Συμβαση της Κωνσταντινουπολης χωρις … την Κωνσταντινουπολη;

της Κωνσταντίνας Μαύρου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Μια παράδοξη συγκυρία προκάλεσε η απόφαση του Προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την οποία και επισημοποιήθηκε η αποχώρηση του κράτους από την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης). Μόλις το 2011, ήταν, που η γείτων χώρα, υπό το καθεστώς τότε του Αμπντουλάχ Γκιουλ, αποτέλεσε το πρώτο εντασσόμενο, σε αυτή, μέλος του Συμβουλίυ της Ευρώπης. Κίνηση συμβολική η υπογραφή της, άλλωστε, στη μοναδική μουσουλμανική χώρα του Οργανισμού αυτού. 

Πλέον, 10 χρόνια αργότερα, προπορεύεται και πάλι -αυτή τη φορά αρνητικά- και παρά την από το 2020 προεργασία της απόσυρσης της Πολωνίας, καταφέρνει εκείνη και κατακτά τον τίτλο της “πρώτης αποχώρησης”. Τι, όμως, οδήγησε τον νυν Πρόεδρο σε αυτή την ενέργεια; Ως ήταν φυσικό, κύμα αντιδράσεων προκλήθηκε ενδοτουρκικά, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, με το καθεστώς “δυσπιστίας” ορισμένων κρατών (π.χ. Βουλγαρία) προς την Σύμβαση, να εντείνεται.

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πολλά έχουν αλλάξει μέσα σε αυτή τη μια δεκαετία, που μεσολάβησε από την επικύρωση της Σύμβασης. Το 2011, η Τουρκία είχε ως υπέρτατο στόχο την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διατηρώντας μια γενικότερη στάση διαλλακτικότητας. Η καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Opuz κατά Τουρκίας (2009) σχετιζόμενη με τη παραβίαση της επικυρωμένης από όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΣΔΑ), λειτούργησε προτρεπτικά, καταδεικνύοντας την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών. Έτσι, λοιπόν, η προσπάθεια “συμμόρφωσης” προς τα ιδεώδη των τότε 28, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους, που οδήγησαν, εν τέλει, και την χώρα στην υπογραφή. Πλέον, βέβαια, το κράτος έχει “αλλάξει χέρια” και παρ’ ότι και ο νυν πρόεδρος Ερντογάν “βλέπει το μέλλον εντός Ευρώπης”, δεν διστάζει να προβεί σε προκλητικές δηλώσεις και ενέργειες, ενάντια στις εκσυγχρονιστικές βλέψεις των κειμένων της Ένωσης, με κατευθυντήρια γραμμή την σπουδαιότητα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Αιτία αποχώρησης 

Με αιφνίδια μεταμεσονύχτια δημοσίευση, ανακοίνωσε ο Πρόεδρος της Τουρκίας την αποχώρηση της χώρας από την Σύμβαση. Διόλου αναπάντεχη δεν ήταν, όμως, η κίνηση αυτή για το εσωτερικό του κόμματός του, Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη. Η συζήτηση επί του θέματος χρονολογείται ήδη από το 2019, με την έκφραση έντονων αντιρρήσεων από αρκετά μέλη της παράταξης. Κύρια πηγή των αντιδράσεων -και της επακόλουθης αποχώρησης- ήταν η φράση περί προστασίας “όλων των σεξουαλικών κατευθύνσεων”. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις συντηρητικές οργανώσεις και τους αντίστοιχης ιδεολογίας πολιτικούς, η επίμαχη πρόταση βλάπτει σημαντικά τις οικογενειακές και κοινωνικές αρχές της Τουρκίας, ευνοώντας συνάμα την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+. Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως διατρέχοντας κανείς το κείμενο της Σύμβασης, ενδεχομένως να μην μπορεί εύκολα να εξαγάγει επιχειρήματα υπέρ της τουρκικής θέσης, πολλώ μάλλον καθώς ο σεξουαλικός προσανατολισμός αναφέρεται μόνο μία φορά (!) στο κείμενο και, μάλιστα, ως μία βάση πιθανής δυσμενούς διάκρισης, την οποία και προσπαθεί η Σύμβαση να προλάβει.

