Διαχρονικη εξεταση της σχεσης των τουρκικων πολιτικων κομματων με τις Τουρκικες Ενοπλες Δυναμεις (ΤΕΔ) – Μερος Α΄

του Δημήτρη Καράμπαλη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγικό σημείωμα

Τα πρόσφατα γεγονότα του Ιουλίου του ’16 στην Τουρκία, έθεσαν εκ νέου στο δημόσιο διάλογο τον παράγοντα «πραξικόπημα», και οδήγησαν σε μία διαδικασία επαναπροσδιορισμού του ρόλου του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι ιστορικοί παράγοντες οι οποίοι διαμόρφωσαν την έντονη συνάρτηση στρατού και πολιτικής, μπορούν να αναχθούν στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά κυρίως στα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, όπου εγκαθιδρύθηκε το κεμαλικό μονοκομματικό κράτος (Hale, 2011, p.191-6, Esen, 2020, p. 04-5). Στην παρούσα μελέτη εντούτοις, θα σκιαγραφήσουμε το δίπολο στρατού-πολιτικής, αφ’ ης εμφανίσεως στην Τουρκία άλλων πολιτικών φορέων, πλην του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματός, δηλαδή μετά το 1946. Πιο συγκεκριμένα, εκκινώντας από το Δημοκρατικό Κόμμα, θα εξετάσουμε την στάση ορισμένων, κρινόμενων ως σημαντικότερων, τουρκικών πολιτικών κομμάτων απέναντι στις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις από το 1945 ως την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, πάντα σε συνάρτηση με το αν ευθυγραμμίστηκαν ή αντιτάχθηκαν στον παρεμβατισμό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στην πολιτική ζωή της χώρας. Με αυτόν τον τρόπο θα καταστούν ευκρινείς, αφενός η σταδιακά κλιμακούμενη ανάμειξη του στρατού στην πολιτική, και αφετέρου οι τρόποι με τους οποίους ορισμένοι φορείς συμμορφώθηκαν ή εναντιώθηκαν σε αυτήν την κατάσταση.

Η εισαγωγή του πολυκομματισμού – Η διακυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος (1950-1960)

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Τουρκία πέρασε σε ένα στάδιο εκδημοκρατισμού, με πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες οφείλονταν τόσο σε εξωγενείς όσο και σε ενδογενείς παράγοντες. Αφενός, η εξωτερική πίεση λόγω της εμφάνισης της ΕΣΣΔ πλέον ως απειλή, οδηγούσα στην εναρμόνιση με το δυτικό στρατόπεδο και τις επιταγές της Δύσης (Hale, 2016, σ.146), αφετέρου, η εκδήλωση στην εσωτερική πολιτική σκηνή (αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο) απόψεων περί έλλειψης δημοκρατίας, οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση της οργάνωσης αντιπολιτευτικών κομμάτων (Zürcher, 2004, σ.279-80). Αυτή η απόφαση, αποτελεί αδιαμφισβήτητα την σημαντικότερη μεταρρύθμιση στον πολιτικό τομέα της Τουρκίας αφ’ ης ιδρύσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 (Hale, 2011, p. 197), και εκκίνησε μια διαδικασία επανεξέτασης της τουρκικής πολιτικής κουλτούρας (Γρηγοριάδης, 2011, σ.61). Το Δημοκρατικό Κόμμα/ΔΚ–Demokrat Parti/DK, το οποίο πήρε επίσημη άδεια στις 7 Ιανουαρίου 1946, παρά την ήττα του στις εκλογές του 1947, κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές της 14ης Μαΐου 1950 με ποσοστό 53,4%, έναντι του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος/ΡΛΚ-Cumhuriyet Halk Partisi/CHP το οποίο έλαβε 39,8%, και επρόκειτο να κυβερνήσει για μία δεκαετία την Τουρκία (Zürcher, 2004, σ.281-88), στη διάρκεια της οποίας θα εξετάσουμε της σχέσεις του με τον στρατό.   

