Η διακυβερνηση του Ροναλντ Ρειγκαν που οδηγησε στο τελος του Ψυχρου Πολεμου και της ΕΣΣΔ

του Αλέξανδρου Φυσέκη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Ο Ψυχρός Πόλεμος (1947-1991) ήταν ένα από τα γεγονότα που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις. Επρόκειτο για την σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πανίσχυρα πολιτικά και στρατιωτικά μπλοκ: την απολυταρχική κομμουνιστική Ανατολή από τη μία και την δημοκρατική καπιταλιστική Δύση από την άλλη. Η εποχή του Ψυχρού Πολέμου ξεκίνησε από την δεκαετία του 1950 και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ τον παρομοίασε με ένα σιδηρούν παραπέτασμα (iron curtain), το οποίο είχε χωρίσει την ευρωπαϊκή ήπειρο (International Churchill Society, 1946). Η φράση του αυτή έμεινε στην ιστορία και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Στην παρούσα ανάλυση θα εξεταστεί η διακυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν, η οποία αποτέλεσε σημείο καμπής στην έκβαση του Πολέμου και κατά πολλούς ερευνητές ήταν αυτή που τερμάτισε την σοβιετική απειλή και έδωσε τέλος στη διαμάχη που κράτησε σχεδόν μισό αιώνα.

Το Προφίλ του Ρόναλντ Ρέιγκαν

Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν αποτέλεσε τον 40ο Πρόεδρο των ΗΠΑ και ήταν ο μακροβιότερος, μέχρι την ανάληψη της Προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ανέλαβε καθήκοντα το 1981 και παρέμεινε για δύο θητείες, μέχρι το 1989, δηλαδή δύο χρόνια πριν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την διάλυση της ΕΣΣΔ. Μόλις ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του, μεγάλο μέρος του αμερικανικού λαού τον κατέκρινε, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι επαγγελλόταν ηθοποιός και κατά πολλούς δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένος, αγνοώντας, όμως, ότι είχε διατελέσει Κυβερνήτης της Καλιφόρνια (Μαλούχος, 2019). Με εξαίρεση τον Ντόναλντ Τραμπ, λίγοι αμερικανοί Πρόεδροι υπέστησαν τόσο έντονη κριτική όσο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ωστόσο, παρά τις επικρίσεις που δέχτηκε, υπήρξε ένας εκ των κορυφαίων Αμερικανών Προέδρων και κάποιοι ερευνητές τον τοποθετούν στην ίδια θέση με τον αείμνηστο Φράνκλιν Ρούσβελτ, καθώς υπήρξε εκείνος ο Αμερικανός Πρόεδρος που άλλαξε την τροχιά της Ιστορίας. Ήταν μια από τις πιο εμβληματικές πολιτικές προσωπικότητες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, διότι ηγήθηκε του δυτικού κόσμου σε μια κρίσιμη καμπή του Ψυχρού Πολέμου και σφράγισε με τη ζωή και το έργο του τις εξελίξεις ολόκληρου του πλανήτη σε βαθμό που το αποτύπωμά του παραμένει ακόμη και σήμερα ανεξίτηλο. Κατάφερε, όπως θα τονιστεί στη συνέχεια, να τερματίσει τη σοβιετική κυριαρχία. Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και αρκετά χρόνια το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Ουάσιγκτον φέρει το όνομα του.

