14). Οι διεργασίες που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο οδήγησαν το 1993 στην υιοθέτηση των Τυποποιημένων Κανόνων περί Εξίσωσης Ευκαιριών για τα ΑμεΑ (UN Standard Rules on the Equalization of Opportunities for Persons with Disabilities), μέσω των οποίων εξαγγέλλεται από τα κράτη η ηθική και πολιτική αφοσίωση τους να καταστήσουν εφικτή την εξίσωση ευκαιριών. Επιπλέον, την ίδια χρονιά, η διεξαγωγή της Παγκόσμιας Διάσκεψης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχε ως απότοκο την Διακήρυξη της Βιέννης και το συνακόλουθο Πρόγραμμα Δράσης (Vienna Declaration and Programme of Action), όπου αναγνωρίζεται με σαφή τρόπο ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που προβλέπονται για όλα τα μέλη της κοινωνίας αφορούν και στα ΑμεΑ και οποιαδήποτε απόπειρα υπονόμευσής τους συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Παρά το γεγονός ότι οι ως άνω πράξεις και ενέργειες υπήρξαν αξιοσημείωτες, δεν έπαψαν να είναι νομικά μη δεσμευτικές. Επομένως, θεωρήθηκε ότι καθίσταται αναγκαία η διαμόρφωση μίας Διεθνούς Σύμβασης, αφιερωμένη αποκλειστικά στα δικαιώματα των ΑμεΑ για την παροχή πληρέστερης και ισχυρής νομικής προστασίας σε διεθνές επίπεδο. Το συγκεκριμένο κενό στη διεθνή δικαιοταξία ήρθε να καλύψει η CRPD.

Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΗΕ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Το 2001, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε την Απόφαση 56/162 (Resolution 56/162), ύστερα από σχετική πρόταση του Μεξικό,  η οποία προβλέπει την εγκαθίδρυση μιας Ad Hoc Επιτροπής με σκοπό την εκκίνηση διαπραγματευτικών διαδικασιών για μία περιεκτική και αναπόσπαστη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ΑμεΑ. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης Επιτροπής διεξήχθησαν 8 συνεδρίες κατά την περίοδο 2002-2006, με τη συμμετοχή τόσο κυβερνητικών αντιπροσώπων όσο και αντιπροσώπων από την Κοινωνία των Πολιτών, από Μη Κυβερνητικες Οργανώσεις (NGOs), και ειδικότερα από οργανώσεις ΑμεΑ ή αλλιώς DPOs (θεσμοί που διοικούνται ως επί το πλείστον από ΑμεΑ)  (Lang R., et al., 2011, p. 209). Ως αποτέλεσμα, υιοθετήθηκε η CRPD και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στις 16 Δεκεμβρίου 2006, καθιστώντας την ως την ταχύτερα διαπραγματεύσιμη συνθήκη ανθρωπίνων δικαιωμάτων (UN website). Η θέση της σε ισχύ έλαβε χώρα στις 3 Μαΐου 2008, και σήμερα αριθμεί 182 συμβαλλόμενα μέρη, ενώ το Προαιρετικό Πρωτόκολλο 96.

Ειδικότερα ως προς το περιεχόμενο της, η CRPD θεμελιώνεται σε ορισμένους βασικούς άξονες. Πρώτον, στο άρθρο 1 παρατίθεται ως σκοπός της “η προαγωγή, προστασία και διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης απόλαυσης όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου”. Από την ανωτέρω διατύπωση, διαφαίνεται η προσπάθεια ολιστικής προσέγγισης για την ανάδειξη των δικαιωμάτων των ΑμεΑ. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τόσο ατομικά και πολιτικά όσο και οικονομικο-κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα και ελευθερίες, οι οποίες εντοπίζονται ήδη στην ICCPR και την CESCR (Sabatello M, 2013, p. 20), όπως, για παράδειγμα, το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 10), στην ελευθερία και στην ασφάλεια (άρθρο 14), στην ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 21), στην εκπαίδευση (άρθρο 24), στην εργασία (άρθρο 27) κ.ο.κ. Ο λόγος που επανακατοχυρώνονται δικαιώματα που προϋπάρχουν και προστατεύονται από άλλα διεθνή κείμενα είναι το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξαν αυτονόητα συγκεκριμένα για τα ΑμεΑ. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η CRPD αναγνωρίζει επίσημα στα ΑμεΑ «το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα» (Megret F., 2008, p. 500). 

