ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ

του Γιώργου Αθανασόπουλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Αξίζει να σημειωθεί ήδη από την αρχή ότι η Τουρκία φέρνει μια σημαντική ιστορία του παρελθόντος μέσω της ύπαρξής της ως Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως αυτοκρατορία με ισχυρά θεμέλια και μεγάλη δύναμη, επέζησε για πολλούς αιώνες με αυτή την περίοδο να τελειώνει στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκείνη την εποχή, αντιμετώπισε αρκετές προκλήσεις που έθεσαν νέο έδαφος για την τουρκική πολιτική κατασκευή. Ένας από τους ιδρυτές του νέου καταστατικού ήταν ο Kemal Ataturk. Ξεκινώντας με τη δημιουργία του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος και έκτοτε, η Τουρκία δοκιμάστηκε από αρκετές αναταραχές και διαρθρωτικές αλλαγές στον πολιτικό και κοινωνικό πυρήνα της.

Για το παρόν άρθρο, ωστόσο, το χρονικό διάστημα που θα μας απασχολήσει ορίζεται από τη δεκαετία του 1980 έως το 1990. Αυτό που χαρακτηρίζει την τουρκική κοινωνία είναι η αμφισημία μεταξύ δύο ταυτοτήτων, εκείνης του οθωμανικού-ισλαμικού παρελθόντος, που πολλοί αγωνίζονται να εκδιώξουν, καθώς και το δυτικό κράτος με τον ηγέτη του Κεμάλ.

Ξεκινώντας από το 1980, αυτό που διακρίνεται είναι ότι υπάρχει έντονη επιθυμία για μια θεμελιώδη αλλαγή του ήδη υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Μέσω της αποκάλυψης από την Κυβέρνηση ενός προγράμματος σταθερότητας, κάθε πολιτική ενδοσκόπησης και προστατευτισμού φαινόταν να εγκαταλείπει και να χάνει τις δυνατότητές της. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και ξένες επενδύσεις, προωθήθηκαν με σκοπό την εξωστρέφεια.

Παρά τις προσπάθειες βελτίωσης της κοινωνικής κατάστασης στην ισλαμική-μουσουλμανική χώρα, η παρέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν η αιτία για την παραβίαση των σχέσεων της γειτονικής χώρας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ταυτόχρονα, υπήρχε ρευστό κλίμα όσον αφορά τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, επειδή η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν είχε θεμελιωθεί θεμελιωδώς το 1999, ενώ ταυτόχρονα αυξανόταν η επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν.

Το 1983, μετά από μια περίοδο στρατιωτικής εξουσίας, ο θεσμός των πολιτικών κομμάτων βρέθηκε στο επίκεντρο με τον Turgut Ozal να κυβερνά την Τουρκία για μια δεκαετία και να θεωρηθεί εξέχων πολιτικός, επειδή βοήθησε να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ του Κεμαλισμού και όλων των άλλων πολιτικών δυνάμεων, του Πολιτικού Ισλάμ. Προκάλεσε, επίσης, τον εκσυγχρονισμό και την απελευθέρωση του τουρκικού κράτους. Άλλωστε, οι διαδικασίες που θα εμπόδιζαν τη διπλωματική και οικονομική απομόνωση και θα δημιουργούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για αποτελεσματική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση κρυσταλλώθηκαν και ξεκίνησαν.