Εξωτερική Πολιτική Ρόναλντ Ρέιγκαν

Ο αμερικανικός λαός ναι μεν κατέκρινε την υποψηφιότητα του Ρέιγκαν, αλλά τον εξέλεξε ως αντίδραση σε μια περίοδο σταδιακής υποχώρησης της Αμερικής, με σκοπό να επαναφέρει τις παραδοσιακές αξίες της. Μάλιστα, όταν ανέλαβε καθήκοντα χρησιμοποίησε την εξής φράση: “η κυβέρνηση δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα. Η κυβέρνηση είναι το πρόβλημα”. Βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής του Ρέιγκαν ήταν να αναβιώσει ο αμερικανικός εθνικισμός και να εκκινήσει και πάλι η “αντικομμουνιστική σταυροφορία” (Παπασωτηρίου 2018,  p.461). Η έξαρση του αμερικανικού εθνικισμού οφείλεται σε δύο γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά την θητεία του προηγούμενου Προέδρου, Κάρτερ. Το πρώτο ήταν η αποχώρηση των ΗΠΑ από την διώρυγα του Παναμά, παρά τις αντιδράσεις των συντηρητικών. Το δεύτερο ήταν η ομηρία 52 αμερικανών διπλωματών στο Ιράν για πάνω από ένα χρόνο, έπειτα από τη βίαιη κατάληψη της Πρεσβείας των ΗΠΑ στη Τεχεράνη. Ο Ρέιγκαν δήλωσε προεκλογικά ότι απαιτεί σεβασμό και θα τον επιτύχει με οποιοδήποτε κόστος, τονίζοντας πως δεν θα διστάσει να τιμωρήσει όσους αμφισβητούν τα αμερικανικά συμφέροντα. Ωστόσο, το καθεστώς Χομεϊνί τους απελευθέρωσε άμεσα, χωρίς να γίνει πράξη η νέα πολιτική του Ρέιγκαν (Παπασωτηρίου 2018,  p.462).

Ο Πρόεδρος αναγνώριζε το μέγεθος της σοβιετικής απειλής και ήθελε να αποσοβήσει το κακό, το οποίο ονομαζόταν ΕΣΣΔ (Νέζερ, 2008). Ήταν ίσως ο μόνος πολιτικός των ΗΠΑ που θεωρούσε αναπόφευκτη την κατάρρευσή της στο μέλλον, καθώς στηριζόταν σε οικονομικά θεμέλια, τα οποία ήταν στα πρόθυρα κατάρρευσης, ενώ ταυτόχρονα απειλούσε την ανθρώπινη φύση και η αποτυχία του ήταν δεδομένη. Έχοντας αντιληφθεί τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της ΕΣΣΔ, θέλησε να την χρεοκοπήσει, αυξάνοντας κατακόρυφα τις αμυντικές δαπάνες, με στόχο να επικρατήσει σε μια δυσβάσταχτη κούρσα εξοπλισμών (Fallows, 1986). Οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν από 134 δισεκατομμύρια το 1980 στα 253 δισεκατομμύρια το 1989. Το υψηλότατο επίπεδο ήταν τα 35 εκατομμύρια την ώρα (Παπασωτηρίου 2018, p 465). Όπως ήταν αναμενόμενο η οικονομία της Αμερικής εισήλθε σε περίοδο παρακμής, με πολλούς οικονομολόγους να συγκρίνουν αυτή την οικονομική υπερεξάπλωση με αντίστοιχες που οδήγησαν στην παρακμή άλλων μεγάλων δυνάμεων στο παρελθόν. Η κάμψη αυτή θα ήταν με βεβαιότητα επωφελής, αν αποδειχθεί ότι η πολιτική της κούρσας εξοπλισμών του Ρέιγκαν ήταν η βασική αιτία κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, διότι η πτώση της αντίπαλης δύναμης είναι καθόλα σημαντικότερη από την υποβάθμιση της εγχώριας οικονομίας για μικρό χρονικό διάστημα.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν ήταν η μοναδική πολιτική του Ρέιγκαν, ώστε να υποτάξει την ΕΣΣΔ. Η επόμενη κομβική πρωτοβουλία του αφορούσε τον πυρηνικό εξοπλισμό. Από τη δεκαετία του 1960 οι δύο υπερδυνάμεις είχαν επαρκή πυρηνικά όπλα, ώστε να αντιμετωπίσουν πιθανή επίθεση, αλλά και να αντεπιτεθούν. Για αυτό τον λόγο και οι δύο εφάρμοσαν την τακτική της πυρηνικής αποτροπής. Δηλαδή συμφώνησαν σε αμοιβαία αποφυγή χρήσης πυρηνικών όπλων (Παπασωτηρίου 2018,  p.466). Η κατάσταση δεν ήταν ίδια ως προς την Δυτική Ευρώπη. Κατά το δεύτερο μισό του 1970, η ΕΣΣΔ ανέπτυξε το πρόγραμμα των ενδιάμεσων πυρηνικών πυραύλων ΣΣ-20, το οποίο απειλούσε μόνο τη Δυτική Ευρώπη και αποσκοπούσε στο να επέλθει η τελευταία στη σοβιετική σφαίρα επιρροής υπό την απειλή μιας ενδεχόμενης εφαρμογής του νέου προγράμματος (Missile Threat, no date). Ο Ρέιγκαν, ως απάντηση, επέμεινε να υλοποιηθεί το πρόγραμμα εγκατάστασης των πυραύλων Cruise και Pershing, με βάση το δόγμα της ευέλικτης ανταπόδοσης, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόγραμμα πυραύλων ΣΣ-20. Η κίνηση ολοκληρώθηκε το 1983, σε μια προσπάθεια εξάλειψης της πιθανότητας πυρηνικής επίθεσης από την ΕΣΣΔ στη Δυτική Ευρώπη (Cockburn, 1981).

