Το Κοσοβο σε αναζητηση μιας θεσης στην παγκοσμια κοινοτητα: Οι σχεσεις με τη Σερβια και τον υπολοιπο κοσμο

της Χρυσάνθης Μπρούζου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Η υπόθεση του Κοσόβου, αποτελεί ένα αγκάθι στην ιστορία των Βαλκανίων, που αναδείχθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 χωρίς να υπάρχει κάποια οριστική επίλυση των διαφορών μέχρι και σήμερα, περιπλέκοντας τις σχέσεις των αλβανόφωνων πληθυσμών και των Σέρβων τόσο με την Σερβία όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Από τον πόλεμο και την εμπλοκή του ΝΑΤΟ το 1999, μέχρι και τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του το 2008 ως και σήμερα, οι σχέσεις του μικρού αυτού κρατιδίου τόσο με τη Σερβία όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο δεν ήταν ποτέ θερμές. Τροχοπέδη στην εδραίωση φιλικών σχέσεων έχουν σταθεί οι πολιτικές, εθνοτικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των αλβανόφωνων πληθυσμών και των Σέρβων που οδήγησαν σε μία βίαιη εσωτερική σύγκρουση και εν τέλει στην απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου. Στο παρόν κείμενο θα αναλυθούν οι σχέσεις του Κοσόβου ως ανεξάρτητο κράτος με τη Σερβία και τη διεθνή κοινότητα μέχρι και σήμερα.

Ιστορική αναδρομή

Το Κόσοβο είναι μια περιοχή νοτίως της Σερβίας που συνορεύει με χώρες όπως η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και η -σημερινή- Βόρεια Μακεδονία. Η κοινή πορεία του με τη Σερβία είναι καταγεγραμμένη στην ιστορία από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της οποίας η επιρροή επαναπροσδιόρισε την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και διαμόρφωσε τις θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες της περιοχής. Παρά τις διαφορές τους, όμως, οι δύο εθνότητες συνυπήρχαν χωρίς ιδιαίτερες συγκρούσεις την εποχή εκείνη (Στούκας 2018), ενώ το Κόσοβο αποτέλεσε σαφώς ένα ουσιώδες πολιτισμικό κέντρο της Σερβίας, σηματοδοτώντας μια εποχή ευημερίας, αυξάνοντας έτσι την σημασία της περιοχής για τους Σέρβους (Young 2020).

Κατά τον 20ο αιώνα, το Κοσσυφοπέδιο κατάφερε να ανακηρυχθεί αυτόνομη επαρχία της Σερβίας μέσω του Συντάγματος του 1974 της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Η αναγνώριση αυτή κατοχύρωσε και τα πρώτα δικαιώματα στο Κόσοβο για πλήρη και ισότιμη συμμετοχή στην ομοσπονδιακή διακυβέρνηση του κράτους, σε μια εποχή ειδικά όπου ο αλβανικός πληθυσμός αποτελούσε το 75% του συνόλου του Κοσόβου. Η διαρκής αύξηση των Αλβανών σε συνδυασμό με τις διοικητικές τους ελευθερίες συνέβαλαν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους και ενίσχυσαν το αίσθημα του αλβανικού εθνικισμού το οποίο άρχισε να στρέφεται κατά των μειοψηφούντων πλέον Σέρβων (Στούκας 2018).

Το εχθρικό αίσθημα των Σέρβων κατά των αλβανόφωνων Κοσοβάρων εκμεταλλεύτηκε ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς προκειμένου να αναρριχηθεί στην κρατική εξουσία και να αναδειχθεί ηγέτης των Σέρβων το 1987. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα όχι μόνο να καταργήσει τα ομοσπονδιακά προνόμια αυτονομίας του Κοσόβου αλλά και να εγκαταστήσει στρατιωτικές μονάδες στην περιοχή, πράξη που ενδυνάμωσε την ήδη υπάρχουσα επιθυμία για απόσχιση. Η αντίδραση στις κινήσεις αυτές δεν άργησε και την καθοδήγηση του κινήματος των Αλβανών για απόσχιση, που είχε ήδη διαμορφωθεί, ανέλαβε ο Ιμπραήμ Ρουγκόβα (Young 2020). Παράλληλα, μια πιο βίαιη πρακτική ακολούθησε ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου (UCK), μία παραστρατιωτική οργάνωση που συγκροτούσαν Αλβανοί εθνικιστές και που κατάφερε, μέσα από πρακτικές ανταρτοπόλεμου, να πλήξει τους Σέρβους πολίτες, στη συνέχεια όμως σημείωσε επιθέσεις εναντίον της Σερβικής αστυνομίας και των Γιουγκοσλαβικών ενόπλων δυνάμεων παίζοντας, έτσι, βασικό ρόλο στον πόλεμο που διεξήχθη (Petruska 2018).

