Ευρασιατικη Οικονομικη Ενωση: Τα πολιτικα κινητρα και η στρατηγικη της Ρωσιας

της Χρυσάνθης Μπρούζου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Την κατάρρευση της ΕΣΣΔ ακολούθησε η αναδιαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, με νέα κράτη να κάνουν την εμφάνισή τους. Ένα από τα ισχυρότερα, η Ρωσία, προσπάθησε ήδη από τα μέσα του 1990 να στραφεί προς την Ασία, ακολουθώντας το δόγμα του ευρασιατισμού και σταδιακά να επανενώσει τα κράτη υπό έναν οικονομικό οργανισμό, περιορίζοντας ταυτόχρονα την εξάπλωση της κινεζικής επιρροής. Στο παρόν κείμενο, θα εξεταστούν το αποτέλεσμα της προσπάθειας επανένωσης των κρατών, η οποία πήρε την μορφή της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης, οι επιδιώξεις των κρατών, η στρατηγική της Ρωσίας σε αυτό το πλαίσιο και θα κριθεί η αποτελεσματικότητα του Οργανισμού μέχρι σήμερα.

Η δημιουργία της Ένωσης

Η Ευρασιατική Ένωση ναι μεν αποτελεί ένα διακρατικό εγχείρημα για οικονομική συνεργασία. Ωστόσο, στο πλαίσιό της αναπτύσσονται και τομείς που αφορούν γενικότερα την ολοκλήρωση των κρατών μελών. Για την καλύτερη κατανόηση  των επιδιώξεων και προσδοκιών των κρατών, αλλά και των λόγων δημιουργίας της, απαραίτητη κρίνεται μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επισήμως τον Δεκέμβρη του 1991 σήμανε το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας τόσο για τα πρώην ομόσπονδα μέλη της, όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο. Τα νεοσυσταθέντα κράτη, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν την καλύτερη δυνατή μετάβαση στην αυτονομία, συμφώνησαν στην δημιουργία ενός περιφερειακού Οργανισμού, την Κοινοπολιτεία Ασιατικών Κρατών (ΚΑΚ), με ιδρυτικά μέλη την Ρωσία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, τα οποία και υπέγραψαν τις Συμφωνίες της Μπελαβέζα. Την πορεία αυτή ακολούθησαν η Μολδαβία, η Αρμενία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, η Κιργιζία, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Τατζικιστάν (Μαργαρίτου 2020, σελ.26). Η ΚΑΚ αποτέλεσε την δίοδο μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος για αυτά τα κράτη, έναν χώρο στον οποίο θα συντόνιζαν τις πολιτικές τους και θα αλληλεπιδρούσαν σε μια προσπάθεια οικονομικής και στρατιωτικής ολοκλήρωσης, βασισμένη σε θεσμούς και όργανα, χωρίς, ωστόσο, να συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη εξίσου, ακολουθώντας ουσιαστικά ένα μοντέλο παρόμοιο με αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μαργαρίτου 2020, σελ.26-27).

Ορόσημο για τη μετέπειτα δημιουργία της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (ΕΑΟΕ) αποτέλεσε η πρόταση του ηγέτη του Καζακστάν Ναζαρμπάγιεφ, σε μία ομιλία του το 1994 στην Μόσχα, που αφορούσε τη δημιουργία μιας πλήρως λειτουργικής Ευρασιατικής Ένωσης στις βάσεις της ΚΑΚ, με στόχο την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων στον ευρασιατικό χώρο [1]. Τα κράτη αφουγκράστηκαν αυτή την πρωτοβουλία με ενθουσιασμό, με την Ρωσία να είναι η πρώτη που προώθησε τη σύναψη τελωνειακής ένωσης μεταξύ Καζακστάν και Λευκορωσίας, προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση μελλοντικά (Μαργαρίτου 2020, σελ.30).

