ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ: ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ;

της Κυριακής Κώστα, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Το 2020 ανέδειξε την ανάγκη παγκόσμιας κινητοποίησης για τα μεγάλα προβλήματα του πλανήτη και της ανθρωπότητας. Όπως γνωρίζουμε, η παγκόσμια κλιματική αλλαγή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στην εποχή μας. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η έλλειψη νερού και η ξηρασία μπορούν να προκαλέσουν καταστροφή σε μια κλίμακα ανάλογη της πανδημίας της πανδημίας COVID-19. Τα αίτια της κλιματικής αλλαγής είναι τόσο φυσικά, όσο και ανθρωπογενή. Ιδιαίτερα η υπερθέρμανση του πλανήτη, από τα μέσα του 20ού αιώνα, συμβαίνει πολύ πιο γρήγορα από ποτέ και δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από φυσικά αίτια. Πιο συγκεκριμένα, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που παράγουμε ως κοινωνίες και αγορές είναι η κύρια αιτία του ταχύτατα μεταβαλλόμενου κλίματος της Γης και το ποσοστό αυτών στην ατμόσφαιρά μας έχει εκτοξευθεί στα ύψη τις τελευταίες δεκαετίες. Η καύση ορυκτών καυσίμων, όπως ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το αέριο για ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα και μεταφορές είναι η κύρια πηγή εκπομπών που παράγονται από τον άνθρωπο. Μια δεύτερη σημαντική πηγή είναι η αποψίλωση των δασών, η οποία απελευθερώνει τον αποσυμπιεσμένο άνθρακα στον αέρα. Εκτιμάται ότι η υλοτομία, οι πυρκαγιές και άλλες μορφές υποβάθμισης των δασών συμβάλλουν στο 20% των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα. Άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες που δημιουργούν ατμοσφαιρική ρύπανση είναι η κτηνοτροφία, αλλά και ορισμένες βιομηχανικές διεργασίες που απελευθερώνουν φθοριούχα αέρια. 

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Κινδύνων του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το 2021, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι κυριαρχούν και θα κυριαρχούν από πλευράς επιπτώσεων, αν η παγκόσμια κοινότητα δεν μπορέσει να αντιμετωπίσει την συνεχή υποβάθμιση του πλανήτη. Τα δεδομένα δείχνουν -χωρίς καμία πλέον αμφιβολία- την αρχή μιας συνεχούς κατάρρευσης του κλίματος και των οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή στη Γη. Σύμφωνα με μελέτες, οι ακραίες θερμοκρασίες και οι περίοδοι ξηρασίας θα αυξηθούν, πιέζοντας έτσι τα υδάτινα αποθέματα και υποβαθμίζοντας τα γεωργικά εδάφη λόγω του φαινομένου της ερημοποίησης. Ακόμη, προβλέπεται αύξηση της έντασης και συχνότητας πλημμυρικών φαινομένων, καθώς και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας. Συνέπειες των παραπάνω είναι η αδυναμία ανάπτυξης καλλιεργειών υψηλών υδατικών απαιτήσεων και η μείωση της βιοποικιλότητας. Τα φαινόμενα καύσωνα και οι ακραίες θερμοκρασίες θα συμβάλουν άμεσα και στην αύξηση του αριθμού των ασθενειών, αλλά και στην αύξηση της θνησιμότητας κατά 2%. 

Ιδιαίτερα σημαντική επίπτωση, όμως, της κλιματικής αλλαγής είναι και η λεγόμενη περιβαλλοντική μετανάστευση. Η κλιματική καταστροφή έχει ωθήσει εκατοντάδες εκατομμύρια πρόσφυγες να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Το 1990, η Διακυβερνητική Ομάδα για την Κλιματική Αλλαγή σημείωσε ότι ένας από τους μεγαλύτερους αντίκτυπους της κλιματικής αλλαγής θα είναι η ανθρώπινη μετανάστευση, με εκατομμύρια ανθρώπους να εκτοπίζονται από τη διάβρωση των ακτών, τις παράκτιες πλημμύρες και τις γεωργικές διαταραχές. Έκτοτε, διάφοροι αναλυτές προσπάθησαν να αναγάγουν σε αριθμούς τις μελλοντικές ροές των μεταναστών λόγω αλλαγών του κλίματος, με την κύρια πρόβλεψη να μετρά 200 εκατομμύρια έως το 2050, αν και η διεθνής κοινότητα δυσκολεύεται να προσδιορίσει με ακρίβεια και με ποια κριτήρια, ποιος είναι ο ακριβής αριθμός αυτών των προσώπων. 

