Συνηγορια και διεκδικηση των δικαιωματων δικαιουχων διεθνους προστασιας στη Λεσβο

της Σοφίας Μωρίκη, μέλους της Ομάδας Συνεντεύξεων

Το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (εφεξής ΕΣΠ), ευρισκόμενο στο πεδίο της υποστήριξης προσφύγων και αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα ήδη από το 1989, πραγματοποιεί -μεταξύ άλλων- το Πρόγραμμα «Συνηγορία και διεκδίκηση των δικαιωμάτων δικαιούχων διεθνούς προστασίας στη Λέσβο», το ελληνικό σημείο εισόδου που έχει δεχθεί τους περισσότερους πρόσφυγες: 122.000 από τις αρχές του 2015, ενώ οι προσφυγικές ροές αυξάνονται καθημερινά. Το Πρόγραμμα αυτό έχει ως κύριο σκοπό να αναδείξει τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας και αιτούντες άσυλο που εισέρχονται στη Λέσβο σε ό,τι αφορά τις συνθήκες υποδοχής τους, τις διοικητικές διαδικασίες είτε συνολικά θεσμικά και συστημικά ζητήματα που μπορεί να υπάρχουν αναφορικά με τις διαδικασίες του ασύλου.  Η κα Έφη Θάνου, δικηγόρος στο Γραφείο του ΕΣΠ στη Λέσβο, μας πληροφορεί λεπτομερώς από την πρώτη γραμμή όλης αυτής της προσπάθειας τόσο για την πρωτοφανή αυτή συνθήκη, όσο και για το θεσμικό πλαίσιο που περιβάλλει την παροχή ασύλου σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας.

Πώς έχει διαμορφωθεί αυτή τη στιγμή η κατάσταση στη Λέσβο και ποιες δυσκολίες έχετε αντιμετωπίσει; Κατά πόσο έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού; Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης το τελευταίο διάστημα, με την έντονη προβολή των εικόνων από τον καταυλισμό της Μόριας, έχει επηρεάσει την υφιστάμενη κατάσταση; 

Για εμάς σίγουρα είναι ορόσημα χρονικά και η πανδημία και η φωτιά στον καταυλισμό της Μόριας. Αλλά οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι εδώ είναι διαχρονικές και έχουν να κάνουν με τις συνθήκες υποδοχής, τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάζονται να διαμένουν, και στον καταυλισμό της Μόριας προηγουμένως, και στο νέο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης που διαμένουν αυτή τη στιγμή. Σίγουρα η πανδημία έχει δυσκολέψει πολύ και τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά και τη δική μας δουλειά. Δηλαδή, από το Μάρτιο του 2020 ουσιαστικά, μπήκαν σε αναστολή πάρα πολλές διαδικασίες, συνεντεύξεις, καταγραφές των εισερχόμενων, όλες οι διαδικασίες ασύλου λόγω των έκτακτων συνθηκών, που αυτό για πολλούς ανθρώπους σήμαινε ότι παρέμειναν για ένα πολύ μεγαλύτερο διάστημα εγκλωβισμένοι στη Μόρια.

Στη συνέχεια, και χωρίς να έχει επανέλθει πλήρως σε λειτουργικότητα το σύστημα του ασύλου, ήρθε το γεγονός της φωτιάς στον καταυλισμό της Μόριας, το οποίο κατέστρεψε και το χώρο όπου διέμεναν οι άνθρωποι αλλά και τις εγκαταστάσεις της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, γεγονός που προκάλεσε πάγωμα των διαδικασιών που αφορούσαν το νησί της Λέσβου. Αντιμετωπίσαμε μια πολύ δύσκολη περίοδο, κατά την οποία ουσιαστικά δε ρυθμίστηκε νομοθετικά αυτή η έκτακτη συνθήκη, και εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε, καθώς σε πολλά πράγματα δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργία του Γραφείου Ασύλου της Λέσβου. Για εμένα προσωπικά, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν το πώς χρειάστηκε να ανταποκριθούμε στη συνθήκη μετά τη φωτιά στη Μόρια και για να συνδράμουμε τους ανθρώπους που μετακινούνταν στον νέο καταυλισμό, επειδή το ΕΣΠ, πέρα από δράσεις συνηγορίας, υλοποιεί και προγράμματα νομικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, οπότε ήμασταν με κάθε τρόπο στο πεδίο και εξακολουθούμε να είμαστε.