Επιπλέον, ο Ρέιγκαν υιοθέτησε τη ριψοκίνδυνη πολιτική της προετοιμασίας διεξαγωγής πυρηνικού πολέμου, ώστε να φοβίσει τη σοβιετική σφαίρα και να εξαλείψει οποιοδήποτε ενδεχόμενο σοβιετικής επίθεσης στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων (Παπασωτηρίου 2018,  p.468). Ωστόσο, το πιο φιλόδοξο σχέδιό του στο βωμό της στρατηγικής ήταν η δημιουργία συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας Strategic Defense Initiative: SDI, το οποίο ανήγγειλε το 1983. Το SDI ήταν αυτό που πιθανότατα ανάγκασε την ΕΣΣΔ να παραιτηθεί από την κούρσα εξοπλισμών, καθώς λόγω της δυσμενούς οικονομικής της κατάστασης δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την τεχνολογικά πιο προηγμένη δύναμη της εποχής (Atomic Heritage Foundation, 2018).

Η κούρσα εξοπλισμών, μέσω της κατακόρυφης αύξησης των αμυντικών δαπανών, αλλά και η αναβάθμιση του πυρηνικού προγράμματος των ΗΠΑ έδωσαν σημαντικό προβάδισμα στην Δύση για επικράτηση στον Ψυχρό Πόλεμο. Ωστόσο, ο Ρέιγκαν δεν περιορίστηκε σε αυτές τις δύο πρωτοβουλίες. Στο σημείο αυτό, θα γίνει αναφορά στο δόγμα Ρέιγκαν, το οποίο αντιπροσώπευε την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου και ήταν το επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ μέχρι το τέλος του. Επρόκειτο για εκκίνηση της “αντικομμουνιστικής σταυροφορίας”. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω άμεσης διπλωματίας και παροχής βοήθειας των ΗΠΑ σε αντικομμουνιστικά κινήματα στην Αφρική, Ασία και Λατινική Αμερική. Εξαίρεσε την Κίνα, η οποία συνέβαλε στην αντισοβιετική συσπείρωση, ενώ, μάλιστα, δήλωσε ότι η Κίνα δεν είναι πραγματικά κομμουνιστική και το αιτιολόγησε με την εξής φράση: “ εφόσον όλοι οι κομμουνιστές είναι κακοί και η Κίνα είναι με το μέρος μας, δεν μπορεί να είναι κομμουνιστική” (Παπασωτηρίου 2018,  p.471).

Η πρώτη εμπλοκή των ΗΠΑ στον αντισοβιετικό αγώνα πραγματοποιήθηκε μέσω υλικής υποστήριξης στους μουτζαχεντίν, οι οποίοι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Διοχέτευσε τις αντισοβιετικές δυνάμεις με εξοπλισμό δισεκατομμυρίων δολαρίων, θέλοντας να μετατρέψει το Αφγανιστάν σε σοβιετικό Βιετνάμ (Greelane, 2019). Επίσης, αποδέχθηκε την πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών, Τζορτζ Σουλτς, να διοχετεύσει τους τεχνολογικά προηγμένους πυραύλους Stinger στους μουτζαχεντίν. Η κίνηση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την υπεροχή στον ανταρτοπόλεμο και συνέβαλε στην απόσυρση των σοβιετικών από το Αφγανιστάν, μετά από 15.000 απώλειες (Παπασωτηρίου 2018,  p.471). 