Δεύτερον, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα και στην υιοθέτηση μίας κοινωνικής προσέγγισης, υποδηλώνοντας την μετάβαση από ένα καθαρά ιατρικό μοντέλο το οποίο δίνει έμφαση στην ανικανότητα και στην ανάγκη πρόνοιας παροχής βοήθειας και, παρεπόμενα, ενδυναμώνει το φαινόμενο της περιθωριοποίησης, σε ένα κοινωνικό μοντέλο χάραξης πολιτικής που επιδίδεται στην εξασφάλιση της απόλαυσης ίσων δικαιωμάτων και ευκαιριών από όλους, τονίζοντας παράλληλα τα εμπόδια που δημιουργεί η ίδια η κοινωνία στα ΑμεΑ όσον αφορά την κοινωνική τους ένταξη (Harpur P. D., 2011, p. 2-3). Ήδη από την 5η παράγραφο του Προοιμίου αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν «εμπόδια που προέρχονται από το περιβάλλον των ΑμεΑ, που δυσχεραίνουν … τη συμμετοχή τους στη κοινωνία», ενώ το άρθρο 4 εισάγει την υποχρέωση των κρατών-μερών να δημιουργήσουν νόμους και πολιτικές για την άρση των εν λόγω εμποδίων. Πέραν, όμως, από αυτές τις συμβατικές μεθόδους, η CRPD επιχειρεί να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, θίγοντας την ουσία του προβλήματος, η οποία εδράζεται στα κοινωνικά στερεότυπα. Έτσι, στη παράγραφο 2 του άρθρου 8 προβλέπονται μέτρα, όπως η διεξαγωγή εκστρατειών ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, που να αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην προώθηση των δεξιοτήτων και των συνεισφορών που δύνανται να προσφέρουν τα ΑμεΑ σε τομείς όπως ο εργασιακός χώρος, και στην ενθάρρυνση των ΜΜΕ να απεικονίζουν τα ΑμεΑ με τρόπο που να συνάδει με τον σκοπό της Σύμβασης. 

Τέλος, δίδεται ουσιώδης έμφαση στην αρχή της ισότητας και μη διάκρισης, η οποία συμπεριλαμβάνεται στις γενικές αρχές του άρθρου 3. Στα συγκεκριμένα άρθρα, γίνεται λόγος για ισότητα ευκαιριών, ισότητα των φύλων, σεβασμό των δικαιωμάτων των παιδιών με αναπηρία καθώς και για υποχρέωση λήψης μέτρων για την εξάλειψη των διακρίσεων, ενώ στο άρθρο 5 εξαγγέλλεται η ισότητα απέναντι στον νόμο. Για την υλοποίηση της εν λόγω αρχής, ανάγεται ως παράγοντας ζωτικής σημασίας η εύλογη προσαρμογή, δηλαδή η αναδόμηση και τροποποίηση του κοινωνικού περιβάλλοντος με τρόπο που να μην απομονώνει τα ΑμεΑ αλλά να βοηθά στην δημιουργία συνθηκών ισότητας (Sabatello M., 2013, p. 22).