Με άλλα λόγια, η Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα (ΕΑΟΚ) υπήρξε προκάτοχος της ΕΑΟΕ. Η τελευταία απαρτιζόταν από 5 κράτη μέλη της ΚΑΚ και είχε ως στόχο της τη μευαξύ τους συνεργασία, μέσω τελωνειακής ένωσης και εναρμόνισης των οικονομικών πολιτικών που θα προωθούσαν την (δια-)κίνηση προϊόντων και κεφαλαίων εντός της κοινότητας με απώτερο σκοπό την ευημερία των πολιτών (Mostafa και Mahmood 2018). Μέσα σε αυτήν και για τα επόμενα 14 χρόνια (μέχρι και το 2014), κατάφεραν να δημιουργηθούν διακυβερνητικά όργανα και θεσμοί, όπως το Διακρατικό Συμβούλιο, η Επιτροπή Ολοκλήρωσης, αλλά και ένα δικαιοδοτικό όργανο, το Δικαστήριο της Κοινότητας [2]. Η ΕΑΟΚ κατάφερε να υλοποιήσει αποτελεσματικότερα τους στόχους της ΚΑΚ, αν, μάλιστα, αναλογιστεί κανείς άλλες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας την περίοδο λειτουργίας της, όπως ο πόλεμος της Γεωργίας, το 2008.

Τα τελευταία βήματα προς την ΕΑΟΕ έγιναν το 2006 όταν η Ρωσία, το Καζακστάν και η Λευκορωσία όντως συμφώνησαν στην δημιουργία τελωνειακής ένωσης και στην υιοθέτηση κοινών κανόνων και δασμολογίου που θα αντικαθιστούσαν τους εσωτερικούς/εθνικούς νόμους (Mostafa και Mahmood 2018). Τις χρονιές 2011-2012, οι Πρόεδροι των παραπάνω χωρών υπέγραψαν τη Συνθήκη Ίδρυσης της Ευρασιατικής Οικονομικής Επιτροπής, του εκτελεστικού οργάνου της Ένωσης [3]. Μετά από πολυετή προετοιμασία, η ΕΑΟΚ παραχώρησε την θέση της στην ΕΑΟΕ, τον Μάιο του 2014, στην Αστάνα (σημερινό Νουρσουλτάν) [4], θέτοντας επισήμως τα θεμέλια για την ευρασιατική ολοκλήρωση. Στο μεταξύ, το Τατζικιστάν αποχώρησε από την Κοινότητα. 

Σχέσεις και επιδιώξεις των κρατών μελών

Μια από τις σημαντικότερες χώρες, τόσο στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας, όσο και εντός της Ένωσης, είναι η Ρωσία. Μάλιστα, ο ίδιος ο Πρόεδρος Πούτιν σε ομιλίες του αναφέρθηκε στο δυστυχές γεγονός της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης [5], αλλά και στην πρόθεσή του να επανενώσει τα πρώην σοβιετικά κράτη της περιοχής υπό έναν Οργανισμό. Όταν, λοιπόν, το 2011, σε μια προσπάθεια επανεκλογής του ανακοίνωσε το όραμά του για μια Ευρασιατική Ένωση, η Λευκορωσία και το Καζακστάν έσπευσαν να υποστηρίξουν αυτή του την πρόταση, συμβάλλοντας έτσι στην δημιουργία της, έχοντας, βέβαια, ήδη προηγηθεί τα βήματα προσέγγισης που αναφέρθηκαν παραπάνω (Busygina 2019)

Το Καζακστάν, η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Ένωσης μετά την Ρωσία, υιοθέτησε με ιδιαίτερη θέρμη το έργο αυτό. Οι στενές σχέσεις με την Ρωσία και την Λευκορωσία είχαν ήδη ξεκινήσει από το 2006 μέσω της τελωνειακής ένωσης που είχε διαμορφωθεί. Ομοίως μέσω της Ένωσης, στόχευε σε μια συνεργασία μεταξύ των κρατών βασισμένη στο σεβασμό, στην ισότητα και στην οικονομική αλληλεγγύη, χωρίς, ωστόσο, να υπονομεύεται το εθνικό συμφέρον (Mostafa και Mahmood 2018). Ο Ναζαρμπάγιεφ, ο οποίος είχε οραματιστεί μια τέτοια Ένωση το 1994, ως μια οικονομική συνεργασία με ελεύθερη (δια-)κίνηση αγαθών, δήλωσε πως δεν θα δίσταζε να αποχωρήσει σε περίπτωση που απειλούνταν η ανεξαρτησία του κράτους του (Busygina 2019).