Ένα ακόμα παράδειγμα εφαρμογής του δόγματος Ρέιγκαν ήταν η προσπάθεια ανατροπής των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, διότι ανέπτυξαν στενούς δεσμούς με τον Κάστρο. Ο Ρέιγκαν πούλησε κρυφά όπλα στο κίνημα επαναστατών Κόντρας στη Νικαράγουα, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Κογκρέσου (Greelane, 2019). Τα κονδύλια ύψους 30 εκατομμυρίων για την υποστήριξη των Κόντρας βρέθηκαν με ριψοκίνδυνο τρόπο. Η κυβέρνηση Ρέιγκαν πούλησε εξοπλισμούς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, με αντάλλαγμα το Ιράν να πείσει τη λιβανέζικη αντιτρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ να απελευθερώσει δυτικούς ομήρους που κρατούσε επί πολλά έτη (Παπασωτηρίου 2018,  p.474). Η αποκάλυψη του γεγονότος σε λιβανέζικη εφημερίδα το 1986 δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα στον αμερικανό Πρόεδρο, το οποίο όμως ξεπεράστηκε και το έργο της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας συνεχίστηκε.

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ επισκιαζόταν επί πολλές δεκαετίες από το σύνδρομο του Βιετνάμ. Ο Ρέιγκαν σε μία προσπάθεια να το ξεπεράσει ενεπλάκη στη Γρενάδα, εξαιτίας της εμπλοκής του Κάστρο (Greelane, 2019). Οι Αμερικανοί εισέβαλαν και συνέλαβαν 750 κουβανούς στρατιώτες και συγκρότησαν νέα Κυβέρνηση, επιβεβαιώνοντας πως ήταν αποφασισμένοι να καθυποτάξουν τον κομμουνισμό σε όλο τον πλανήτη. Η αμερικανική εμπλοκή στο Λίβανο, το 1983, δεν στέφθηκε με τόσο μεγάλη επιτυχία όσο οι προηγούμενες. Ο Ρέιγκαν έστειλε στρατεύματα για να ελέγξει την ανακωχή που προέκυψε μετά την εισβολή του Λιβάνου. Ωστόσο, η πιθανότητα μιας εκτεταμένης εμπλοκής, όπως συνέβη στο Βιετνάμ τον φόβισε και απέσυρε τις δυνάμεις (Παπασωτηρίου 2018,  p.475).

Συμπερασματικά, το δόγμα Ρέιγκαν στον Τρίτο Κόσμο κατέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ότι η περίοδος των αμερικανικών υποχωρήσεων σε αυτόν είχε παρέλθει. Βασική αιτία της επιτυχίας ήταν ότι οι επεμβάσεις δεν απέφεραν μεγάλες απώλειες, όπως αποδείχθηκε από τα παραπάνω. Η “αντικομμουνιστική σταυροφορία” του Ρόναλντ Ρέιγκαν προκάλεσε μεγάλες σοβιετικές υποχωρήσεις, αλλά και σταδιακή μετάλλαξη της στάσης της ΕΣΣΔ, η οποία μετά το 1985, επί Γκορμπατσόφ επιδίωξε ομαλοποίηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου.

Γκορμπατσόφ-Ρέιγκαν

Ο νέος σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ανέλαβε την σοβιετική εξουσία το 1985, γνωρίζοντας το αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει η χώρα του. Για αυτό τον λόγο προσάρμοσε την εξωτερική του πολιτική στην εξομάλυνση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, ώστε να τερματιστεί η κούρσα εξοπλισμών (Nye, 2006). Πολλοί ερευνητές επισήμαναν ότι αν ένας Γκορμπατσόφ είχε εφαρμόσει παρόμοια πολιτική μία δεκαετία νωρίτερα, ίσως η ΕΣΣΔ να υπήρχε ακόμα και σήμερα. Μέσα σε μια δεκαετία καταστράφηκε ολοσχερώς η σοβιετική “αυτοκρατορία”, ούσα μάλιστα η μοναδική που διαλύθηκε σε τόσο σύντομο διάστημα χωρίς να χάσει σε κάποιο πόλεμο.