Όσον αφορά σε μηχανισμούς εποπτείας και εφαρμογής, αυτοί αναγράφονται στα άρθρα 33-40. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 33 αναθέτει στα κράτη να καθιερώσουν μηχανισμούς συντονισμού και ελέγχου, διευκολύνοντας ταυτόχρονα την συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών στις εν λόγω διαδικασίες. Επιπροσθέτως, το άρθρο 34 προβλέπει την ίδρυση της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ, ένα σώμα που συναπαρτίζεται από 18 ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, και της οποίας το έργο περιλαμβάνει την εξέταση αναφορών που υποβάλλουν τα κράτη-μέρη ανά τετραετία αναφορικά με εθνικά μέτρα που έχουν ληφθεί προς συμμόρφωση στις διατάξεις της Σύμβασης και την έκδοση σχετικών προτάσεων και συστάσεων (Committee on the Rights of Persons with Disabilities). Επιπλέον, στην αρμοδιότητα της Επιτροπής εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου, η εξέταση αναφορών ατόμων ή ομάδων ατόμων που ισχυρίζονται ότι έχουν υπάρξει θύματα παραβίασης των διατάξεων της Σύμβασης. Με το πέρας αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή διαβιβάζει τα συμπεράσματά της (και τις συστάσεις της σε περίπτωση ύπαρξης παραβίασης) στο ενδιαφερόμενο κράτος, το οποίο πρέπει μέσα σε έξι μήνες να υποβάλλει γραπτές εξηγήσεις ή δηλώσεις προς διαλεύκανση ή και επίλυση του ζητήματος (άρθρο 4 Optional Protocol). Παρ’ όλο που οι συστάσεις της Επιτροπής δεν είναι νομικά δεσμευτικές, αντιπροσωπεύουν “μία επίσημη ερμηνεία της Σύμβασης”. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες ελέγχου συμμόρφωσης προς τις οδηγίες της Επιτροπής, η αποδοχή των οποίων εκ μέρους των κρατών θεωρείται ενστερνισμός και σεβασμός των πορισμάτων της Επιτροπής (Optional Protocol).

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ COVID-19

Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις και τα βήματα προόδου σε διεθνές επίπεδο, η εμφάνιση της πανδημίας COVID-19 προκάλεσε ένα παγκόσμιο κύμα σκληρών κυβερνητικών μέτρων, όπως περιορισμός της ελευθερίας κινήσεως και επαφής με άλλα άτομα, προκειμένου να αναχαιτιστεί η μετάδοση του ιού στον πληθυσμό. Οι ανωτέρω πράξεις, σε συνδυασμό με τις πρωτόγνωρες συνθήκες, ανέδειξαν τα ήδη υπάρχοντα συστημικά προβλήματα ως προς την έλλειψη ετοιμότητας για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων, την ανεπάρκεια των εθνικών συστημάτων υγείας, και την αναποτελεσματικότητα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Ως επακόλουθο, οδηγηθήκαμε σε όξυνση των ανισοτήτων, καθώς οι συνέπειες της πανδημίας υπήρξαν δυσανάλογα δυσχερείς για τους ευάλωτους πληθυσμούς, μεταξύ αυτών και τα ΑμεΑ, κυρίως λόγω της ύπαρξης υποκείμενων νοσημάτων και της αδυναμίας πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας (Sakellariou D, Serrata Malfitano A. P., Rotarou E. S., 2020, p. 2).