Στην προσπάθειά του να καταπνίξει τις εχθροπραξίες και το ίδιο το κίνημα των Αλβανών για ανεξαρτησία, ο Σερβικός στρατός προέβη σε μια σειρά βίαιων επιχειρήσεων που σόκαραν τη διεθνή κοινότητα και συνέβαλαν στην κινητοποίησή της, οδηγώντας αρχικά στις άκαρπες διαπραγματεύσεις του Ραμπουγιέ και στη συνέχεια στους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας. Μετά από 78 αιματηρές μέρες η Σερβία συμφώνησε σε συνθηκολόγηση και έτσι ακολούθησαν οι υποχωρήσεις των στρατευμάτων των δύο μερών, ενώ στις 10 Ιουνίου 1999 εκδόθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ η Απόφαση 1244 (Petruska 2018). Το ψήφισμα έθετε το Κόσοβο υπό διεθνή διακυβέρνηση, πράγμα που θα διατηρούσε τις συνθήκες ειρήνης με την συμβολή του ΝΑΤΟ και ανακήρυσσε τη δημιουργία της UNMIK, της αποστολής προσωρινής διοίκησης του Κοσόβου υπό την εντολή των Ηνωμένων Εθνών [1]. Με ανάλογο τρόπο διοικείται και μια ακόμα περιοχή, το Ανατολικό Τιμόρ.

Η UNMIK έπαιξε σημαντικό ρόλο καθώς έθεσε στόχους τους οποίους το Κόσοβο θα έπρεπε να επιτύχει σε μια συνεργασία με το πολιτικό σκέλος της αποστολής για να καταφέρει να μεταβεί σε μία νέα κατάσταση, με κρατική υπόσταση (Beha 2017, σελ.61). Η κατάσταση, όμως, ξέφυγε το 2004 με τις εχθροπραξίες κατά των Σέρβων του Κοσόβου να ξεπερνούν αυτές του 1999 σε βιαιότητα, κάτι που υποδήλωνε πως οι σχέσεις μεταξύ των πολιτών δεν είχαν βελτιωθεί και έθεταν τις όποιες διαπραγματεύσεις σε κίνδυνο (Beha 2017, σελ.65). Για τον λόγο αυτόν το 2005 ακολούθησε το Σχέδιο Ahtisaari, το οποίο είχε ως στόχο την εξισορρόπηση των εντάσεων, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις δύο πλευρές που θα έφερνε ένα τέλος στις διαφωνίες. Αφού, λοιπόν, είχαν τεθεί οι κατάλληλες βάσεις με τη βοήθεια του σχεδίου και αφού μέχρι το 2007 δεν υπήρξε επίλυση του ζητήματος του Κοσόβου στα πλαίσια του Συμβουλίου Ασφαλείας, λόγω άρνησης της Ρωσίας, στις 17 Φεβρουαρίου του 2008 το Κόσοβο, με τα 4 Μεγάλα κράτη της Ευρώπης να το στηρίζουν, ανακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία του (Gallucci 2011, σελ.4).

