Οι δυο οψεις της νεας στρατηγικης συμφωνιας Κινας-Ιραν

της Κυριακής Θεοδοσάκη, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Στις 27 Μαρτίου 2021, οι Υπουργοί Εξωτερικών Κίνας και Ιράν υπέγραψαν στην Τεχεράνη μια 25-ετούς διάρκειας Συμφωνία συνεργασίας με αφορμή και τον εορτασμό των 50 ετών διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών. Αν και η Συμφωνία δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα, η διαρροή ενός προσχεδίου επιβεβαιώνει την πρόθεση συνεργασίας στον τομέα της οικονομίας, της πολιτικής και της ασφάλειας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου, η Συμφωνία αποβλέπει σε κινεζικές επενδύσεις στο Ιράν αξίας 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τα επόμενα 25 χρόνια, με αντάλλαγμα την παροχή πετρελαίου για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Κίνας. Στο προσχέδιο της Συμφωνίας, ως τομείς συνεργασίας αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι τηλεπικοινωνίες, ο τραπεζικός τομέας, οι υποδομές, η τεχνολογία και η ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και η εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με την υλοποίηση κοινών ασκήσεων, κοινών ερευνών και την ανάπτυξη όπλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκ πρώτης όψεως η υπογραφή αυτής της Συμφωνίας συνεργασίας έχει σημαντικό αντίκτυπο στην περιφερειακή και διεθνή ισορροπία δυνάμεων. Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά. 

Αρχικά, η Συμφωνία ευνοεί τόσο το Ιράν, όσο και την Κίνα σε σχέση με τις στοχεύσεις της εξωτερικής πολιτικής τους. Ως προς το Ιράν, η πρώτη θετική επίδρασή της είναι η έξοδος από το καθεστώς διπλωματικού και οικονομικού  απομονωτισμού, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, μετά την επιβολή των κυρώσεων των ΗΠΑ. Οι κυρώσεις απομόνωσαν διπλωματικά το Ιράν και αποστέρησαν από την χώρα σημαντικό αριθμό ξένων επενδύσεων προερχομένων από δυτικές χώρες. Η Συμφωνία αυτή αποτυπώνει την επιρροή των ΗΠΑ αντισταθμίζεται πλέον από την εξωτερική πολιτική της Κίνας, καθώς ο πάγιος στόχος απομόνωσης των κρατών του λεγόμενου «άξονα του κακού» δεν φαίνεται πλέον να ισχύει καθολικά. Σε πολιτικό επίπεδο ειδικότερα, η συνεργασία Ιράν-Κίνας αυξάνει την διαπραγματευτική ισχύ του πρώτου στο πλαίσιο της Συμφωνίας για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Το Ιράν υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ, οι οποίες αποχωρήσαν, μάλιστα, επί προεδρίας Trump από την Συμφωνία, οφείλουν πρώτα να άρουν τις κυρώσεις, αν επιθυμούν να προχωρήσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις. Την θέση αυτή υποστηρίζει πλέον και η Κίνα, η οποία ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας συμμετέχει εξίσου στην Συμφωνία, ευνοώντας έτσι σε ένα βαθμό τις ιρανικές θέσεις. Επιπρόσθετα, το Ιράν είναι μια χώρα πλούσια σε πετρελαιοπηγές, γεγονός που την καθιστά έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς παρόχους της Μέσης Ανατολής. Με την πανδημία και την πτώση των τιμών των ενεργειακών προϊόντων, ιδίως του πετρελαίου, η χώρα αντιμετώπισε σημαντικές οικονομικές πιέσεις ως ενεργειακά εξαρτημένη οικονομία. Έτσι, η υπογραφή μιας σταθερής μακροπρόθεσμης Συμφωνίας ενεργειακής παροχής στο μεγαλύτερο ενεργειακό καταναλωτή παγκοσμίως κρίνεται υπέρ της ιρανικής οικονομίας. 