Εν προκειμένω, το άρθρο 11 CRPD ορίζει ότι τα κράτη οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύονται τα ΑμεΑ σε περιπτώσεις ενόπλων συρράξεων, ανθρωπιστικών κρίσεων και φυσικών καταστροφών. Παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται άμεση αναφορά σε καταστάσεις πανδημίας, μπορεί να προκύψει από την ανωτέρω πρόβλεψη, βάσει μίας ευρείας τελεολογικής ερμηνείας, ότι σε καταστάσεις γενικότερου ρίσκου, τα ΑμεΑ είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα σε κίνδυνο και, άρα, πρέπει να ληφθούν ανάλογες πολιτικές για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας τους (Wilson K., 2020, p. 2). Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν από διάφορα κράτη ανά τον κόσμο κατευθυντήριες γραμμές περί πρόσβασης των ΑμεΑ σε ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες, εφαρμόστηκαν πολιτικές που είχαν δυσμενείς επιπτώσεις για τα ΑμεΑ. Από την Αναφορά Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που δημοσιεύθηκε το 2020, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τα λεγόμενα του άρθρου 25 CRPD περί υγείας, η πρόσβαση σε μονάδες υγείας για τα ΑμεΑ απετράπη τόσο λόγω του κοινωνικού αποκλεισμού όσο και της έλλειψης πληροφοριών και μέριμνας, ενισχύοντας παράλληλα την περιθωριοποίηση τους. Αναφορικά με τα ΑμεΑ που ζουν σε ιδρύματα, η Έκθεση του COVID-19 Disability Rights Monitor αποκαλύπτει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξαιτίας της λήψης ιδιαίτερα αυστηρών μέτρων, όπως η άρνηση ιατρικής φροντίδας, η απαγόρευση εισόδου επισκεπτών και ο εγκλεισμός σε δομές, στις οποίες υπάρχει έξαρση μετάδοσης του ιού. 

Επιπλέον, η πανδημία και ο αναγκαστικός εγκλεισμός έχει επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις και στην δυνατότητα πρόσβασης των ΑμεΑ στην εκπαίδευση, καθώς τα τελευταία αντιμετωπίζουν προκλήσεις ως προς την προσαρμογή στις νέες συνθήκες της διαδικτυακής εκπαίδευσης. Γενικότερα, τα ΑμεΑ έχουν κατά μέσο όρο μικρότερη πρόσβαση στο διαδίκτυο και σε ηλεκτρονικές συσκευές, ενώ ταυτόχρονα, τα παιδιά με διανοητικές διαταραχές είναι πιθανό να χρειάζονται υποστήριξη από έναν βοηθό. Πολλά ήταν τα κράτη που δεν έλαβαν υπόψη τις ως άνω παραμέτρους, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από την εκπαίδευση πολλών παιδιών με αναπηρία (Impact of COVID-19 on people with disability in Europe, 2020, p. 13). 

Τέλος, άλλο ένα δικαίωμα που διακινδυνεύεται είναι αυτό της εργασίας, το οποίο διασφαλίζεται στο άρθρο 27 CRPD. Οι συνθήκες εύρεσης εργασίας δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές για τα ΑμεΑ, με την πανδημία του COVID-19 να επιβαρύνει την κατάσταση. Επίσης, για τα εργαζόμενα ΑμεΑ, η κατ’ οίκον εργασία μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη υπόθεση λόγω της έλλειψης του απαραίτητου εξοπλισμού που είναι διαθέσιμος μόνο στο χώρο εργασίας, με επακόλουθο το ρίσκο απώλειας εργασίας και εισοδήματος (COVID-19 and The Rights of Persons with Disabilities: Guidance, 2020, p. 5).

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, παρά το γεγονός ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις και συνιστά προαπαιτούμενο για μία δημοκρατική κοινωνία, τα ΑμεΑ βρίσκονται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, σε μειονεκτική θέση. Η υιοθέτηση της CRPD αποτέλεσε ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης προκειμένου τα κράτη να παράσχουν τα απαραίτητα εφόδια στα ΑμεΑ για να μπορούν να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους και να ελαττωθούν όσο το δυνατόν γίνεται τα φαινόμενα διάκρισης σε βάρος τους. Παρ’ όλα αυτά, η πανδημία COVID-19 φανέρωσε ότι η πλήρης εφαρμογή της CRPD απέχει πολύ ακόμα από το να γίνει πραγματικότητα, ενώ παράλληλα τόνισε ότι δεν ευθύνεται η υποτιθέμενη εγγενής ευαλωτότητα των ΑμεΑ για τις συνθήκες διαβίωσης τους, αλλά οτι τα εμπόδια που τίθενται είναι κυρίως συστημικά, προερχόμενα, κατά κύριο λόγο, από τη στάση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, η πιο εύλογη επιλογή είναι η αξιοποίηση της αρνητικής εμπειρίας της πανδημίας για τον σχεδιασμό πολιτικών και μηχανισμών που να βελτιώνουν το επίπεδο προετοιμασίας σε περιόδους κρίσεων και να συνεισφέρουν στη διαμόρφωση κοινωνιών περισσότερο συμπεριληπτικών, ώστε να υπερκεραστούν εν γένει οι ανισότητες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΘΡΑ

[1] Harpur P. (2011). “Embracing the new disability rights paradigm: The importance of the Convention on the Rights of Persons with Disabilities”, Disability & Society, p. 1-14, Vol. 27, Issue 1. Available here.

[2] Lang R., Kett M., Groce N., Trani J. F. (2011). “Implementing the United Nations Convention on the rights of persons with disabilities: principles, implications, practice and limitations”, European Journal of Disability Research, p. 206-220, Vol. 5, Issue 3. Available here.

[3] Mégret F. (2008). “The Disabilities Convention: Human Rights of Persons with Disabilities or Disability Rights?”, The John Hopkins University Press, p. 494-516, Vol. 30, Issue 2. Available here.

[4] Sabatello M., Landes S. D., McDonald K. E. (2020). “People With Disabilities in Covid-19: Fixing Our Priorities”, The American Journal of Bioethics, p. 187-190, Vol. 20, Issue 7. Available here.

[5] Sakellariou D, Serrata Malfitano A. P., Rotarou E. S. (2020). “ Disability inclusiveness of government responses to COVID-19 in South America: a framework analysis study”, International Journal for Equity in Health, Article number 131. Available here.

[6] Schulze M. (2010). “Understanding the UN Convention On The Rights Of Persons with Disabilities”, Handicap International. Available here.

[7] Wilson K. (2020). “The COVID-19 pandemic and the human rights of persons with mental and cognitive impairments subject to coercive powers in Australia”, Int J Law Psychiatry, Vol. 73: 101605. Available here.

ΕΚΘΕΣΕΙΣ

[1] COVID-19 and The Rights of Persons with Disabilities: Guidance (2020), United Nations Office of the High Commissioner for Human Rights. Available here.

[2] Disability and Development Report (2018), United Nations Department of Economic and Social Affairs. Available here.

[3] Disability rights during the pandemic Report (2020), COVID-19 Disability Rights Monitor. Available here.

[4] Impact of COVID-19 on persons with disabilities: European Leaders must act now. Extract from the Human Rights Report 2020, European Disability Forum. Available here.

ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ

[1] Charter of the United Nations 1945. Available here.

[2] Declaration on the Rights of Disabled Persons 1975. Available here.

[3] Declaration on the Rights of Mentally Retarted Persons 1971. Available here.

[4] International Covenant on Civil and Political Rights 1966. Available here.

[5] International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights 1966. Available here.

[6] UN General Assembly Resolution 56/162 2001. Available here.

[7] Standard Rules on the Equalization of Opportunities for Persons with Disabilities 1993. Available here.

[8] United Nations Convention on the Rights of Persons with Disabilities and Optional Protocol 2006. Available here.

[9] Universal Declaration of Human Rights 1948. Available here.

[10] Vienna Declaration and Programme of Action 1993. Available here.

[11] World Programme of Action concerning Disabled Persons 1982. Available here.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

[1] Convention on the Rights of Persons with Disabilities (CRPD), United Nations. Available here.

[2] Committee on the Rights of Persons with Disabilities, United Nations Office of the High Commissioner for Human Rights. Available here.

[3] Optional Protocol, Office for Disability Issues. Available here.


Απάντηση