Μέχρι το 1985, η Τουρκία κατάφερε να ανοίξει αγορές στο Ιράν, το Ιράκ και τις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Επιθυμώντας να έχουν πολύ καλές σχέσεις με την Ευρώπη, εκσυγχρονίστηκε, επίσης, ένας αριθμός άλλων τομέων, όπως η οικονομία, το οδικό δίκτυο, το σιδηροδρομικό δίκτυο και οι θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια αυξανόμενη μετενσάρκωση της τουρκικής κοινωνίας. Αυτή η άσκηση πολιτικής επηρέασε και τα ζητήματα με την Ελλάδα και το Αιγαίο. Ωστόσο, η Τουρκία ήθελε σαφώς να ενταχθεί στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Αν και υπήρχε προθυμία να υποχωρήσει σε πολλά κρίσιμα ζητήματα του Κυπριακού, υπήρχε έντονη αντίσταση του λαού και του κράτους που πάγωσε την ολοκλήρωσή του.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η Τουρκία εκτέθηκε σε ένα νέο διεθνές περιβάλλον, το οποίο δεν είχε πλέον τη θέση που ζητούσε, καθώς οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα έπεφταν. Για άλλη μια φορά, η τουρκική ηγεσία έχει αγκαλιάσει νέες προκλήσεις. Η στάση της Κοινότητας ήταν καθαρά καλλιτεχνική για την πιθανή ένταξη της Τουρκίας στα μέλη της, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες υποστήριξαν το Κόμμα Εθνικής Απελευθέρωσης. Ως αποτέλεσμα, στράφηκε σε νέες κατευθύνσεις και προσπάθησε να προωθήσει τα συμφέροντά της στην Κεντρική Ασία, τα Βαλκάνια και τον Καύκασο. Αυτό που διαπραγματεύεται εδώ και χρόνια είναι η γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας.

Μετά το 1990 και την παύση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η Τουρκία έχασε έναν από τους χρόνιους εχθρούς της, αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι οι συνθήκες την ευνόησαν. Αντίθετα, μετακινήθηκε σε μια αποσταθεροποιητική τροχιά. Τα μακροχρόνια προβλήματά της με τη Δύση και, ιδίως, με χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, διαμόρφωναν πάντα την ευρωπαϊκή της πολιτική.

Την ίδια δεκαετία, η Τουρκία αντιμετώπισε προβλήματα αποπροσανατολισμού, καθώς δεν είχε αποφασίσει οριστικά εάν ήθελε να στραφεί στον ισλαμικό κόσμο, στον τουρκικό κόσμο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκμεταλλευόμενη την ιδιαίτερη κατάσταση στην ευρασιατική περιοχή προσπάθησε να ενισχύσει τη θέση και την ένταξή της στην Ενωμένη Ευρώπη και να συνεχίσει τον πολιτικό της προσανατολισμό στη Δύση και την Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, η κεμαλιστική πολιτική έτεινε να στραφεί η Τουρκία προς την ανάπτυξή της ως δυτική χώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα προσχώρησε στο ΝΑΤΟ το 1952, αλλά και συμμετείχε στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας.

Έτσι, τη δεκαετία του 1990, το κλίμα μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας ήταν θετικό. Η Ευρώπη θεωρούσε την Τουρκία ως πρότυπο για τη διαμόρφωση πρώην σοβιετικών μουσουλμανικών κρατών, όπως το Κιργιστάν και το Αζερμπαϊτζάν, σε φιλελεύθερα κράτη, τα οποία η Τουρκία θεώρησε ότι θα μπορούσε να είναι το μέσο ένταξης στην Ευρώπη. Ωστόσο, το κλίμα αβεβαιότητας σχετικά με την εξέλιξη των τουρκο-ευρωπαϊκών σχέσεων δεν έχει αποδυναμωθεί, καθώς εσωτερικά προβλήματα της γειτονικής μας χώρας απέρριψαν την άποψη των θετικών προοπτικών ένταξης. Δεν υπήρχε πεποίθηση ότι η Τουρκία θα οικοδομήσει ή θα ολοκληρώσει σωστά τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να βρίσκεται σε ανάλογο επίπεδο με τις ευρωπαϊκές χώρες. Τέτοια προβλήματα σχετίζονται κυρίως με την εμφάνιση ισχυρών εθνικιστικών-ισλαμικών στοιχείων στην ενεργό πολιτική σκηνή της Τουρκίας, καθώς και με τη μορφή μιας μη ανταγωνιστικής τουρκικής οικονομίας (κρατική παρέμβαση στην αγορά, χαμηλοί μισθοί, νομισματική πολιτική).