Ως “προάγγελος” της αποχώρησης, ίσως, υπήρξε, μάλιστα, και η στάση της χώρας απέναντι στη “Διακήρυξη των Αθηνών” το Νοέμβριο του 2020. Στην Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών του Συμβουλίου της Ευρώπης, την ημέρα της επετείου των 70 χρόνων από την επικύρωση της ΕυρΣΔΑ, λοιπόν, η Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης, πρότεινε την υιοθέτηση Διακήρυξης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση μίας κρίσης δημόσιας υγείας με πλήρη σεβασμό στα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στη Δημοκρατία και στο Κράτος Δικαίου (“Effectively responding to a public health crisis in full respect for human rights, democracy and the rule of law”), υπογραμμίζοντας και την σημαντικότητα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Η εν λόγω Διακήρυξη, όμως, δεν υιοθετήθηκε εν συνόλω, καθότι η Ουγγαρία και μετέπειτα η Τουρκία και το Αρζερμπαϊτζάν, δεν συναίνεσαν. Η απόφαση, βέβαια, της γείτονος χώρας είναι δυνατόν να αναλυθεί με ποικίλους τρόπους. Οι κύριοι εξ αυτών “ισορροπούν” ανάμεσα στο κατά πόσο επρόκειτο για υπονόμευση του κράτους “προέλευσης” της Διακήρυξης ή στο εν γένει πρόβλημα με την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που, κατά την Άγκυρα, προάγει περισσότερο την “ομαλοποίηση” της ομοφυλοφιλίας, παρά τα δικαιώματα των γυναικών, ενδεχομένως μέχρι και σε μία προσπάθεια υπονόμευσης της ελληνικής πρωτοβουλίας, για να υπογραμμίσει την αντίθεσή της με την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Εγχώριες αντιδράσεις 

Αρκετές μαζικές κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την ανακοίνωση της απόφασης. Δεκάδες πολίτες διαδήλωσαν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και της Σμύρνης, κρατώντας φωτογραφίες δολοφονημένων γυναικών. Κύριο αίτημά τους ήταν η παραμονή της χώρας στα συμβαλλόμενα κράτη. Η ενδοοικογενειακή βία και οι γυναικοκτονίες παραμένουν, εξάλλου διογκωμένα προβλήματα στην Τουρκία. Κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το 38% των γυναικών υφίσταται βία από τους συντρόφους τους, την ίδια ώρα, που ο αντίστοιχος μέσος όρος στα ευρωπαϊκά κράτη κυμαίνεται στο 25%. Μόνο το 2020 καταγράφηκαν, μάλιστα, 300 δολοφονίες, σύμφωνα με έρευνα της οργάνωσης “We Will Stop Femicide”. Βέβαια, πέρα από την δεδομένη κατακραυγή των ετεροφρόνων, ο Ερντογάν δέχθηκε τα “πυρά” και ομοϊδεατών του. Συγκεκριμένα, η συντηρητική γυναικεία οργάνωση KADEM, μέλος της οποίας είναι και μία από τις κόρες του, εξέφρασε, επίσης, έντονη δυσαρέσκεια αναφορικά με την απομάκρυνση από τη συλλογική αυτή προσπάθεια για την προάσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών. 

Διεθνείς αντιδράσεις 

Απογοητευτικό βήμα προς τα πίσω”, “επικίνδυνο μήνυμα για τον κόσμο”, “δεν συμβαδίζει με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, την ασφάλεια και την ισότητα του 21ο αιώνα” είναι ορισμένες από τις φράσεις, που συνόδευσαν την αναμετάδοση της απόφασης στις δηλώσεις ηγετών, αλλά και στα διεθνή κείμενα. Ο 46ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν, η Γενική Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Μαρίγια Πετσίνοβιτς Μπούριτς, ο Εισηγητής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία, Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ και ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ζοζέπ Μπορέλ είναι μερικοί από όσους εξέφρασαν δημοσίως και επωνύμως τις ενστάσεις τους. Στη “λίστα” των επικριτών, εντάσσεται και η Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάειν. Λίγες, μόλις, ημέρες, πριν το διπλωματικό της ταξίδι στη Τουρκία, και το “περίφημο” “sofagate”, είχε αναφερθεί επικριτικά στην αποχώρηση, λέγοντας πως “οι γυναίκες αξίζουν ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για την προστασία τους”. Αρκετοί, επομένως, είναι εκείνοι, που συνδέουν τα δύο αυτά περιστατικά, μιλώντας για πιθανή “επίδειξη ισχύος” και εν γένει “υποτίμηση” του γυναικείου φύλου, από την πλευρά του Ερντογάν. 