Παρά το γεγονός ότι ο τερματισμός του μονοκομματικού κράτους διέρρηξε τον συμβιωτικό δεσμό κράτους-στρατού, θέτοντας εν αμφιβόλω την κυρίαρχη θέση που κατείχε ο στρατός (Harris, 1965, p. 66), η αρχική περίοδος διακυβέρνησης του ΔΚ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια περίοδο προσαρμογής στη νέα κατάσταση, δεδομένης της προσπάθειας ένταξης της Τουρκίας στο Βόρειο-Ατλαντικό Σύμφωνο (ΝΑΤΟ) (Hale, 2011, p. 197). Οι Δημοκρατικοί, στους οποίος δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι βρίσκονταν πλέον υπό τον έλεγχο τους, αποπειράθηκαν να ανακτήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο επί αυτών (Zürcher, 2004, σ.292). Εξαιτίας αυτού, απέσυραν 16 στρατηγούς και 150 συνταγματάρχες μετά από φήμες ότι ανώτεροι διοικητές δεσμεύτηκαν την πίστη τους στον Ινονού το βράδυ των εκλογών (Esen, 2020, p.05). Η εν λόγω εκκαθάριση της στρατιωτικής ηγεσίας, δημιούργησε στο κυβερνών κόμμα ένα αίσθημα ασφαλείας, τουλάχιστον ως προς τον έλεγχο των ανώτερων βαθμίδων των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων-ΤΕΔ, κάτι το οποίο ωστόσο εν συνεχεία δεν ήταν αρκετό για την διατήρηση του καθεστώτος (Zürcher, 2004, σ.311). Σύμφωνα με τον Ομέρ Λατσινέρ, η προοπτική της γενικότερης ανάπτυξης μέσω της ενσωμάτωσης της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο, οδήγησε σε μιας μορφής «ανακωχή» μεταξύ της μεσαίας τάξης, εκπροσωπούμενη από το ΔΚ, και της πολιτικής-στρατιωτικής ελίτ οι οποίες έως τότε ανταγωνίζονταν για την εξουσία, με σκοπό το αμοιβαίο όφελος (Λατσινέρ, 2007, 52-3). Παρά την προεργασία προς μια «αποστρατιωτικοποίηση» (Τζίζρε, 2007, σ.143), το ΔΚ δίστασε να αναδιαρθρώσει ριζικά τις ΤΕΔ, ακολουθώντας αντίθετα μια πολιτική διατήρησης του status quo, και κατευνασμού των υψηλότερων βαθμίδων, δημιουργώντας αρνητικά αισθήματα στις τάξεις των κατώτερων βαθμίδων (Esen, 2020, p.05). Η ανησυχία ωστόσο των κατώτερων βαθμίδων είχε ξεκινήσει ήδη από το 1953, όταν το σχέδιο του τότε Υπουργού Αμύνης για αναμόρφωση του στρατού, με έμφαση στις κατώτερες βαθμίδες, απορρίφθηκε από την κυβέρνηση. Αντίθετα, οι ανώτεροι τους απολάμβαναν την κατευναστική προς αυτούς πολιτική του ΔΚ, οι οποίοι δέχονταν προτάσεις να ενταχθούν στο ΔΚ (Dorronsoro & Gourisse, 2015, p.71). Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Τουρκίας, εκ της οποίας επλήγησαν ιδιαίτερα οι στρατιωτικοί (Hale, 2011, p. 198), έφερε μια κοινωνική δυσαρέσκεια, και την απώλεια της υποστήριξης των διανοούμενων, του γραφειοκρατικού μηχανισμού και των ΤΕΔ, η οποία με την σειρά της οδήγησε το ΔΚ στον αυταρχισμό (Zürcher, 2004, σ.301). Η ολίσθηση προς τον αυταρχισμό, καθώς και η θεώρηση εκ μέρους του στρατού, αποτελών τον θεματοφύλακα της κληρονομιάς του Μουσταφά Κεμάλ, ότι η κυβέρνηση με ορισμένες πολιτικές εξέφυγε των  κεμαλικών ιδεωδών, απέβησαν καθοριστικά για την τύχη του ΔΚ (ibid, σ.306).

Με το πέρας του μονοκομματικού πολιτικού συστήματος, και την προσπάθεια του ΔΚ προς μία επανεξέταση του κυρίαρχου ρόλου της κρατικής ελίτ και προς μία αναμόρφωση της τουρκικής πολιτικής μέσω της πλειοψηφικής δημοκρατίας (Γρηγοριάδης, 2011, σ.119), επήλθε ισχυρό ρήγμα στον συμβιωτικό δεσμό μεταξύ στρατού και καθεστώτος, το οποίο εν πολλοίς οδήγησε στο πραξικόπημα της 27ης Μάϊου 1960 (Hale, 2011, p. 199). 