Οι διμερείς σχέσεις Σερβίας-Κοσόβου

Όπως ήταν φυσικό, η Σερβία δεν αναγνώρισε το Κόσοβο ως κράτος και φρόντισε να εκφράσει την ενόχλησή της άμεσα. Τον Φεβρουάριο του 2008 κατηγόρησε για προδοσία και για ανάμειξη στη διαδικασία της ανακήρυξης, τον πρωθυπουργό του Κοσόβου Χασίμ Θάτσι και τους Φατμίρ Σεϊντίου και Γιακούπ Κρασνίτσι [2]. Στη συνέχεια, η Σερβία θεωρώντας πως έχει παραβιαστεί η Απόφαση 1244 ζήτησε παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, το οποίο εν τέλει απεφάνθη με τη σχετική Γνωμοδότησή του πως δεν υπήρξε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, χωρίς όμως να διευκρινίσει αν το Κόσοβο αποτελούσε κρατική οντότητα ή αν είχε δικαίωμα στην απόσχιση (Αντωνόπουλος και Μαγκλιβέρας 2017, σελ. 144). Παράλληλα, η Σερβία προσπάθησε να εμποδίσει την είσοδο του Κοσόβου σε διάφορους οργανισμούς όπως τα Ηνωμένα Έθνη και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) (Malazogu και Todoric 2011, σελ.9). Ας σημειωθεί πως στον έτερο Οργανισμό που δρα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, το Συμβούλιο της Ευρώπης (Council of Europe), το Κόσοβο επίσης δεν έχει προσχωρήσει, αν και γίνονται σχετικές προσπάθειες ήδη από το 1999.

Όσον αφορά το επίπεδο των διαπραγματεύσεων, δεν υπήρξε απευθείας συνδιαλλαγή μεταξύ των ηγετών των δύο κρατών για αρκετό χρονικό διάστημα. Το «πάγωμα» αυτό ήρθε να διευκολύνει το 2011 η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία λειτούργησε ως διαμεσολαβητής για την εδραίωση σχέσεων που θα βοηθούσαν τη συνύπαρξη των πολιτών των δύο χωρών. Εξάλλου, η ένταξη της Σερβίας στην Ένωση ήταν μια επιθυμία της, η οποία δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί χωρίς την επίλυση αυτού του ζητήματος (Malazogu και Todoric 2011, σελ.8). Έτσι, ξεκίνησε ένας κύκλος διαπραγματεύσεων με 7 γύρους στους οποίους συμμετείχαν εκπρόσωποι από τις δύο πλευρές με τον Ρόμπερτ Κούπερ, βρετανό διπλωμάτη και πρώην σύμβουλο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικών Δράσεων [3], να διευθύνει τις συζητήσεις οι οποίες περιελάμβαναν τεχνικά ζητήματα που αφορούσαν τις οικονομικές σχέσεις, τις τηλεπικοινωνίες, την ελεύθερη μετακίνηση, την αναγνώριση πτυχίων αλλά και τον συνοριακό έλεγχο (Malazogu και Todoric 2011, σελ.14-19). 

Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και την επόμενη χρονιά, ώσπου στις 19 Απριλίου 2013, υπεγράφη από τις δύο πλευρές η Συμφωνία των Βρυξελλών, η οποία αποτελείται από 15 σημεία, που σκοπό είχαν να δημιουργήσουν ένα κλίμα συνεργασίας και ειρηνικής διακυβέρνησης μεταξύ αλβανόφωνων Κοσοβάρων και Σέρβων, χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζεται η de jure ανεξαρτησία του Κοσόβου (UN News 2013). Η κίνηση αυτή επηρέασε τόσο θετικά, όσο και αρνητικά τις δύο πλευρές, με τη Σερβία να βλέπει πλέον τον δρόμο για την ένταξη στην ΕΕ να ανοίγεται και με τους Σέρβους του Κοσόβου να νιώθουν προδομένοι (Malazogu και Todoric 2011, σελ.24), καθώς το Κόσοβο πλέον δεν υπαγόταν διοικητικά στην κυριαρχία της Σερβίας (Smolar 2013).

Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ακολούθησαν περαιτέρω διαπραγματεύσεις στο ίδιο κλίμα, αναφορικά με την οικοδόμηση μόνιμων συνόρων, στα οποία θα συντονίζονταν από κοινού οι αρχές ασφάλειας και οι τελωνειακές δομές, με τις εργασίες να ξεκινούν το 2014 (Peci 2013). Σταδιακά, η σερβική κυβέρνηση προσπάθησε να αποδομήσει τις τοπικές αρχές και τους παράλληλους κρατικούς θεσμούς που είχε χρηματοδοτήσει στο βόρειο Κόσοβο, για να συμβάλλει στην καλύτερη προσαρμογή των Σέρβων πολιτών (Andric 2013). Η διπλωματική μάχη, όμως, σε διεθνές επίπεδο από την πλευρά της Σερβίας κατά του Κοσόβου, συνεχίστηκε παρά τις διαπραγματεύσεις συμφιλίωσης. Η Σερβία προσπάθησε και τελικά κατάφερε να εμποδίσει την είσοδο του Κοσόβου στην UNESCO, κόβοντάς της έτσι τον δρόμο για την είσοδο στον ΟΗΕ και τη διεθνή αναγνώριση που θα κέρδιζε. Παρά τη σχετικά ισχυρή διεθνή υποστήριξη υπέρ του Κοσόβου, η Σερβία με τη βοήθεια της Ρωσίας έπεισε τα υπόλοιπα κράτη σε αποχή στερώντας της έτσι την απόλυτη πλειοψηφία (Brunwasser 2015) και σώζοντας τα πολιτιστικά της μνημεία στα εδάφη που κατοικούσαν αλβανόφωνοι Κοσοβάροι, «τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα του Κοσόβου, και συγκεκριμένα από τους νόμους για τις ειδικές προστατευόμενες ζώνες, το ιστορικό κέντρο του Πρίζρεν και το χωριό Βέλικα Χότσα, και ανήκουν στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία» (Pavlovic 2015).

Την περαιτέρω προσπάθεια επαναπροσέγγισης ανέτρεψαν, επίσης, τα γεγονότα του 2017 που αφορούσαν τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας του Κοσόβου απαγόρευσαν την είσοδο σερβικού τρένου στο έδαφός του, το οποίο έφερε την επιγραφή «Το Κόσοβο είναι Σερβία». Η παραπάνω κίνηση, ώθησε τον επικεφαλής της Σερβίας να δηλώσει πως θα αποστείλει στρατό προκειμένου να προστατεύσει τους πολίτες του στην περίπτωση επεισοδίων μεταξύ αλβανόφωνων Κοσοβάρων και Σέρβων (naftemporiki.gr 2017).

Το καλοκαίρι του 2018, τέθηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ιδέες που αφορούσαν μια πιθανή ανταλλαγή εδαφών, έτσι ώστε μειονοτικές περιοχές να ενταχθούν στους εθνικούς κορμούς και να δοθεί ένα τέλος στις διαφωνίες. Το όνειρο αυτό όμως των αλβανόφωνων Κοσοβάρων δίχασε τόσο το εσωτερικό κοινό των δύο μερών όσο, και τη διεθνή κοινότητα. Παρότι υποστηρίχθηκε από χώρες όπως η Γερμανία, και οι ΗΠΑ, γενικότερα δημιουργήθηκαν φόβοι ανάπτυξης ενός φαινομένου ντόμινο στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στις περιοχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Βόρειας Μακεδονίας (MacDowall 2018). Οι διαπραγματεύσεις, όμως, δεν τελεσφόρησαν ύστερα και από την παρεμπόδιση της ένταξης του Κοσόβου στον οργανισμό της Interpol, με το πρώτο να αυξάνει, ως αντίποινα, τους φόρους σε Σερβία και Βοσνία (Koleka 2018).

Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τόσο η Σερβία, όσο και αρκετές χώρες, όπως θα φανεί και παρακάτω, αρνούνται την αναγνώριση του Κοσόβου είναι ο φόβος για ένωσή του με την Αλβανία στα πλαίσια του δόγματος της «Μεγάλης Αλβανίας». Πέρα από την Σερβία, αλβανόφωνος πληθυσμός κατοικεί και στην Βόρειο Μακεδονία και το Μαυροβούνιο, ενώ από την πλευρά των Αλβανών προβάλλονται διεκδικήσεις και στην Ελλάδα συγκεκριμένα στην περιοχή της «Τσαμουριάς» (Μαλκίδης 2020). Μια πιθανή αναγνώριση του Κοσόβου και μελλοντικά ένταξή του στην Αλβανία, με τη θέσπιση κοινού Πρωθυπουργού, όπως οραματίζεται ο Αλβανός Πρωθυπουργός Έντι Ράμα (Janjevic 2018), θα αναζωπύρωνε το αίσθημα του αλβανικού εθνικισμού και θα πυροδοτούσε μια σειρά διεκδικήσεων και στα υπόλοιπα Βαλκάνια.