Σίγουρα υπήρξε μια κινητοποίηση και μία ευαισθητοποίηση των ανθρώπων μετά τη φωτιά και τις εικόνες που είδαμε. Υπήρχε και από πριν ένα ενδιαφέρον για τη Λέσβο λόγω των συνθηκών στη Μόρια. Σίγουρα έχουμε δει όλο αυτόν τον καιρό ανθρώπους που θέλουν να συνδράμουν οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο πεδίο οικονομικά, να εργαστούν εθελοντικά στο νησί είτε ακόμα και φορείς που ενδιαφέρονται να χρηματοδοτήσουν προγράμματα τα οποία θα αφορούν το νησί της Λέσβου, οπότε αυτό είναι σίγουρα μία πολύτιμη βοήθεια για εμάς. Και όση και να υπάρχει, είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Πώς μπορείτε να χαρακτηρίσετε τη συνεργασία σας με την Πολιτεία, αλλά και το νεοσύστατο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου; 

Αναφορικά με την ελληνική Πολιτεία, το μεγάλο ζήτημα που αντιμετωπίσαμε εκείνη την περίοδο, και πολλές φορές εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε, είναι ότι παρόλο που στη Λέσβο υπήρξε μία τόσο έκτακτη συνθήκη, δηλαδή ουσιαστικά δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις να λειτουργήσει η Υπηρεσία Ασύλου, δε ρυθμίστηκε ποτέ νομοθετικά και είχαμε και πολύ μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία με τις Αρχές και στην ανταπόκριση σε αιτήματα που είχαν να κάνουν με την πληροφόρηση και την αποσαφήνιση διαδικασιών. Δηλαδή, το διάστημα εκείνο το ΕΣΠ συντόνιζε την Ομάδα Νομικής Εργασίας που λειτουργεί μεταξύ των φορέων παροχής νομικής βοήθειας στο νησί, η οποία είναι υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας (ενν. του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες), και χρειάστηκε συντονισμένα οι νομικές οργανώσεις πάρα πολλές φορές να απευθύνουμε αιτήματα και ερωτήματα και προς την Υπηρεσία Ασύλου και προς την Υπηρεσία Υποδοχής και προς το Υπουργείο Μετανάστευσης. Δυστυχώς δεν παίρναμε πάντα ούτε επαρκείς απαντήσεις, ούτε στους χρόνους που χρειαζόταν. Χρειάστηκαν διάφορες παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη μετά από αναφορές που υποβάλαμε για όλα αυτά τα ζητήματα, που ήταν ιδιαίτερα κρίσιμα. Πέρα από τις συνθήκες υποδοχής, δεν υπήρχε πληροφόρηση για το πότε θα διεξαχθούν προγραμματισμένες συνεντεύξεις που ακυρώθηκαν, για το τι θα συμβεί με τις προθεσμίες για τις προσφυγές των ανθρώπων που είχαν απορριφθεί σε α’ βαθμό, ουσιαστικά για διαδικασίες που είχαν προθεσμίες νομικά και έπρεπε με κάποιον τρόπο να ρυθμιστούν. 

Από νομικής απόψεως, τι σημαίνει ο όρος «δικαιούχος διεθνούς προστασίας»; 