Πόσο πιθανά, όμως, είναι τα σενάρια στα οποία αποκλειστικά οι οικολογικές απειλές ωθούν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους να μετεγκατασταθούν; Το περιβάλλον δρα επικουρικά σε μια τέτοια απόφαση ή αποτελεί την κύρια αιτία του προβλήματος; Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το κλίμα μπορεί να θεωρηθεί ως ο «φάκελος» στον οποίο πραγματοποιούνται όλες οι οικονομικές δραστηριότητες, γι’ αυτό και οι κλιματικές αλλαγές που διαταράσσουν την οικονομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση ενός ατόμου ή/και κοινότητας να μεταναστεύσει. Επομένως, οι κίνδυνοι του κλίματος στις περισσότερες περιπτώσεις τέμνονται με την κοινωνική ευπάθεια, αφού επηρεάζουν τα μέσα διαβίωσης και την ανθρώπινη ασφάλεια και αλληλεπιδρούν με άλλους κοινωνικοοικονομικούς, πολιτιστικούς και πολιτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση ή την αναγκαιότητα των ανθρώπων να μετακινηθούν. Ωστόσο, σε ακραία καιρικά φαινόμενα και καταστροφές, οι άνθρωποι αναγκάζονται να μετακινηθούν, όπως για παράδειγμα με το τσουνάμι του 2004 στην Ινδονησία, μετά το οποίο περίπου 1,5 εκατομμύρια κάτοικοι απώλεσαν τη μόνιμη κατοικία τους. Επομένως, δεν έχει διευκρινιστεί αν οι πληθυσμοί που εκτοπίζονται λόγω κλιματικών διαδικασιών τείνουν προς την κατηγορία των εθελοντικών/οικονομικών μεταναστών ή σε εκείνους που θεωρούνται εξαναγκαστικά εκτοπισμένοι.

Οι αναλυτές έχουν εντοπίσει τις αλλαγές στο κλίμα ως βασική κινητήρια δύναμη της μετανάστευσης από την υποσαχάρια Αφρική στην Ευρώπη και από την Κεντρική Αμερική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια. Οι ειδικοί αναμένουν ότι οι επιπτώσεις ενός θερμαινόμενου κόσμου και τα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα θα επιδεινώσουν τις ήδη υπάρχουσες ευπάθειες, κυρίως στον παγκόσμιο Νότο, στον τομέα της επισιτιστικής ασφάλειας, των θεμάτων υγείας και της παροχής νερού. Πιο συγκεκριμένα, οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή είναι η Αρκτική, η οποία έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από την υπερθέρμανση του πλανήτη, με συνέπεια το λιώσιμο των θαλάσσιων πάγωνˑ η Αφρική που αποτελεί την ήπειρο που επιδεικνύει τις μικρότερες αντοχές απέναντι στους κινδύνους που γεννά η κλιματική αλλαγήˑ τα μικρά νησιά, κυρίως λόγω ισχυρότερων καταιγίδων και αύξησης της στάθμης της θάλασσας (επισημαίνεται σχετικά πως για το ζήτημα της μετακίνησης από μικρά νησιωτικά κράτη για περιβαλλοντικούς λόγους τέθηκε με ατομική αναφορά και ενώπιον της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα/Human Rights Committee-ICCPR), καθώς και τα ασιατικά και αφρικανικά μεγάλα δέλτα, τα οποία είναι πυκνοκατοικημένα, συχνά έχουν χαμηλή ικανότητα προσαρμογής και είναι ευάλωτα στην αύξηση της στάθμης της θάλασσας. Διακρίνουμε πως οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής διαφέρουν από τον αναπτυγμένο στον αναπτυσσόμενο κόσμο, που είναι και πιο ευάλωτος. Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι μόνο γεωγραφικό, αλλά σχετίζεται άμεσα με την πυκνότητα του πληθυσμού, τον διαθέσιμο πλούτο και την ικανότητα προσαρμογής. Γενικά, η μεγαλύτερη συχνότητα και η ένταση των κινδύνων του κλίματος είναι πιο πιθανό να προκαλέσουν τους ανθρώπους να μεταναστεύσουν, όταν ο πληθυσμός είναι πιο ευάλωτος και έχει χαμηλότερη ικανότητα προσαρμογής, όπως συμβαίνει δηλαδή στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αντιθέτως, στις ανεπτυγμένες χώρες  οι πληθυσμοί είναι αστικοποιημένοι και τα εισοδήματα των ανθρώπων και τα μέσα διαβίωσης εξαρτώνται λιγότερο από τις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες λόγω των εκτεταμένων και των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.