Το Καζακστάν, άλλωστε, αποτελεί μία σημαντική οικονομία. Παράγει ουράνιο και πετρέλαιο, τα οποία διοχετεύονται στις αγορές μέσω της Μαύρης Θάλασσας και του Περσικού Κόλπου. Ένας οικονομικός οργανισμός θα συνέβαλλε στην καλύτερη διαχείριση των συνεργασιών με τρίτα κράτη. Οι σχέσεις του με την Μόσχα είναι ιδιαίτερα στενές, εξαιτίας τόσο της γειτνίασης των χωρών, όσο και της ρωσικής μειονότητας που κατοικεί στο Καζακστάν και διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές. Εξίσου ισχυροί είναι και οι στρατιωτικοί τους δεσμοί, καθώς το στρατιωτικό προσωπικό της χώρας έχει εκπαιδευτεί στην Ρωσία (Zabortseva 2012, σελ.170-171)

Η Λευκορωσία, θέτοντας και αυτή την απαίτηση της ύπαρξης ισότητας και κοινού συμφέροντος στη βάση της συνεργασίας, διαβουλεύτηκε θετικά με την Ρωσία και το Καζακστάν, προκειμένου να δημιουργηθεί η Ένωση. Μέσα από αυτήν, η Λευκορωσία στόχευε σε μια κοινή αγορά πετρελαίου και κυρίως σε μια σταθερή προμήθεια για την ίδια, αλλά και σε ενδεχόμενους δανεισμούς με ευνοϊκότερους όρους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο θα χρηματοδοτούνταν από την Ρωσία. Επιπλέον, Λευκορωσία και Ρωσία έχουν στενές εμπορικές σχέσεις, με το 50% των προϊόντων να εξάγονται στην τελευταία· επομένως, ένας ακόμη στόχος της ήταν μια πιο συμφέρουσα τελωνειακή πολιτική (Astapenia 2015). 

Τις τρεις χώρες συνδέει και η δυσφορία που τους προκάλεσε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (Μαργαρίτου 2020, σελ.50). Αυτό το γεγονός ίσως εξηγεί και την προθυμία τους να προσεγγίσουν την ιστορική τους ταυτότητα, μέσα από μια νέα δομή με νέους κανόνες, με την Ρωσία, βέβαια, να συνεχίζει να διατηρεί ηγετικό ρόλο. Προκειμένου, όμως, να αποφευχθεί η πολιτικοποίηση του οργανισμού και η αλλαγή πορείας του, το Καζακστάν και η Λευκορωσία φρόντισαν να απαγορεύσουν την δημιουργία οποιουδήποτε πολιτικού οργάνου,  έστω και συμβολικού, όπως μια Διακοινοβουλευτική Συνέλευση, η οποία υποστηρίχθηκε από την πλευρά της Ρωσίας (Libman 2017). 

Η είσοδος της Αρμενίας ακολούθησε ύστερα από προσπάθεια επέκτασης του Οργανισμού. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Καζακστάν, το οποίο θεώρησε βεβιασμένη την είσοδό της (Mostafa και Mahmood 2018), η Αρμενία αποφάσισε να απορρίψει τις ενταξιακές συνομιλίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να ενταχθεί στην Ευρασιατική. Η πράξη αυτή στηρίχτηκε ιδιαίτερα από τους επιχειρηματίες της χώρας, καθώς οι συναλλαγές με πρώην σοβιετικά κράτη έμοιαζαν περισσότερο οικείες (Giragosian 2015). Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η Αρμενία θα κέρδιζε την εύνοια και υποστήριξη της Ρωσίας σε στρατιωτικά και πολιτικά ζητήματα εναντίον του Αζερμπαϊτζάν, ενώ κι αυτή θα απολάμβανε την παροχή φυσικού αερίου και πετρελαίου σε καλύτερες τιμές.