Όσον αφορά την Κίνα, η πρακτική αυτή της υπογραφής συμφωνιών στρατηγικής συνεργασίας αποτελεί βασικό εργαλείο της εξωτερικής της πολιτικής και ειδικότερα ένας από τους μηχανισμούς υλοποίησης του σχεδίου «One Belt-One Road». Έχει ήδη υπογράψει άλλες τρεις Συμφωνίες: με το Ιράκ το 2015, την Σαουδική Αραβία το 2016 και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2018. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και οι τέσσερις συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένης αυτής με το Ιράν, εντοπίζονται στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η περιοχή αυτή ανάγεται σε χώρο στρατηγικής σημασίας για την Κίνα τόσο για την ενεργειακή της ασφάλεια, όσο και για την περιφερειακή ισχύ της, καθώς πρόκειται για μια περιοχή, η οποία παραδοσιακά ανήκε στον πυρήνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, η Κίνα επιδιώκει την σταθερότητα και την διατήρηση της ασφάλειας σε μια εύθραυστη περιοχή, την οποία σταδιακά επιδιώκει να εντάξει και στην δική της σφαίρα επιρροής. Μια ακόμη επιδίωξη της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής είναι και η αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Η αυξανόμενη εμπλοκή στην Μέση Ανατολή αναμφίβολα συμβάλλει σε αυτήν την στόχευση. Η συνεργασία, μάλιστα, με ένα αναθεωρητικό καθεστώς, το οποίο εξίσου επιδιώκει  την αμφισβήτηση του δυτικού status quo και εξισορροπεί την αμερικανική επιρροή τόσο στην περιοχή της Ασίας, όσο και σταδιακά σε διεθνές επίπεδο. Η συνεργασία Κίνας-Ιράν με στόχο την αμφισβήτηση της αμερικανικής ισχύος ανατρέχει και στο πριν την υπογραφή της πρόσφατης Συμφωνίας διάστημα. Οι δυο χώρες έχουν συνεργαστεί εκτεταμένα, μεταξύ άλλων, και στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Εκτός αυτού του δίπολου, η στρατηγική συμμαχία εκτείνεται και στην Ρωσία, με τις τρεις χώρες να εντείνουν τις μεταξύ τους σχέσεις και να συνεργάζονται σε πολλά πεδία, από τα πυρηνικά μέχρι και τις υποδομές. Έτσι, η Συμφωνία Ιράν-Κίνας αποτελεί ένα ακόμη εργαλείο στο φάσμα των αναδυόμενών δυνάμεων, οι οποίες συνασπίζονται για να αμφισβητήσουν τον αμερικανικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας.

Αναντίρρητα, τα στρατηγικά οφέλη από την συμμαχία αυτών των δυο δυνάμεων εγείρουν την ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτείων και της Δύσης. Εντούτοις, μια προσεκτική ματιά στην συμφωνία αποδεικνύει ότι πρόκειται απλώς για μια τάση ενίσχυσης των διμερών σχέσεων των δυο χωρών. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ηχηρή επιβεβαίωση των κοινών στοχεύσεων τους. Αφενός, η συμφωνία δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν οδικό χάρτη συνεργασίας σε βάθος χρόνου. Περιλαμβάνει γενικές στοχεύσεις και τομείς συνεργασίας χωρίς ειδικές οικονομικές κατευθύνσεις και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να διακηρύττει στην πράξη απλώς την πρόθεση και τους τομείς συνεργασίας των δυο χωρών.  Αφετέρου δε, δεν μπορεί να αγνοηθεί και το γεγονός ότι αναμένεται η υλοποίηση της για να αξιολογηθεί κατά πόσον οι τόσο φιλόδοξες επιδιώξεις συνεργασίας θα υλοποιηθούν και στην πράξη, ώστε να ανταποκριθεί στο στόχο της. Σε δεύτερο χρόνο, σημαντικό εμπόδιο για την υλοποίηση των φιλόδοξων στόχων της συμφωνίας αποτελούν οι περιορισμοί πολιτικής στο εσωτερικό και των δυο χωρών. Στο Ιράν, η συμφωνία δεν έγινε αρχικά δεκτή με θετική διάθεση, καθώς θεωρήθηκε ως μια συμφωνία «ξεπουλήματος» στην Κίνα από την κοινή γνώμη. Οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της Κίνας, οι οποίες αποβαίνουν σε βάρος των εταίρων της, καθώς και η εμπειρία από αντίστοιχες συμφωνίες επενδύσεων, οι οποίες φαίνεται να επιβαρύνουν οικονομικά το κράτος υποδοχής, αποτελούν εμφανείς προβληματισμούς. Επιπλέον, τα φθηνά κινεζικά προϊόντα, τα οποία θα κατακλύσουν με την ενδεχόμενη υλοποίηση της συμφωνίας την ιρανική οικονομία βρίσκουν αντίθετους τους εγχωρίους παραγωγούς. Από την άλλη πλευρά, για την Κίνα ο σημαντικότερος και συγχρόνως βασικότερος περιορισμός είναι η στόχευση  για την διατήρηση της σταθερότητας. Ναι μεν αυτό επιδιώκεται μέσω της δικής της περιφερειακής επέκτασης και του προσεταιρισμού ιδιαιτέρων συμμάχων, αλλά χωρίς να αποβαίνει ολοκληρωτικά σε βάρος στην σχέση της με τις ΗΠΑ. Αν και πρόκειται για μια τεταμένη σχέση σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η Κίνα δεν επιδιώκει την άμεση ανατροπή του status quo, καθώς κάτι τέτοιο προς το παρόν θα επέφερε μεγάλο κόστος με αμφίβολο αποτέλεσμα. 

Εν κατακλείδι, η εντυπωσιακή απειλή από τον συνασπισμό Ιράν-Κίνας, η οποία φαίνεται να αναδύεται από την παρούσα συμφωνία αντισταθμίζεται άμεσα από μια διττή και ολοκληρωμένη θεώρηση των σχέσεων των δυο χωρών. Όμως, δεν παύει να είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα από τους δυο εταίρους, καθώς χαράσσει την κοινή τους κατεύθυνση, θέτοντας επί τάπητος ορατές προκλήσεις τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Δύση εν γένει.


Απάντηση