Ένα σημαντικό βήμα στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας ήταν η Τελωνειακή Ένωση το 1995, η οποία έδωσε πληροφορίες για τις ελπίδες της Τουρκίας να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ως επί το πλείστον, η καθυστέρηση των σχέσεων των δύο άλλων εξαρτιόταν από τα εκκρεμή ζητήματα με την Ελλάδα και την περίπτωση των ιμάμηδων και των γκρίζων ζωνών (στρατηγική επιλογή, προκειμένου να αμφισβητήσει την άσκηση ελέγχου στις περιοχές, αν η υπόθεση αγόταν ενώπιον ενός Διεθνούς Δικαστηρίου), καθώς και από το κουρδικό ζήτημα. Πράγματι, η κατάσταση του σχισματικού πλαισίου Ελλάδας-Τουρκίας επιδεινώθηκε το 1997, όταν υπήρξε ακόμη και πιθανότητα σύγκρουσης ή ακόμη και πολέμου. Η επιθετική στάση του τότε Πρωθυπουργού Τσίλερ, σε ένα κράτος μέλος της Ευρώπης έχει καταργήσει όλες τις πιθανές διαπραγματεύσεις για να προσθέσει την Τουρκία στα μέλη της. Ταυτόχρονα, αμφισβητήθηκε επίσης το 1996 η πορεία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, η είσοδος της Τουρκίας στην Ένωση εξαρτάται σαφώς και από την κατάσταση και τις εκάστοτε περιστάσεις που επικρατούσαν στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιο συγκεκριμένα, στη δεκαετία του 1990, πραγματοποιήθηκαν διάφορες δομικές αλλαγές στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Αν κοίταζε κανείς αυτά τα χρόνια, θα παρατηρούσε ότι η Ένωση εξελίχθηκε, διευρύνθηκε και εμβαθύνθηκε. Με την προσθήκη νέων μελών, η μετάβαση από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκαθόρισε τα δεδομένα για μια νέα εποχή για την ευρωπαϊκή επικράτεια. Έτσι, αυτό που κλήθηκε να κάνει ήταν να αντιμετωπίσει τα δικά της εσωτερικά προβλήματα και δυσκολίες προσαρμογής. Θεωρήθηκε, επομένως, ότι μια χώρα όπως η Τουρκία θα επιβαρύνει παρά θα διευκολύνει την ευρωπαϊκή σταθερότητα.

Το 1999, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι της Φινλανδίας, η Τουρκία πέτυχε τη δυνατότητα ένταξης, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη στάση της Ελλάδας και στην άρση του βέτο της για την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας. Ωστόσο, για να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, η τουρκική κυβέρνηση έπρεπε να πληροί τα “κριτήρια της Κοπεγχάγης”.

Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, δηλαδή έως το 2001, δεν υπήρξε καμία αλλαγή. Αντιθέτως, η Τουρκία αγνοήθηκε εντελώς. Ο εκσυγχρονισμός απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από τους στόχους της Τουρκίας ενόψει της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στη χώρα. Κατά συνέπεια, η τουρκική οικονομία δεν ήταν πλέον ανταγωνιστική, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας επηρεάστηκε αρνητικά. Οι επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το εμπόριο και τους μισθούς λόγω εσωτερικής κακομεταχείρισης και πολιτικής διαφθοράς ήταν χαοτικές. Η ταχεία παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου περιλάμβανε μια οικονομική πολιτική της οποίας η εφαρμογή ήταν σύμφωνη με τα ρεφορμιστικά αιτήματα του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση 