Περιλαμβάνει δύο μεγάλες κατηγορίες, τους πρόσφυγες και τους δικαιούχους επικουρικής προστασίας. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα πολύ βασικό νομοθέτημα, τη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων του 1951. Εκεί δίνεται ο ορισμός του πρόσφυγα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η ιδιότητα του πρόσφυγα δεν είναι μία ιδιότητα που δίνει η ελληνική Πολιτεία ή οποιαδήποτε άλλη Πολιτεία, με τις διοικητικές πράξεις. Είναι μία ιδιότητα την οποία το Δίκαιο θεωρεί ότι ενυπάρχει στον άνθρωπο που εισέρχεται και φέρει τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στη Σύμβαση της Γενεύης. Η οποιαδήποτε Πολιτεία που εξετάζει ένα τέτοιο αίτημα καλείται απλά να αναγνωρίσει αυτά τα χαρακτηριστικά. Δηλαδή δεν είναι στην ευχέρειά μας να πούμε αν θα παράσχουμε προστασία σε έναν άνθρωπο που φέρει τα χαρακτηριστικά αυτά. Αυτό που προβλέπεται για τους πρόσφυγες, την πρώτη κατηγορία, είναι ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αναγνωριστεί πρόσφυγας, εφόσον στη χώρα καταγωγής του κινδυνεύει από σοβαρή δίωξη, οποιαδήποτε δηλαδή σοβαρή απειλή κατά της ζωής του, κατά της σωματικής του ακεραιότητας, κατά της ελευθερίας του είτε και σοβαρή αποστέρηση δικαιωμάτων του. Αναγνωρίζεται πρόσφυγας, εφόσον συντρέχουν πέντε λόγοι που αναφέρει περιοριστικά η Σύμβαση της Γενεύης: δηλαδή εφόσον διώκεται για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, λόγω της φυλής του, της θρησκείας του, της εθνοτικής του καταγωγής ή επειδή ανήκει σε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στην χώρα καταγωγής του. Με τον όρο «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» εννοούμε μία ομάδα ανθρώπων που φέρουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά και, εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, αντιμετωπίζουν συνθήκες δίωξης είτε από το κράτος είτε από την κοινωνία. Πολύ χαρακτηριστικά, οι μόνες γυναίκες σε πολλές χώρες μπορεί να είναι μία τέτοια ομάδα, οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα άτομα της LGBTQI+ κοινότητας είναι τέτοιες περιπτώσεις σε πάρα πολλές χώρες.

Από εκεί και πέρα, στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει ακόμα μία κατηγορία διεθνούς προστασίας την οποία ονομάζουμε επικουρική και η οποία εξίσου αφορά ανθρώπους που κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή δίωξη σε περίπτωση επιστροφής τους, όχι όμως για λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση. Επομένως, αν κινδυνεύει η ζωή κάποιου, η σωματική του ακεραιότητα και όλα όσα προαναφέραμε, αλλά όχι λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, της φυλής, της θρησκείας κ.λπ., μπορεί υπό προϋποθέσεις να αναγνωριστεί δικαιούχος επικουρικής προστασίας. Αυτή είναι η μεγάλη κατηγορία που περιλαμβάνει ανθρώπους που φεύγουν από τις χώρες τους εξαιτίας του πολέμου. Ο πρόσφυγας δεν είναι, λοιπόν, κυρίως αυτός που φεύγει από τη χώρα του εξαιτίας του πολέμου. Μπορεί κάποιος να θεωρείται πρόσφυγας προερχόμενος από απόλυτα ειρηνικές χώρες, στις οποίες, για τους λόγους που αναφέραμε κινδυνεύει με δίωξη. Η Τουρκία, για παράδειγμα, είναι μία χώρα που δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ωστόσο, έχουμε πολλούς πρόσφυγες προερχόμενους από εκεί. Οι άνθρωποι που φεύγουν από τις χώρες τους αποκλειστικά λόγω του πολέμου, χωρίς να συντρέχουν κάποιοι από τους λόγους που προαναφέραμε, τυπικά με βάση το νόμο δεν αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες, αλλά ως δικαιούχοι επικουρικής προστασίας, την οποία απολαμβάνουν για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση ένοπλης σύρραξης στη χώρα τους. Όλες οι διαδικασίες αναγνώρισης του προσφυγικού καθεστώτος για την απόδοση επικουρικής προστασίας -που δεν προβλέπονται δηλαδή από τη Σύμβαση της Γενεύης- και γενικά όλα όσα αφορούν την επικουρική προστασία, περιέχονται σε ενωσιακές Οδηγίες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο Ελληνικό Δίκαιο. Το βασικό νομοθέτημα είναι ο Ν. 4636/2019, ο οποίος έχει τροποποιηθεί έκτοτε, αλλά και κάποιες άλλες κανονιστικές πράξεις που βγαίνουν με βάση αυτόν (π.χ. Υπουργικές Αποφάσεις, που ρυθμίζουν τη λειτουργία των υπηρεσιών και κάποια επιμέρους ζητήματα).