Σχέσεις Κοσόβου με την Διεθνή κοινότητα

Η συμβολή της ΕΕ έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γεφύρωση του χάσματος από το 2011 μέχρι και σήμερα, μέσω συμφωνιών, διαπραγματεύσεων αλλά και την επιχείρηση EULEX που δραστηριοποιείται στο Κόσοβο. Σημαντικές χώρες που παίρνουν θέση είναι η Γερμανία και η Γαλλία, όπως φάνηκε και στην Σύνοδο Κορυφής του Βερολίνου το 2019 (Deutsche Welle 2019). Αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή των ΗΠΑ, ήδη από τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ το 1999. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το ζήτημα και είναι μια από τις χώρες που έχει αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Προσπαθούν, ωστόσο, να μεσολαβούν μεταξύ των δύο χωρών και αυτό διαφαίνεται στις πιο πρόσφατες εξελίξεις των τελευταίων μηνών. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβρη του 2020 και ύστερα από διαπραγματεύσεις με τη βοήθεια του πρώην Προέδρου Τραμπ, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην σταθεροποίηση των οικονομικών τους σχέσεων, πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί ως διπλωματική επιτυχία, καθώς θα προσελκύσει επενδύσεις και θα μειώσει τα επίπεδα ανεργίας που ταλαιπωρούν το Κόσοβο. Ως αντάλλαγμα βέβαια, η Σερβία φρόντισε να στηρίξει τις ΗΠΑ και να μεταφέρει το προξενείο της από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Πρέπει να σημειωθεί πως το Ισραήλ δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο (euronews. 2020).

Ακόμα ένας ισχυρός διεθνής δρών, η Ρωσία έχει λάβει θέση στα γεγονότα μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας. Από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, η Ρωσία τάχθηκε με τους ομόθρησκους Σέρβους, ενώ δεν δίστασε να απειλήσει με την χρήση βέτο ενάντια σε όποια απόφαση του ΟΗΕ για το ζήτημα (Antonenko 2007, σελ.6). Η ίδια προσπάθησε να εκμεταλλευτεί κενά ισχύος και με τη χρήση αθέμιτων μέσων να υποσκελίσει όσα η ΕΕ έχτιζε μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας, προκειμένου να αποτρέψει μια ευρωπαϊκή επέκταση και την μείωση της Ρωσικής ισχύος στα Βαλκάνια (Viceré 2019, σελ.6-9).

Αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία της Κίνας τα τελευταία χρόνια, η οποία δραστηριοποιείται οικονομικά στην Σερβία, στα πλαίσια του Belt and Road initiative, ενώ είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Έχει εκφράσει ανοιχτά τη στήριξή της προς τις διεκδικήσεις της Σερβίας στο Κόσοβο, το οποίο σαφώς δεν έχει αναγνωρίσει. Όμως η στήριξη αυτή είναι πολύ πιθανό να αποβεί μοιραία για τις ήδη τεταμένες σχέσεις των χωρών, καθώς η Σερβία μπορεί να εκμεταλλευτεί τις καλές εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, η οποία διαθέτει δικαίωμα βέτο, εις βάρος του Κοσόβου σε μελλοντικές αναμετρήσεις (Keşvelioğlu 2019, σελ.12).

Αν εξεταστεί το ζήτημα του Κοσόβου υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, είναι φανερό ότι μία οντότητα για να θεωρηθεί κράτος πέρα από τα δομικά της στοιχεία πρέπει να διαθέτει και διεθνή αναγνώριση, αλλά και συναίνεση από το κράτος που αποσχίζεται, ώστε να μη θίγεται η εδαφική κυριαρχία του τελευταίου, πράγμα που θα επιτρέψει τελικά την ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων και τη συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς για την καλύτερη διακυβέρνηση. Μέχρι σήμερα, το Κόσοβο έχουν αναγνωρίσει 100 κράτη ύστερα από την πρόσφατη ανάκληση της αναγνώρισης 15 κρατών όπως ισχυρίζεται η Σερβία (Palickova 2019). Επίσης, 5 κράτη-μέλη της ΕΕ δεν το έχουν αναγνωρίσει. Συγκεκριμένα η Ρουμανία, η Σλοβακία και η Ισπανία, φοβούμενες την αντίδραση που θα προκαλείτο στους εθνικιστές Ούγγρους και Καταλανούς αντίστοιχα, αλλά και η Κύπρος (Viceré 2019, σελ.6). Το γεγονός αυτό θα απέτρεπε μια πιθανή είσοδο του στην ΕΕ, ακόμα και αν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Τα υπόλοιπα κράτη που δεν την αναγνωρίζουν επικαλούνται κυρίως την αυθαιρεσία του Κοσόβου και υποστηρίζουν την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας.