Η διαβεβαίωση του Ερντογάν

Ο Ερντογάν, σε προσπάθειά του να κατευνάσει τα πνεύματα τόνισε ότι η χώρα παραμένει παρόλα αυτά συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW), αλλά και πως το ίδιο το Σύνταγμα της Τουρκίας, παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα προστασίας. Υπογράμμισε, επίσης, πως τάσσεται υπέρ της καταπολέμησης της ενδοοικογενειακής βίας, αναφέροντας ότι μηδενική πρόκειται να είναι η ανοχή της κυβέρνησης απέναντι σε τέτοιου είδους περιστατικά.

Νομικό πλαίσιο 

Πράγματι η τουρκική πολιτεία φαίνεται να έχει σημειώσει -σε έναν βαθμό- πρόοδο στο κομμάτι των δικαιωμάτων των γυναικών με τον νόμο 5636/2007, για την προστασία και πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας. Κατ’ ουσίαν, όμως, πρόκειται για μερική κάλυψη, καθόσον αφορά αποκλειστικά τα περιστατικά εκείνα, που δράστης και θύμα “μοιράζονται την ίδια στέγη”. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ποινικός Κώδικας του κράτους, συμπεριλαμβάνει κυρώσεις μόνο για αδικήματα, που σχετίζονται με τη “σεξουαλική ασυλία”, χωρίς, να συμπεριλαμβάνει τις έννοιες “δολοφονία τιμής” και “αιμομιξία”. Έτσι, λοιπόν, ανύπαντρες και αδέσμευτες γυναίκες παραμένουν απροστάτευτες. Έκθεση από την Human Rights Watch χαρακτήρισε, μάλιστα, μεροληπτική την όλη δράση της χώρας στον συγκεκριμένο τομέα. 

Συμπέρασμα 

Η εν γένει εξάλειψη των περιστατικών βίας, πρόδηλα, δεν αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά τον οποιονδήποτε ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, που αποτελεί θύμα μιας τέτοιας ενέργειας. Είναι εύκολο να κρίνουμε ποιος χρήζει ή μη προστασίας και ποιος είναι ο κάθε φορά “άξιος” φορέας δικαιωμάτων, όταν μια κατάσταση δεν μας ασκεί άμεση επίδραση. Αυτή η κριτική, όμως, είναι πάντοτε υποκειμενική, όπως και κάθε άλλη, και βασίζεται στις προσλαμβάνουσες του καθενός από την κοινωνία, την οικογένεια και τα προσωπικά του βιώματα. Σκόπιμη κρίνεται στο σημείο αυτό η χρήση ενός γνωμικού, που διατηρεί και μεταδίδει ο λαός της Τουρκίας από γενιά σε γενιά. “Damlaya damlaya göl olur” (= σταγόνα τη σταγόνα γεμίζει η λίμνη). Σε μια χώρα με αυξημένα ποσοστά βίας, καμία επιπλέον διάταξη ή Σύμβαση με στόχο την προστασία των θυμάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί περιττή. Έκαστη προσπάθεια, όπως και έκαστη σταγόνα συμβάλλει στην ολοκλήρωση του κάθε φορά επιθυμητού αποτελέσματος. Εκείνο, λοιπόν, που δεν πρέπει να λησμονούμε, είναι ότι όσο “εύκολα” καταπατώνται σήμερα οι ελευθερίες ορισμένων προσώπων, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι δυνατόν να υπονομευθούν και για τον καθένα αύριο. Η ευνοϊκή θέση δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αέναη, αλλά πολλές φορές μεταβάλλεται εν μια νυκτί. Κανείς δεν γνωρίζει, άλλωστε περισσότερο τη σημαντικότητα ενός δικαιώματος από τα άτομα, που δεν μπορούν να το απολαύσουν.


Απάντηση