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ακόμη και η τουρκική πλευρά υποστήριξε ότι για να επιτευχθεί μια υγιής σχέση μεταξύ αυτής και της Ευρώπης, θα πρέπει πρώτα απ ‘όλα να εφαρμοστεί κατά κύριο λόγο σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις από την Τουρκία. Από αυτά, το πιο σημαντικό είναι η ίδρυση της Δημοκρατίας με ισχυρά θεμέλια, η εξωστρέφεια της οικονομίας και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Το 2002, ο Πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέλαβε ως Πρωθυπουργός της Τουρκίας, μια εξέλιξη που σηματοδότησε την άνοδο του Πολιτικού Ισλάμ, αν και προσδιορίζεται ως κόμμα με στοιχεία συντηρητισμού και δημοκρατίας. Η ανάρρηση του Ερντογάν δεν άφησε ανεπηρέαστους τους δεσμούς μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης. Η σεμνότητα του κόμματος το κάνει κάπως πιο διαφοροποιημένο από το προηγούμενο πρότυπο. Μέσω της προώθησης ενός εκσυγχρονισμένου ισλαμικού προγράμματος, έχει φέρει πολλές αλλαγές στην καθημερινή ζωή των Τούρκων πολιτών. Η κατάσταση της Τουρκίας μέχρι το 2006 ήταν σε αναπτυξιακή πορεία, καθώς η αξία της λίρας είχε μειωθεί, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν είχε αυξηθεί σημαντικά, καθώς και οι ξένες επενδύσεις. Ταυτόχρονα, ο οικονομικός, πολιτικός και κοινωνικός τομέας συνολικά γνώρισε ανάπτυξη μετά την κρίση του 2001. Αναμφίβολα, τυχόν θετικές εξελίξεις στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την πολυπολιτισμικότητα, την οικονομία και τη δικαιοσύνη θεωρήθηκε ότι θα προσεγγίσουν εκ νέου το ζήτημα της εκσυγχρονισμού της Τουρκίας. Όσον αφορά το Κυπριακό και το Κουρδικό, το κόμμα του Ερντογάν (AKP) φάνηκε να υιοθετεί πιο μετριοπαθείς και εναλλάξιμες θέσεις, ενώ η ίδια συμπεριφορά ακολουθήθηκε και με τον υπόλοιπο αραβικό και ισλαμικό κόσμο. Ο στόχος της Τουρκίας για τελευταία φορά ήταν να γίνει ένας αξιοσημείωτος συνεργάτης και εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αργότερα, η απαγόρευση της μαντίλας και η εκδήλωση της θρησκείας των ανθρώπων καταπίεσαν σε μεγάλο βαθμό τον τουρκικό πληθυσμό. Έτσι, παρόλο που η κυβέρνηση αναζήτησε έναν φιλικό προς τη Δύση μοντέλο πολιτικής, στην πραγματικότητα απομάκρυνε τους ανθρώπους της από την Ευρώπη. Η επακόλουθη αλλαγή του κόμματος του Ερντογάν προσδίδοντας έντονο ισλαμικό χαρακτήρα με αυταρχικά χαρακτηριστικά προκάλεσε και πάλι αθετήσεις στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη σε πολλούς τομείς, όπως η ελευθερία των πολιτών και τα ανθρώπινα δικαιώματα, να ταυτοποιήσουν με την ευρωπαϊκή νοοτροπία. Από την άλλη πλευρά, οι Ισλαμιστές πιστεύουν ότι η Τουρκία δεν έχει καμία θέση στην Ευρώπη, ως  μια ένωση χριστιανικών κρατών. Από το 2012, ως Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας πλέον, προσπαθεί να πολώσει την πλειοψηφία του λαού και να παραμείνει στην εξουσία. Οι ακόλουθες τακτικές δημιούργησαν αρκετά προβλήματα μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης. Ένας πολιτικός παράγοντας που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική της γειτονικής μας χώρας ήταν ο Νταβούτογλου, ο οποίος υποστήριξε ότι η Τουρκία πρέπει να είναι πρότυπο κράτος για τα περιφερειακά της κράτη, προχωρώντας προς τον εκδημοκρατισμό και τις μεταρρυθμίσεις, χωρίς αυτές οι κινήσεις να συνδέονται με την πορεία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πιο πρόσφατη εξέλιξη στην τουρκική πολιτική σκηνή ήταν το πραξικόπημα στην τουρκική επικράτεια το 2016 με στόχο την ανατροπή του Ερντογάν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πιο προσεκτική στάση της Ευρώπης για ορισμένες διαπραγματεύσεις. Προχωρώντας στην τρέχουσα κατάσταση των σχέσεων μεταξύ αυτών των πόλων, τα σημάδια που εμποδίζουν τη βελτίωση των σχέσεων είναι η στάση της Τουρκίας έναντι του Κυπριακού, του Αιγαίου και της αναταραχής που συμβαίνει στο εσωτερικό, κυρίως λόγω του Κουρδικού ζητήματος. Πρόσφατες εξελίξεις είναι η σύλληψη από την Τουρκία πολιτών από διάφορα κράτη της Ευρώπης και της Αμερικής, όπως στρατιώτες από την Ελλάδα.