Η “περιβαλλοντική μετανάστευση” μπορεί να λάβει πολλές και σύνθετες μορφές: αναγκαστική ή εθελοντική, προσωρινή ή μόνιμη, εσωτερική ή διεθνής, ατομική ή συλλογική. Σε γενικές γραμμές, εντοπίζονται τουλάχιστον τρεις κύριες διακρίσεις την “περιβαλλοντική μετανάστευση”. Πρώτον, υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μετατοπίσεων. Δεύτερον, η μετανάστευση μικρών ή μεγάλων αποστάσεων και η διαφορά μεταξύ της εσωτερικής μετανάστευσης και της διέλευσης των διεθνών συνόρων. Τρίτον, η διάκριση μεταξύ αναγκαστικής και εθελοντικής μετανάστευσης. Λόγω της πολυπλοκότητας των μεταναστευτικών διαδικασιών και των συνακόλουθων νομικών και πολιτικών επιπτώσεων, πολλοί αμφισβητούν την τελευταία πτυχή στη συζήτηση για τη μετανάστευση της κλιματικής αλλαγής. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι ανάγκη να βρεθούν νομικά μέσα για την προστασία των περιβαλλοντικών μεταναστών. Όροι όπως “κλιματικοί πρόσφυγες” ή “περιβαλλοντικός πρόσφυγας” δεν έχουν νομική βάση στο διεθνές νομικό καθεστώς για την προστασία των προσφύγων, όπως καθιερώνεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, καθώς δεν αναγνωρίζει τους περιβαλλοντικούς παράγοντες ως κριτήριο, για να αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Προς το παρόν, όσοι μεταναστεύουν για περιβαλλοντικούς λόγους κινδυνεύουν είτε να μείνουν απροστάτευτοι είτε να θεωρηθούν παράτυποι μετανάστες. Κατ’ επέκταση, τόσο η διεθνής κοινότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και οι εκάστοτε Κυβερνήσεις οφείλουν να καθιερώσουν ένα ειδικό νομικό πλαίσιο προστασίας για όσους μεταναστεύουν για περιβαλλοντικούς λόγους, ούτως ώστε να παρέχεται σε αυτούς πραγματική νομική προστασία από το Διεθνές Δίκαιο.

Η μεταναστευτική κρίση αποτελεί μεγάλη πρόκληση που ταλανίζει τη διεθνή κοινότητα και συνεχίζει να διχάζει την Ευρώπη, που πρόκειται να δεχθεί πλήθος ανθρώπων από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, εξαιτίας της ξηρασίας και των πλημμυρών. Ωστόσο, στην Ευρώπη θα συμβούν και εσωτερικές “κλιματικές μεταναστεύσεις”, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας στη Βενετία και στις Κάτω Χώρες και εξαιτίας του λιωσίματος των παγετώνων στις ορεινές περιοχές και της αύξησης των κυκλώνων στις ζώνες που είναι κοντά στον Ατλαντικό. Τόσο οι εξωτερικές, όσο και οι εσωτερικές μεταναστευτικές ροές προειδοποιούν την ανάγκη λήψης μέτρων.

Η ανησυχία για τον μαζικό εκτοπισμό ήταν ένα ρεύμα στις συνομιλίες της διεθνούς κοινότητας που οδήγησαν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα του 2016, η οποία θέτει ως στόχο τη διατήρηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη κάτω από 2 βαθμούς Κελσίου. Στη Συμφωνία αυτή, αν και βλέπουμε να γίνεται αναφορά στην “ανθρώπινη κινητικότητα” εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, δεν παρέχεται κάποια νομική προστασία. Ακόμη όμως, η Συμφωνία αυτή δεν είχε πραγματικό αντίκρισμα, καθώς δεν εφαρμόστηκαν πολιτικές οι οποίες να προσεγγίζουν τον στόχο. Παραδείγματα αποτελούν αφενός η Προεδρία Τραμπ, που διαδραμάτισε αρνητικό ρόλο στην όλη προσπάθεια, αφού όχι μόνο αποχώρησε από τη Σύσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή, αλλά και η συνολική πολιτική που ακολούθησε για το κλίμα ήταν καταστροφική, αφετέρου η ίδια η Γαλλία, με το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας να επισημαίνει με απόφαση του 2021 τη μη πλήρωση συγκεκριμένων όρων περί εκπομπής αερίων της Συμφωνίας των Παρισίων. 

Ωστόσο, το 2019 η Ε.Ε. δεσμεύτηκε να υλοποιήσει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, της οποίας στόχος είναι η Ευρώπη να καταστεί η πρώτη ήπειρος με κατεύθυνση την “κλιματική ουδετερότητα”, δηλαδή τον μηδενισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η Ε.Ε. το 2021 θέτει έναν νέο, δεσμευτικό στόχο, σύμφωνα με τον οποίο μέχρι τα τέλη της επόμενης δεκαετίας η παραγωγή αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να μειωθεί κατά τουλάχιστον 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, με την προοπτική να μηδενιστεί μέχρι το 2050. Οι Η.Π.Α., από την πλευρά τους, μετά από τέσσερα χρόνια άρνησης και απραξίας ως προς το ζήτημα, με την ανάληψη της Προεδρίας από τον Μπάιντεν, ανακοίνωσαν τις δικές τους δεσμεύσεις ως προς την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.

Συμπερασματικά, οι παγκόσμιες κρίσεις και προκλήσεις αυξάνονται συνεχώς και όσο ο ανθρώπινος παράγοντας εξακολουθεί να επεμβαίνει στο περιβάλλον και να το υποβαθμίζει, τόσο περισσότερο θα καθίσταται μη βιώσιμη η διαβίωση, αυξάνοντας έτσι τα κύματα μετανάστευσης των πληθυσμών. Η διεθνής κοινότητα καλείται λάβει μέτρα για να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη, να ενισχύσει οικονομικά και τεχνικά χώρες που πλήττονται από την κλιματική αλλαγή και να αναπτύξει ένα διεθνές σύστημα προστασίας για τους ανθρώπους που μεταναστεύουν εξαιτίας της.


Απάντηση