Στην ουσία οι Γκορμπατσόφ και Ρέιγκαν ήταν δύο απρόσμενοι συνεργάτες, οι οποίοι, δείχνοντας αμοιβαίο σεβασμό ο ένας στον άλλον, κατόρθωσαν να εξομαλύνουν τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης και να δώσουν τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο. Ο Πρόεδρος Ρέιγκαν ήταν αρχικά επιφυλακτικός απέναντι στον Γκορμπατσόφ, αλλά η στάση του τελευταίου από την ανάληψη της σοβιετικής ηγεσίας και η επιμονή του στη γεφύρωση των σχέσεων των δύο υπερδυνάμεων οδήγησαν στη δημιουργία ενός φιλικού δεσμού ανάμεσα στους δύο ηγέτες (Kennedy, 2019). Οι μεταρρυθμίσεις που θέλησε να εφαρμόσει στο εσωτερικό ο Γκορμπατσόφ δεν στέφθηκαν με τα επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά έδωσαν την εντύπωση στον Ρέιγκαν ότι η πιθανότητα να ολοκληρωθεί ο πόλεμος αυξανόταν. Ο τελευταίος, διαισθανόμενος ότι μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο με ευνοϊκές συνθήκες για τις ΗΠΑ, υποστήριξε τις μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ. Αυτή η απότομη αλλαγή στη στάση του Ρέιγκαν προβλημάτισε το Κογκρέσο και τον αμερικανικό λαό (Παπασωτηρίου 2018,  p.484). Η πρώτη συνάντηση ανάμεσα στους δύο ηγέτες πραγματοποιήθηκε στο Ρέικιαβικ, το 1986, και ως αντικείμενο συζήτησης ήταν η καταστροφή των πυρηνικών οπλοστασίων και από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, δεν καρποφόρησε. Το 1987, όμως, οι δύο χώρες συμφώνησαν όχι απλά να περιορίσουν, αλλά να μειώσουν δραστικά τα πυρηνικά τους προγράμματα (ΣΣ-20, Cruise και Pershing, τα οποία αναλύθηκαν παραπάνω).

Μάλιστα, ο Ρέιγκαν σε συνέντευξή του στη Μόσχα το 1990 δήλωσε ότι ο δεσμός ανάμεσα στους δύο ηγέτες μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για τη δημιουργία παρόμοιου δεσμού μεταξύ όλων των ανθρώπων και καλού κλίματος ανάμεσα στις δύο χώρες (Kennedy, 2019). Και οι δύο ηγέτες ήθελαν να τερματιστεί η σύγκρουση και αναπόφευκτα εμπιστεύτηκαν ο ένας τον άλλον, σηματοδοτώντας την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξη μιας νέας εποχής.

Οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Ρέιγκαν χαιρετίστηκαν από τον αμερικανικό λαό, παρά το γεγονός ότι στην ουσία συμβιβάστηκε με τον Γκορμπατσόφ, ώστε να τελειώσει ο πόλεμος και να επικρατήσει στην κούρσα εξοπλισμών, ανοίγοντας τον δρόμο στον επόμενο Πρόεδρο, Μπους, να ολοκληρώσει τη δουλειά που ο ίδιος ξεκίνησε. Αντιθέτως, ο Γκορμπατσόφ κατηγορήθηκε από τον σοβιετικό λαό για προδοσία και ότι ήταν ο μεγαλύτερος υπαίτιος για την ήττα και την διάλυση της ΕΣΣΔ (Kissinger 1994, p 877). Ωστόσο, όπως έχει προαναφερθεί, όταν ανέλαβε την προεδρία η σοβιετική καταστροφή είχε αρχίσει να γίνεται ορατή. Στην ουσία, όλες οι βιομηχανικές δυνάμεις είχαν στραφεί εναντίον της ΕΣΣΔ. Ακόμα και η κομμουνιστική Κίνα είχε πάρει το μέρος του εχθρού της, ενώ στο μέτωπο του Τρίτου Κόσμου οι ΗΠΑ είχαν κυριαρχήσει χάρη στο δόγμα Ρέιγκαν. Οι σύμμαχοι εξέλιπαν στην πιο κρίσιμη στιγμή και η αλλαγή στάσης ήταν μονόδρομος για τον Γκορμπατσόφ, ο οποίος ήταν ο πρώτος σοβιετικός που αποτίναξε τον ταξικό αγώνα και έθεσε ως προτεραιότητά του την συνύπαρξη και τη διεθνή συνεργασία (Kissinger 1994, p 878). 