Σύμφωνα με μία έρευνα που πραγματοποιήσατε το Δεκέμβριο του 2019 σε συνεργασία με την Oxfam Novib, συνεργάτη σας στο τρέχον αυτό πρόγραμμα, προέκυψε ότι στα ελληνικά νησιά 2 στους 100 δικαιούχους διεθνούς προστασίας έχουν πρόσβαση σε νομική βοήθεια με την παροχή κρατικού δικηγόρου. Έχει βελτιωθεί το ποσοστό αυτό; 

Καταρχάς να αποσαφηνίσουμε ότι η παροχή κρατικής νομικής προστασίας αφορά το δεύτερο βαθμό εξέτασης. Ειδικότερα, στη διαδικασία ασύλου, κάποιος καταγράφεται από την Υπηρεσία Ασύλου, και κατά την οποία, σύμφωνα με το νομοθετικό μας πλαίσιο, πρέπει να αναφέρει με κάπως εξαντλητικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους ζητά διεθνή προστασία στην Ελλάδα, γιατί δηλαδή διώκεται στη χώρα του. Κατόπιν, ακολουθεί μια συνέντευξη αρκετά απαιτητική, διότι στο 99% των περιπτώσεων οι άνθρωποι που φτάνουν εδώ δεν έχουν κανένα αποδεικτικό μέσο για τους ισχυρισμούς τους. Η συνέντευξη, λοιπόν, βασίζεται αποκλειστικά στη δυνατότητά τους να αφηγηθούν με λεπτομέρεια τα γεγονότα που τους έχουν συμβεί και να αντιληφθούν ποιοι είναι οι λόγοι που δικαιολογούν την παροχή διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο οι άνθρωποι να είναι πρόσφυγες χωρίς να το γνωρίζουν, γιατί για αυτούς ορισμένες καταστάσεις είναι δεδομένες. Αυτή η διαδικασία είναι ο πρώτος βαθμός της διαδικασίας εξέτασης, οπότε πραγματοποιείται η συνέντευξη. Εάν ο άνθρωπος λάβει μία απορριπτική απόφαση, παρέχεται μόνο η δυνατότητα προσφυγής. Σε αυτό και μόνο το στάδιο της διαδικασίας μπορεί να αιτηθεί κρατική νομική βοήθεια, αποκλειστικά για να τον βοηθήσει στη σύνταξη της προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης και στην υποστήριξη με υπόμνημα ενώπιον της Επιτροπής. Ωστόσο, οι προθεσμίες είναι τόσο σύντομες που κατά κανόνα ένας δικηγόρος που δε γνωρίζει την υπόθεση, είναι δύσκολο να ανταποκριθεί. Σίγουρα υπάρχει μία καλύτερη στελέχωση του Μητρώου Δικηγόρων της Υπηρεσίας Ασύλου πλέον, αλλά δεν καλύπτει όλο το εύρος της διαδικασίας, και σίγουρα, επειδή ο όγκος των υποθέσεων που καλούνται να αναλάβουν είναι μεγάλος, είναι δύσκολη η επικοινωνία με τον αιτούντα άσυλο που πολλές φορές είναι και απομακρυσμένη. Συνεπώς, έχουν βελτιωθεί μεν τα ποσοστά παροχής νομικής βοήθειας αλλά, με βάση την εμπειρία μας, είναι πολύ κρίσιμο να υπάρχει από πριν την καταγραφή, δηλαδή ήδη από τον πρώτο βαθμό εξέτασης, νομική υποστήριξη, αλλά και ανεμπόδιστη, ακώλυτη επικοινωνία με το δικηγόρο του, έργο που αναλαμβάνουν συνήθως οργανώσεις. 

Βλέπουμε σταδιακά τη χορήγηση και την αναχώρηση αιτούντων διεθνούς προστασίας από τη χώρα μας για χώρες της ΕΕ. Μάλιστα πρόσφατα, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2021, η Τουρκία αναγνωρίζεται ως χώρα που πληροί τις προϋποθέσεις για την ανάληψη της εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας με χώρες καταγωγής τη Συρία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και τη Σομαλία. Κρίνετε πως βρίσκεται σταδιακά μία λύση για τους πολυάριθμους αιτούντες διεθνούς προστασίας στη Λέσβο; Θα μπορούσε η Ελλάδα να συνεργαστεί αποτελεσματικά στον τομέα αυτό με τη γείτονα χώρα; 