Την Αρμενία συνόδευσε η Κιργιζία. Αποτελεί ίσως την πιο αδύναμη οικονομία της Ένωσης και εξαρτάται άμεσα από τις υπόλοιπες χώρες, καθώς τουλάχιστον 1 εκατομμύριο πολίτες της εργάζονται στην Ρωσία και το Καζακστάν. Η συμμετοχή της στην Ένωση την έκανε να ελπίζει πως η Ρωσία και τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη θα αποτελούσαν νέες αγορές στις οποίες θα επικρατούσε ένα καθεστώς απαλλαγμένο από φορολογικές επιβαρύνσεις και περιορισμούς στο εργατικό της δυναμικό (Satke 2015). Παράλληλα, θα μπορούσε με τη σειρά της να ενταχθεί στην κοινή αγορά ενέργειας, η οποία της ήταν απαραίτητη, μιας και η αποπληρωμή των χρεών της στους Ουζμπέκους παρόχους φάνταζε αδύνατη. Η Ρωσία θα αναλάμβανε τον τομέα του φυσικού αερίου της χώρας, μέσω επενδύσεων στις αντίστοιχες εταιρείες, που θα έφταναν τα 600 εκατομμύρια δολάρια. Τέλος, με την είσοδό της θα εξασφάλιζε επενδυτικά κεφάλαια ύψους 1,2 δισεκατομμυρίων από την Ρωσία και 170 εκατομμύρια από το Καζακστάν, προκειμένου να ενισχυθεί ο βιομηχανικός τομέας  (Peyrouse 2015).

Ωστόσο, η ένταξη των χωρών σε μια τέτοια Ένωση δεν φέρει μόνο προνόμια και θετικά αποτελέσματα. Πολλές θυσίες πρέπει να γίνουν από τις πλευρές των κρατών, όπως στις περιπτώσεις της Αρμενίας και της Κιργιζίας, για να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή ένταξη. Ο ηγετικός ρόλος της Ρωσίας κινδυνεύει να συμπαρασύρει όλα τα κράτη που εξαρτώνται οικονομικά από αυτήν σε περίπτωση κρίσης, ενώ η διατιθέμενη πολιτική ισχύς της μπορεί να χρησιμοποιηθεί εις βάρος τους, ειδικά στην περίπτωση της αδύναμης πολιτικά Κιργιζίας. Τα παραπάνω, άλλωστε, αποτελούν διαχρονικές ανησυχίες των κρατών-μελών της ΕΑΟΕ.

Η εργαλειοποίηση της Ένωσης από την πλευρά της Ρωσίας

Το δόγμα του ευρασιατισμού δεν είναι μια τάση που υιοθετήθηκε πρόσφατα από την Ρωσία. Υπήρξε επιδίωξή της, ήδη από το 1920, και συμβάδισε με την προσπάθειά της να ανακόψει τον κινεζικό πολιτικο-οικονομικό επεκτατισμό. Οι  πρώην σοβιετικές δημοκρατίες συνέχισαν ακόμα και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης να αποτελούν πεδίο προώθησης των ρωσικών συμφερόντων για την δημιουργία μιας σφαίρας επιρροής (Τσακίρης 2010, σελ.180). Η Μόσχα αναγνώρισε τις προοπτικές και τις δυσκολίες των νέων κρατών, αλλά και τα οφέλη της ίδιας σε περίπτωση εμπλοκής της, γι’ αυτό, μάλιστα, η ευρασιατική ολοκλήρωση αποτελούσε από το 1996 προτεραιότητα της εξωτερικής της πολιτικής (Μαργαρίτου 2020, σελ.25).

Η δημιουργία της Ένωσης γέννησε αμφιβολίες τόσο στα ίδια τα κράτη-μέλη, όσο και στην διεθνή κοινότητα, αναφορικά με το ποιος εν τέλει επωφελείται από αυτή την οικονομική συνεργασία και κατά πόσο αυτή είναι αποκλειστικά οικονομική. Ένα από τα βασικά ζητήματα αποτελεί το γεγονός πως η Ρωσία δεν μπορεί να αναπαριστά έναν έμπιστο εταίρο που να εξασφαλίζει την ισότητα μεταξύ των κρατών, από την στιγμή που προσβλέπει -εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες των κρατών- στη δημιουργίας μιας σφαίρας επιρροής. Όπως φάνηκε και προηγουμένως, η Ρωσία ασκεί άμεση και έμμεση επίδραση στα κράτη, την οποία τα ίδια προσπαθούν να  ανακόψουν τόσο στο εσωτερικό τους, με τους περιορισμούς που θέτουν στο πλαίσιο της Ένωσης, όσο και με την σύναψη σχέσεων με την Κίνα και τις ΗΠΑ (Busygina 2019).