Αναμφίβολα, η Τουρκία είναι μια χώρα που, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του μεγέθους της, θεωρείται σημαντική για την Ευρώπη. Ωστόσο, ο πολιτιστικός και θρησκευτικός διαχωρισμός που υφίσταται δεν της επιτρέπει να εφαρμόσει ένα ενιαίο πρόγραμμα αποφασιστικών μεταρρυθμιστικών πολιτικών που θα ωφελήσει κυρίως την ίδια και, δεύτερον, τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ έχουν υπάρξει ευνοϊκές προσεγγίσεις προς αυτή την κατεύθυνση, όπως το σχέδιο μετανάστευσης του 2015, υπάρχουν εξελίξεις, όπως το προαναφερθέν πραξικόπημα το 2016, που καθυστερεί όλες τις προσπάθειες. Τέλος, λόγω αυτής της αντιστροφής στην τουρκική πολιτική και εμφάνιση του Πολιτικού Ισλάμ, η καθυστέρηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πιο διαδεδομένο σενάριο. Επίσης, ο αντιδημοκρατισμός που συναντάται στις ενέργειες της Κυβέρνησης του Ερντογάν δεν ευνοεί τις κανονικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ίσως αυτό το κεφάλαιο στην ιστορία της Τουρκίας (η διακυβέρνηση του AKP), να το αποκλείσει τελικά από τη δυνατότητα ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, κατ ‘επέκταση, στον δυτικό κόσμο, καθώς και εν έτει 2017 δεν είναι βέβαιο ότι όχι μόνο για την ταυτότητά του αλλά και για την κρατικότητά του.

Η γενικότερη αλαζονική συμπεριφορά του Ερντογάν, που σκοπό έχει να κερδίσει τις εντυπώσεις και να επανεκλεγεί, έχει προκαλέσει την αντιπάθεια ολόκληρου του πλανήτη και πόσο μάλλον της Ευρώπης, αφού η Ελλάδα που αποτελεί μέλος της, δέχεται συνεχώς την τουρκική προκλητικότητα.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Αιγαίο και οι συχνές αναζοπυρώσεις των ελληνοτουρκικών στην περιοχή κλυδωνίζει όχι μόνο τις ευρωτουρκικές σχέσεις αλλά και τον ευρωσκεπτικισμό στην Ελλάδα, αφού η αδράνεια της Ευρώπης για την Ελλάδα προκαλεί ερωτήματα για το εάν υπάρχει υποστήριξη και αλληλεγγύη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα όταν  το καλούν οι συνθήκες.

Συμπερασματικά, ένα δεδομένο θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Η Τουρκία τόσο λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, όσο και του γεγονότος ότι αποτελεί μία χώρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση ιδεολογικά και πολιτικά θα εξακολουθεί να απασχολεί όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά και το παγκόσμιο σύστημα συνολικά.


Απάντηση