Το ζήτημα πιστεύω πως πρέπει να εξεταστεί καθολικά και δεν αφορά τη Λέσβο ή οποιοδήποτε νησί ή περιοχή της Ελλάδας. Το ζήτημα είναι να μπορέσουν οι άνθρωποι που εισέρχονται στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ επέκταση, να έχουν ένα καθεστώς διεθνούς προστασίας τέτοιο που να ανταποκρίνεται στη Σύμβαση της Γενεύης, αλλά και στο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο, από τα οποία δεσμεύεται η Ελλάδα. Δεν είμαστε σίγουροι για το πόσο αποτελεσματικό και σκόπιμο είναι να ανατίθεται η διαχείριση των προσφυγικών ροών σε χώρες εκτός των συνόρων της ΕΕ. Η Ένωση δεν μπορεί να ελέγξει ούτε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας, ούτε τον τρόπο που θα διαχειριστεί τον προσφυγικό πληθυσμό. Είναι ούτως ή άλλως πολύ δύσκολο να παρέμβουμε στην κυριαρχική επικράτεια οποιουδήποτε κράτους, αλλά μέσα στην ΕΕ δεσμευόμαστε όλοι από ένα κοινό Σύστημα Ασύλου, ένα κοινό Δίκαιο. Είναι, επίσης, εντυπωσιακό ότι η Τουρκία αναγνωρίζεται ως ασφαλής τρίτη χώρα αυτή τη στιγμή για ανθρώπους με εθνικότητες που είχαν υψηλά ποσοστά αναγνώρισης στην Ελλάδα μέχρι τώρα και χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί τι είδους υποδοχή θα παρέχει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Με βάση τις γενικές προβλέψεις των ενωσιακών Οδηγιών και της ελληνικής νομοθεσίας, για να θεωρείται ασφαλής ως προς την παροχή προστασίας σε έναν πρόσφυγα, πρέπει να υπάρχει απόλυτη προστασία από την επαναπροώθηση και θα πρέπει, επίσης, να του παρέχεται ένα καθεστώς ανάλογο αυτού της Σύμβαση της Γενεύης, μία σειρά δηλαδή δικαιωμάτων διαμονής, εργασίας, εκπαίδευσης, όλα αυτά τα οικονομικο-κοινωνικά δικαιώματα που γνωρίζουμε και για τους Έλληνες πολίτες. Δεν είμαστε σίγουροι ότι αυτό όντως μπορεί να συμβεί στην Τουρκία ή ότι όντως συμβαίνει. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έρχονται στην Ελλάδα και περιγράφουν συνθήκες που δεν ανταποκρίνονται σε ένα minimum απαιτήσεων για την υποδοχή προσφύγων στην Τουρκία. Συνεπώς, αυτό που εμείς θεωρούμε είναι ότι η Ελλάδα -και η ΕΕ κατ’ επέκταση- αντί να αναθέτει το προσφυγικό ζήτημα σε χώρες έξω από τα σύνορά της, θα πρέπει να ακολουθήσει μια αποτελεσματικότερη διαχείριση μέσα στην Ένωση και έναν καλύτερο καταμερισμό του ζητήματος. Αντί να διαμένουν 6.000-7.000 πρόσφυγες σε ένα νησί, όπως αυτή τη στιγμή συμβαίνει στη Λέσβο, θα μπορούσε να υπάρξει ένας καταμερισμός σε όλη την Ένωση, εξυπηρετώντας την καλύτερη παροχή συνθηκών υποδοχής, την αποτελεσματικότερη εξέταση αιτημάτων ασύλου, έτσι ώστε να διευκολύνει και το ελληνικό κράτος και να μην υποβαθμίζει όλες αυτές τις πολύ σημαντικές διαδικασίες των ανθρώπων που εισέρχονται στην Ελλάδα και ζητούν διεθνή προστασία.