Η Ρωσία μέσω του Οργανισμού μπορεί και  καθοδηγεί τις οικονομίες των κρατών μελών, βελτιώνοντας έτσι την γεωπολιτική της θέση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διαχείριση του πετρελαίου και ο έλεγχός του στα γειτονικά κράτη. Παράλληλα, με την επιβολή προϋποθέσεων εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, αναπόφευκτα αποδυναμώνει την δραστηριοποίηση της Κίνας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ στον χώρο αυτό, ενώ παράλληλα εξωθεί τους εταίρους της σε μία σχέση οικονομικής εξάρτησης, η οποία επεκτείνεται και στο πολιτικό τους σύστημα (Libman 2017). Ωστόσο, οι απόψεις σε αυτό το κομμάτι διίστανται, καθώς αρκετοί (Libman 2017) θεωρούν πως το κόστος της Ρωσίας, προκειμένου να χρηματοδοτεί τις πιο αδύναμες οικονομίες, όταν, μάλιστα, και η ίδια δεν βρίσκεται σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση, είναι μεγαλύτερο από το πολιτικό κέρδος. 

Ενδεχομένως η Ρωσία να στοχεύει και σε μια πολιτική και στρατιωτική ολοκλήρωση, πράξη που τα υπόλοιπα κράτη προσπαθούν να αποφύγουν. Αυτό θα εξηγούσε την ύπαρξη ρωσικών στρατιωτικών βάσεων στις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης (Μαργαρίτου 2020, 244-245). Εξάλλου, η Μόσχα καθίσταται οιονεί περιφερειακός πάροχος ασφάλειας στην Ασία, αν αναλογιστεί κανείς τις στρατηγικές της δαπάνες, το σύνολο των πυρηνικών όπλων που διαθέτει, αλλά και το δικαίωμα βέτο στον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (ΟΣΣΑ). Το γεγονός ότι η Ρωσία διαθέτει την πρωτοκαθεδρία τόσο στην ΕΑΟΕ, όσο και στον ΟΣΣΑ, ενώ παράλληλα καθοδηγεί τις πολιτικές ηγεσίες των υπολοίπων κρατών μελών, την καθιστά δυνητικό κίνδυνο για την εθνική τους κυριαρχία.

Η συμμετοχή της Κίνας

Η Κίνα μπορεί να μην αποτελεί μέλος της Ένωσης, είναι, όμως, ένας ισχυρός παράγοντας στην περιοχή που θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψιν. Για τον λόγο αυτό, ο Πρόεδρος Πούτιν φρόντισε να συνάψει Συμφωνία το 2015 μεταξύ της ΕΑΟΕ και του “Νέου δρόμου του μεταξιού”, του εμπορικού εγχειρήματος της Κίνας, για να εξασφαλίσει το συγχρονισμό και τη συνεργασία των χωρών, καθώς “ο δρόμος” διασχίζει πολλές από τις χώρες της Ένωσης. Κίνα και ΕΑΟΕ θα δεσμευόντουσαν για τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών και των τελωνειακών διαδικασιών (Shakhanova και Garlick 2020). Στην πορεία, η συνεργασία τους έλαβε διάφορες μορφές σε μια προσπάθεια συμπερίληψης και γειτονικών δρώντων, όπως η Ινδία, αλλά και η ΕΕ, με αρκετούς να ισχυρίζονται πως οι αποφάσεις λαμβάνονταν μονομερώς από την Ρωσία και όχι ύστερα από διαπραγματεύσεις των κρατών-μελών (Shakhanova και Garlick 2020).

Αυτή η σύμπραξη μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στα κράτη της ΕΑΟΕ, διότι η Κίνα χαράσσει την πολιτική της με βάση τις δικές της επιδιώξεις με τις οποίες, εκ προοιμίου, θα χρειαστεί να συμβαδίσουν και τα υπόλοιπα κράτη. Άρα, τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η Ρωσία δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα την Ένωση συλλογικά, αλλά εκείνη μονομερώς (Van Der Togt 2020). Τα ίδια τα κράτη προτιμούν να συνεργάζονται σε εθνικό επίπεδο (διμερώς) με την Κίνα και όχι μέσω της Ένωσης, κάτι που παρατηρείται στην περίπτωση του Καζακστάν και της Κιργιζίας (Satke 2015).