Την ίδια αρχή για εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας στηρίζει και η Ελλάδα η οποία προς το παρόν δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο. Όμως, σε μια προσπάθεια εδραίωσης φιλικών σχέσεων διατηρούνται διπλωματικές επαφές μέσω του Γραφείου Συνδέσμου στην Πρίστινα, ενώ η χώρα μας έχει υποστηρίξει την είσοδο του Κοσόβου σε διάφορους οικονομικούς και περιφερειακούς οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Αντωνόπουλος και Μαγκλιβέρας 2017, σελ. 145). Τέλος, είναι ένα από τα κράτη-μέλη που συμμετέχει στις επιχειρήσεις EULEX της ΕΕ και KFOR του ΝΑΤΟ [4].

Όσον αφορά τη συμμετοχή του Κοσόβου σε διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς, αυτό αποτελεί μέλος και παρατηρητή οργανισμών τόσο με την ιδιότητα του ανεξάρτητου κράτους, όσο και μέσω της UNMIK. Η συμμετοχή του σε μεγάλους οργανισμούς είτε έχει εμποδιστεί στο παρελθόν από τρίτους, είτε έχει απορριφθεί από τους ίδιους τους οργανισμούς, καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ένταξης. Όλοι γνωρίζουν, όμως, πόσο μάλλον το Κόσοβο, τη σημασία και τα οφέλη που επιφέρει η είσοδος σε έναν οργανισμό. Προς το παρόν έχει καταφέρει να γίνει μέλος της Παγκόσμιας Τράπεζας και διαφόρων οικονομικών και επενδυτικών σχημάτων, όπως ο EBRD (European Bank for Reconstruction and Development), που θα συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία της χώρας, προκειμένου να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και να επιτύχει ομαλή μετάβαση σε κυρίαρχο κράτος [5]. Τον περασμένο Οκτώβρη μάλιστα, ο Ευρωπαίος επίτροπος Oliver Varhelyi παρακίνησε τα κράτη των δυτικών Βαλκανίων να επιταχύνουν τις οικονομικές τους αναδιαμορφώσεις και να δημιουργήσουν μια περιφερειακή οικονομική ζώνη, για να διαχειριστούν καλύτερα τις νέες επενδυτικές προσπάθειες της ΕΕ στην βαλκανική (Semini και Zhinipotoku 2020).

Επίλογος

Το Κόσοβο, ύστερα από μια μακρά και αιματηρή ιστορία, κατάφερε να επιτύχει τον πρωταρχικό του στόχο, την ανακήρυξη ανεξαρτησίας. Είχε όμως να αντιμετωπίσει ισχυρούς αντιπάλους και εσωτερικές δυσκολίες, που δυσχέραναν τη μετάβασή του σε ένα επιτυχημένο κράτος. Οι σχέσεις του με τη Σερβία συνέχισαν να είναι τεταμένες, μέχρι την παρέμβαση της ΕΕ και παραμένουν στάσιμες ως και σήμερα, αν εξαιρεθούν κάποια διαλείμματα ειρηνικής συμβίωσης. Αναφορικά με τη διεθνή κοινότητα, έχει καταφέρει μέσω της διπλωματίας να κερδίσει την υποστήριξη πολλών και σημαντικών κρατών, όπως οι ΗΠΑ, όμως δεν έχει ακόμα καταφέρει να ενταχθεί σε σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς και να καθιερώσει τη νομική του προσωπικότητα αλλά και τη θέση του στον κόσμο.

Υποσημειώσεις

[1] United Nations, United Nations Resolution 1244. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 20 Δεκεμβρίου 2020.

[2] Reuters, “Serbia charges Kosovo leaders with treason”. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 21 Δεκεμβρίου 2020.

[3] ECFR, UK members of the Council. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 1 Ιανουαρίου 2021.

[4] Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Διμερείς σχέσεις της Ελλάδας. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 24 Δεκεμβρίου 2020.

[5] The World Bank, The World Bank in Kosovo. Διαθέσιμο https://www.worldbank.org/en/country/kosovo/overview ημερομηνία πρόσβασης 24 Δεκεμβρίου 2020.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

[1] Αντωνόπουλος, Κ. και Μαγκλιβέρας, Κ. (2017) Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας-3η αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.