Μας κάνει τεράστια εντύπωση η στιγμή στην οποία εκδίδεται αυτή η απόφαση, διότι η Τουρκία ούτως ή άλλως έχει πάψει να δέχεται επανεισδοχές από το Μάρτιο του 2020: δεν υπάρχει δηλαδή συνεργασία με την Τουρκία. Υπάρχουν άνθρωποι με χώρα προέλευσης τη Συρία κυρίως, των οποίων έχει εξεταστεί η αίτηση με αυτόν τον τρόπο και έχουν εκδοθεί αποφάσεις απαραδέκτου για τα αιτήματά τους. Απαράδεκτο σημαίνει ότι η αίτηση δεν πληροί τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, ούτως ώστε οι ελληνικές Αρχές να μπουν στην ουσία του αιτήματος και να εξετάσουν εάν ένας άνθρωπος είναι πρόσφυγας. Δηλαδή από τη στιγμή που η Τουρκία αναγνωρίζεται ως ασφαλής χώρα από τις ελληνικές Αρχές, δεν μπαίνουν αυτές στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και στέλνουν ουσιαστικά τον άνθρωπο στην Τουρκία, για να εξεταστεί το αίτημα ασύλου του εκεί. Αυτό δε συμβαίνει εδώ και ενάμιση χρόνο καθώς η Τουρκία δε δέχεται επανεισδοχές που σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι βρίσκονται στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπό αυτό το καθεστώς, με τις ελληνικές αρχές να μην μπαίνουν στην ουσία των αιτημάτων ασύλου τους. Αυτή η πρακτική έχει επικριθεί, υπήρξε δηλαδή τοποθέτηση της αρμόδιας Επιτρόπου της ΕΕ για το ότι τα αιτήματα αυτά των Σύρων θα πρέπει να αρχίσουν να εξετάζονται στην ουσία τους, εφόσον δε μπορούν να σταλούν στην Τουρκία. Όσον αφορά στο μέγεθος των προσφυγικών ροών, δε θεωρούμε ότι οποιοδήποτε αποτρεπτικό νομοθετικό πλαίσιο θα σταματήσει τις προσφυγικές ροές, δηλαδή οι άνθρωποι που κινδυνεύουν και θεωρούν ότι η προστασία τους εντός ΕΕ είναι αποτελεσματικότερη θα συνεχίσουν να εισέρχονται. Πιστεύουμε ότι το να μπαίνουν τέτοιου είδους προσκόμματα, μόνο διακινδύνευση προκαλούν για τους ανθρώπους. Ήδη έχουμε δει μία όξυνση του φαινομένου των παράνομων επαναπροωθήσεων, που συμβαίνουν και από τις δύο πλευρές -έχουν τοποθετηθεί πολλοί επίσημοι φορείς σχετικά με αυτό. Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσεις έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε κίνδυνο από το να αναζητήσει την προστασία που πρέπει να έχει. Μόνο επιβαρυντική μπορεί να είναι αυτού του είδους η πολιτική. Η Απόφαση αυτή είναι πιθανό να υπονομεύσει τα δικαιώματα ανθρώπων που ήδη έχουν πολύ υψηλά ποσοστά αναγνώρισης στην Ελλάδα, με χώρες προέλευσης τη Συρία, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία, αφού με την παραπομπή τους στην Τουρκία αρνούμαστε πρακτικά την εξέτασή τους με βάση τα εχέγγυα που παρέχει το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου.

Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να προσθέσετε στη συζήτηση και κάποιο μήνυμα που θα θέλατε να μεταφέρετε στο αναγνωστικό κοινό μας;

Είναι σημαντικό να ενημερώνεστε για αυτά τα ζητήματα. Το πιστεύουμε και το βλέπουμε ότι λείπει η ενημέρωση, καθώς και ότι είναι πολύ εύκολο να παραπληροφορηθεί κάποιος για όλα αυτά. Χαιρόμαστε πολύ να απευθύνεστε σε εμάς και στους φορείς που δραστηριοποιούνται στο πεδίο αυτό. Σίγουρα οποιαδήποτε συμβολή στο έργο των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Είναι τεράστιες οι ανάγκες και είναι πολύ δύσκολο να καλυφθούν από τους ανθρώπους που εργάζονται ήδη σε αυτό. Σίγουρα θα ενθαρρύναμε ανθρώπους να αναζητήσουν ευκαιρίες εθελοντισμού και να βοηθήσουν με όποιον τρόπο μπορούν. Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μία προσπάθεια αποσυμφόρησης, αλλά με αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου και πολλά διαδικαστικά προσκόμματα που δεν βοηθούν την ποιοτική εξέταση των αιτημάτων. Αν οι προσπάθειες αποσυμφόρησης γίνονταν στο πλαίσιο μιας δικαιότερης κατανομής της ευθύνης εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, πιστεύουμε ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο τόσο για το ελληνικό κράτος, όσο και τους ανθρώπους, οι οποίοι πρέπει να είναι το κέντρο βάρους της διαδικασίας, διότι μιλάμε για ανθρώπους σε κίνδυνο.  


Απάντηση