Αξιολόγηση της Ένωσης

Στα 5 χρόνια λειτουργίας της, η ΕΑΟΕ μπορεί να μην έχει καταφέρει να εντάξει νέα μέλη, αλλά έχει συνάψει συνεργασίες με τρίτα κράτη, όπως η Μογγολία (2017) [6]. Αυτή η αδυναμία της να διευρυνθεί, σε συνδυασμό με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της Ρωσίας, δεν την καθιστούν ελκυστική επιλογή για τα υπόλοιπα κράτη, τα οποία προτιμούν μια εν δυνάμει “ελευθερία κινήσεων” (Van Der Togt 2020). Παρότι η τελωνειακή ένωση έχει βοηθήσει σημαντικά τα κράτη, και κυρίως την Ρωσία, το Καζακστάν και την Λευκορωσία, παρέχοντας προνόμια σε εργάτες και επιχειρήσεις, δεν έχει σημειωθεί γενικότερα κάποια ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη (Mostafa και Mahmood 2018). Συγκεκριμένα, η Λευκορωσία, λόγω της προμήθειας πετρελαίου από την Ρωσία σε μειωμένη τιμή, κατάφερε να ξεπεράσει την οικονομική κρίση του 2011. Όμως, εξαιτίας της Συμφωνίας για κοινή οικονομία, έχασε την δυνατότητα εσωτερικής μεταρρύθμισης, εξαρτώμενη πλέον πλήρως από την Ρωσία (Mostafa και Mahmood 2018).

Παράλληλα, η εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο της Ουκρανίας και οι κυρώσεις εις βάρος της, την οδήγησαν σε οικονομική κρίση η οποία, όπως ήταν επόμενο, συμπαρέσυρε και τα υπόλοιπα κράτη σε ύφεση. Προκειμένου να στηρίξουν τις οικονομίες τους και εφόσον η επιβολή δασμών δεν ήταν δυνατή, τα κράτη προτίμησαν να αυστηροποιήσουν τους υγειονομικούς ελέγχους στα διακινούμενα εμπορεύματα, αναιρώντας έτσι το Καταστατικό της Ένωσης. Επιπλέον, η κοινή αγορά πετρελαίου και αερίου που αναμένεται μέχρι το 2025, δεν μοιάζει  ελπιδοφόρα, ενώ παράλληλα το εμπόριο με τρίτα κράτη σημείωσε καθοδικές τάσεις (Troitskiy 2020).

Επίλογος

Το όνειρο της Ρωσίας και των πρώην σοβιετικών κρατών για την αναγέννηση του παλαιού καθεστώτος μέσα από το ευρασιατικό εγχείρημα ακολούθησε μια μακρόχρονη πορεία, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε αντικειμενικό σκοπό της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, παρόλο που ένθερμα υιοθετήθηκε και από τα υπόλοιπα κράτη. Κάθε κράτος μέλος επιχείρησε μέσω της Ένωσης να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα μέσω της συνεργασίας, κάτι που τελικά αποδείχθηκε ασύμβατο. Η Ρωσία προσπάθησε πολύ να επιβληθεί στα συμβαλλόμενα κράτη-μέλη της Ένωσης σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πολιτικού και οικονομικού οικοδομήματος πλήρως εξαρτώμενου από την ίδια, πράγμα που κατέστησε την Ένωση δυσλειτουργική. Παρά τα θετικά βήματα οικονομικής σύγκλισης, η βιωσιμότητά της πιθανότατα να εξαρτηθεί από την ύπαρξη στόχων με κοινά οφέλη για όλους και την συνεργασία επί ίσοις όροις, χωρίς την παρουσία οικονομικής εξάρτησης σε μεγάλο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να παρασύρει όλες τις οικονομίες μέσω αλυσιδωτής αντίδρασης σε μια ενδεχόμενη περίοδο ύφεσης. Υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης, αν τα κράτη επιθυμούν να πλησιάσουν το μοντέλο της ΕΕ.

Υποσημειώσεις

[1]  Eurasian Economic Commission, The Eurasian Economic Union-Facts and Figures, Library of Eurasian Integration, σελ.4. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 26 Ιανουαρίου 2021.

[2] EurAsEc, Eurasian Economic Community-Structure. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 26 Ιανουαρίου 2021.

[3] Eurasian Economic Commission, 2013, Eurasian Economic Integration: Facts and Figures, σελ.4. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 30 Ιανουαρίου 2021.

[4] Eurasian Economic Commission, The Eurasian Economic Union-Facts and Figures, Library of Eurasian Integration, σελ.5. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 30 Ιανουαρίου 2021.

[5] Annual Address to the Federal Assembly of the Russian Federation, 25 Απριλίου 2015, Κρεμλίνο, Μόσχα. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 4 Φεβρουαρίου 2020.