Επίλογος

Συνοψίζοντας, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ήταν μία από τις προσωπικότητες που ξεχώρισαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και ουσιαστικά οδήγησε στον τερματισμό του. Πέρα από τους ελιγμούς του στην εξωτερική πολιτική με την αναβάθμιση του πυρηνικού προγράμματος, την κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών και την αντικομμουνιστική σταυροφορία στον Τρίτο Κόσμο, πολύ κομβικό ρόλο διαδραμάτισε η άνοδος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη σοβιετική ηγεσία και η συνεργασία του με τον Ρέιγκαν με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων Ανατολής-Δύσης. Ο Ρέιγκαν, λοιπόν, όντας ικανότατος ηγέτης, χειρίστηκε άψογα όλες τις συγκυρίες που ευνοούσαν την χώρα του, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί στο πάνθεον των πιο επιτυχημένων Αμερικανών ηγετών, καθώς ήταν ο βασικότερος λόγος που η ΕΣΣΔ εγκατέλειψε την κούρσα εξοπλισμών, παρά τις επικρίσεις που δέχτηκε, όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητα του. Η σύμπραξη των Ρέιγκαν-Γκορμπατσόφ έδωσε τις βάσεις για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος ολοκληρώθηκε δύο χρόνια μετά το τέλος της Προεδρίας του Ρέιγκαν. Το έργο του ολοκλήρωσε ο νεότερος Μπους (41ος Πρόεδρος των ΗΠΑ), ο οποίος εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο το πρόσφορο έδαφος που είχε δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια ο προκάτοχος του. Πριν από 29 χρόνια, στις 25 προς 26 Δεκεμβρίου 1991, η κόκκινη σημαία έπαψε να κυματίζει στο Κρεμλίνο μετά από 74 χρόνια, ως αποτέλεσμα της ικανότητας και ευφυίας του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ενός ηγέτη που κατάφερε με τους διπλωματικούς και στρατηγικούς χειρισμούς του να δώσει τέλος στην δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της εποχής του, στην “αυτοκρατορία του κακού”, όπως την χαρακτήριζε.

Βιβλιογραφία

Νέζερ, Χ. (2008). Ρόναλντ Γουίλσον Ρίγκαν. Το Βήμα. Διαθέσιμο εδώ

Παπασωτηρίου, Χ. (2018). Η Αμερικανική Πολιτική από τον Φράνκλιν Ρούσβελτ στον Ντόναλντ Τραμπ. Ποιότητα.

Μαλούχος, Γ. (2019). Ρόναλντ Ρίγκαν: Ο νικητής του Ψυχρού Πολέμου. Τα Νέα. Διαθέσιμο εδώ 

Atomic Heritage Foundation. (2018). Strategic Defense Initiative (SDI). Διαθέσιμο εδώ 

Cockburn, A., Ridgeway, J., & Cockburn, A. (1981). Annals of the Age of Reagan: Missile Mess in Europe. Voice. Διαθέσιμο εδώ 

Fallows, J. (1986). The Spend-Up. The Atlantic. Διαθέσιμο εδώ 

Greelane. (2019). Το δόγμα του Ρέιγκαν: Να εξαλείψει τον κομμουνισμό. Διαθέσιμο εδώ 

International Churchill Society. (1946). The Sinews of Peace (‘Iron Curtain Speech’). Retrieved Απριλίου 15, 2021, from here 

Kennedy, L. (2019). How Gorbachev and Reagan’s Friendship Helped Thaw the Cold War. History. Διαθέσιμο εδώ 

Kissinger, H. (1994). Διπλωματία. Λιβάνη.

Missile Threat. (n.d.). SS-20 “Saber” (RSD-10). Missilethreat. Retrieved Απριλίου 15, 2021, from here 

Nye, J. S. (2006, Απριλίου 05). Gorbachev and the End of the Cold War. Harvard Kennedy School. Retrieved Απριλίου 16, 2021, from here


Απάντηση