Εργασίες

[1] Antonenko, O. (2007) Russia and the Deadlock over Kosovo, “IFRI” Russia/NIS Center. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 4/1/2021 21:00)

[2] Beha, A. (2017) Between Stabilisation and Democratisation – Elections, Political Parties and Intra-Party Democracy in Kosovo, Centre for Political Courage and Political Science Department, University of Prishtina. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 21/12/2020 19:00)

[3] Gallucci, G. M. (2011) The Ahtisaari Plan and North Kosovo, TransConflict. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 21/12/2020 20:00)

[4] Keşvelioğlu, Α. (2019) The Future of Serbia-Kosovo Relations: Prospects for Normalisation, TRT World Research Centre. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 17:30)

[5] Malazogu, L. & Todoric, V. (2011) Belgrade – Prishtina dialogue: transformation of self-interest required, New policy center-Belgrade, Prishtina – Belgrade. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 20:00)

[6] Petruska, S. (2018) KOSOVO: THE HERITAGE OF THE UÇK. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 20/12/2020 18:30)

[7] Viceré, M. G. A. (2019) The Future Is Back: The EU, Russia and the Kosovo-Serbia Dispute, Istituto Affari Internazionali (IAI). Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 22:00)

Άρθρα

[1] Μαλκίδης, Θ. (2020) “ Ο αλβανικός εθνικισμός: Από το Κοσσυφοπέδιο και τα Σκόπια μέχρι τους “Τσάμηδες” ”, ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, 29 Απριλίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 4/1/2021 23:00)

[2] Στούκας, Μ. (2018) “Κόσοβο: Από τον Μεσαίωνα ως τις μέρες μας”, Πρώτο Θέμα, 8 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 20/12/2020 17:00)

[3] Andric, G. (2013) “Serbia Pulls Plug on North Kosovo Assemblies”, Balkan Insight, 11 Σεπτεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 4/1/2021 22:30)

[4] Brunwasser, M. (2015) “Unesco Rejects Kosovo Membership in a Victory for Serbia”,The New York Times , 9 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 21/12/2020 18:00)

[5] Janjevic, D. (2018) “Albania’s Edi Rama floats joint president idea in Kosovo”, Deutsche Welle, 19 Φεβρουαρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 4/1/2021 23:30) 

[6] Koleka, B. (2018) “Kosovo hits Serbia, Bosnia with 100 percent customs fees after Interpol snub”, Reuters, 21 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 22/12/2020 20:00)

[7] MacDowall, A. (2018) “Could land swap between Serbia and Kosovo lead to conflict?”, The Guardian, 22 Αυγούστου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 22/12/2020 19:00)

[8] Palickova, A. (2019) “15 countries, and counting, revoke recognition of Kosovo, Serbia says”, EURACTIV.com, 27 Αυγούστου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 19:00)

[9] Pavlovic, A. (2015) “To UNESCO or not to UNESCO: Serbian Cultural Heritage in Kosovo between Sovereignty and Protection”, BiEPAG, 13 Νοεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 21/12/2020 21:00)

[10] Peci, E. (2013) “Permanent Kosovo-Serbia Border Crossings Due in 2014”, Balkan Insight, 7 Αυγούστου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 21/12/2020 17:00)

[11] Semini, L. και Zhinipotoku, Z. (2020) “EU calls on Western Balkans to create a single economic area”, AP news, 8 Οκτωβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 24/12/2020 20:00)

[12] Smolar, P. (2013) “Serbia and Kosovo sign historic agreement”, The Guardian, 30 Απριλίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 21:00)

[13] Deutsche Welle (2019) “Serbia, Kosovo agree to talks following Berlin summit”, 3 Απριλίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 23/12/2020 23:00)

[14] euronews. (2020) “Serbia and Kosovo normalise economic ties after White House talks”, 4 Σεπτεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβασης 23/12/2020 21:30)

[15] naftemporiki.gr (2017) “Σερβία: Εάν πειραχθεί Σέρβος στο Κόσοβο, θα στείλουμε στρατό”, 16 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο εδώ, (τελευταία πρόσβαση 22/12/2020 22:00) [16] UN News (2013) “Ban welcomes ‘landmark’ agreement between Serbia and Kosovo


Απάντηση