[6] Biliterals.org, “Mongolia eyes free trade agreement with Eurasian Economic Union”. Διαθέσιμο εδώ, ημερομηνία πρόσβασης 8 Φεβρουαρίου 2021.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Τσακίρης, Θ. (2010) Η Ρωσία σήμερα. Πολιτική, Οικονομία και Εξωτερικές Σχέσεις. Επ. Μάνος Καραγιάννης, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση.

Εργασίες

Μαργαρίτου, Κ. (2020) Υψηλή στρατηγική στον Ευρασιατικό χώρο: η Ευρασιατική ΄Ενωση της Ρωσίας, η Κίνα, η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ σε αλληλεπίδραση. Προς μία νέα παγκόσμια τάξη;: μία περιπτωσιολογική μελέτη για τη νέα θεώρηση της υψηλής στρατηγικής ως αυθύπαρκτου διαμορφωτικού μέσου του διεθνούς συστήματος, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών (Διδακτορική Διατριβή). Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 21:00)

Άρθρα

Astapenia, R. (2015) “Belarus and the Eurasian Economic Union: The view from Minsk”, ecfr.eu, 7 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 7/2/2021 15:00)

Busygina, I. (2019) “Russia in the Eurasian Economic Union: Lack of Trust in Russia Limits the Possible”, PONARS EURASIA, Φεβρουάριος. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 19:00)

Giragosian, R (2015) “Armenia and the Eurasian Economic Union: The view from Yerevan”, ecfr.eu, 8 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 7/2/2021 15:30)

Libman, A (2017) “Russian Power Politics and the Eurasian Economic Union: The Real and the Imagined”, Rising Powers Quartertly, 2(1), pp. 81-103. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 7/2/2021 17:00)

Mahmood, M. και Mostafa, G. (2018) “Eurasian Economic Union: Evolution, challenges and possible future directions”, Journal of Eurasian Studies, 9 (2), pp 163-172. Διαθέσιμο εδώ  (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 20:00)

Peyrouse, S. (2015) “Kyrgyzstan’s Membership in the Eurasian Economic Union: A Marriage of Convenience?”, russian analytical digest, 165, pp10-13. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 5/2/2021 17:00)

Satke, R. (2015) “Kyrgyzstan and the Eurasian Economic Union: The view from Bishkek”, ecfr.eu, 9 Μάιου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 7/2/2021 17:00)

Shakhanova, G. και Garlick, J. (2020) ‘The Belt and Road Initiative and the Eurasian Economic Union: Exploring the “Greater Eurasian Partnership”’, Journal of Current Chinese Affairs, 49(1), pp. 33–57. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 21:00)

Troitskiy, E. (2020) “The Eurasian Economic Union at Five: Great Expectations and Hard Times”, Wilson Center, 14 Ιανουαρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 9/2/2021 12:00)

Van der Togt, T. (2020) “The EU and the Eurasian Economic Union: Dealing with a Common Chinese Challenge”, Institut fur Sicherheits Politik, 30 Απριλίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 19:30)

Zabortseva, Y. (2011) “From the “forgotten region” to the “great game” region: On the development of geopolitics in Central Asia”, Asia-Pacific Research Center, Hanyang University, 19 Δεκεμβρίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 6/2/2021 16:00)

Biliterals.org, “Mongolia eyes free trade agreement with Eurasian Economic Union”, 9 Ιουνίου. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 8/2/2021 20:30)

Eurasian Economic Commission, The Eurasian Economic Union-Facts and Figures, Library of Eurasian Integration, σελ.4. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 26/1/2021 12:00) 

EurAsEc, Eurasian Economic Community-Structure. Διαθέσιμο εδώ  (τελευταία πρόσβαση 26/1/2021 13:00) 

Eurasian Economic Commission, 2013, Eurasian Economic Integration: Facts and Figures, σελ.4. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 30/1/2021 14:00) 

Eurasian Economic Commission, The Eurasian Economic Union-Facts and Figures, Library of Eurasian Integration, σελ.5. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 30/1/2021 17:00)

Annual Address to the Federal Assembly of the Russian Federation, 25 Απριλίου 2015, Κρεμλίνο, Μόσχα. Διαθέσιμο εδώ (τελευταία πρόσβαση 4/2/2020 18:00)


Απάντηση