Το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960 και το Σύνταγμα του 1961 – Η επαναφορά του Ισμέτ Ινονού (1961-1965) – Η διακυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης (1965-1971)

Στις 27 Μαΐου 1960, η στρατιωτικοί πραγματοποίησαν το πρώτο πραξικόπημα στη σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας (Harris, 1965, p. 176), το οποίο απέσπασε ευρεία αποδοχή, και η εξουσία ήρθε στα χέρια της Επιτροπής Εθνικής Ενότητας/ΕΕΕ αποτελούμενη από 38 αξιωματικούς, με επικεφαλής τον στρατηγό Τζεμάλ Γκιουρσέλ (Zürcher, 2004, σ.315-7), ενώ τα ηγετικά στελέχη του ΔΚ εκτελέστηκαν (Λατσινέρ, 2007, σ.43). 

Εικόνα που περιέχει άτομο, υπαίθριος, ομάδα, στρατιωτική στολή

Περιγραφή που δημιουργήθηκε αυτόματα
Πηγή https://www.hurriyetdailynews.com/opinion/william-armstrong/turkeys-1960-coup-still-resounding-today-71560 

Η ηγεσία του CHP αμφιταλαντευόταν ως προς την στήριξη ή μη του πραξικοπήματος καθώς αφενός, μέσα από αυτή τη κατάσταση εξουδετερώθηκε το ΔΚ, ωστόσο την ίδια στιγμή ελλόχευε πλέον ο κίνδυνος παράτασης της στρατιωτικής εξουσίας. Το CHP επιθυμούσε προφανώς την διεξαγωγή εκλογών το συντομότερο δυνατό, για να μη δοθεί η δυνατότητα ανασύνταξης του ΔΚ, τα μέλη του οποίου βρίσκονταν στη φυλακή, ωστόσο αυτό έπρεπε να γίνει με τη στήριξη της ΕΕΕ, δίχως να βρεθεί σε αντιπαράθεση με αυτή. Εκμεταλλευόμενη την διάσπαση εντός ΕΕΕ, καθώς από τη μία υπήρχαν οι μετριοπαθείς (εντός των οποίων ήταν και ο στρατηγός Γκιουρσέλ) οι οποίοι επιθυμούσαν την παράδοση της εξουσίας, και από την άλλη οι ριζοσπαστικοί οι οποίοι επιθυμούσαν την παράταση της στρατιωτικής εξουσίας και την θέσπιση δομικών μεταρρυθμίσεων, η ηγεσία του CHP πίεσε τα μετριοπαθή στελέχη της ΕΕΕ και τον Γκιουρσέλ να αντιταχθούν στους εσωτερικούς αντιπάλους τους και να παραδώσουν την εξουσία. Επιπλέον ο Ινονού διαβεβαίωσε τον Γκιουρσέλ ότι δε θα είναι υποψήφιος για Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές, το οποίο σήμαινε ότι θα κρατούσε τη θέση του (Esen, 2020, p.07-8). Στις 13 Νοεμβρίου 1960, ανακοινώθηκε η διάλυση της ΕΕΕ, και η σύσταση μιας νέας επιτροπής, δίχως την παρουσία 14 ριζοσπαστικών στελεχών, και έκτοτε άρχισαν οι διαδικασίες της δημοκρατικής μετάβασης. Μερικούς μήνες  πριν, είχε ήδη εκκινήσει η διαδικασία υποβολής ενός νέου συντάγματος, που προωθούσε ένα κράτος κοινωνικής πρόνοιας (Kaplan, 2002, p. 118), και με το οποίο δε θα δινόταν η δυνατότητα σε κάποιο κόμμα να μονοπωλήσει την εξουσία, και αυτό θα εξασφαλιζόταν κυρίως μέσα από τη δημιουργία ενός δεύτερου σώματος, αυτό της Γερουσίας, αλλά επίσης παρείχε και ένα αναλογικά αντιπροσωπευτικό εκλογικό σύστημα, το οποίο αύξησε σημαντικά το φάσμα των απόψεων που εκφράζονταν στο κοινοβούλιο (Hale, 2016, σ.186). Το κύριο ωστόσο στοιχείο αυτού του συντάγματος, το οποίο αποτελεί ορόσημο για την μετέπειτα επιρροή του στρατού στην πολιτική ως κέντρο λήψης αποφάσεων, είναι η σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας/ΣΕΑ (Zürcher, 2004, σ.316-20), το οποίο καθιερώθηκε ως «ένα ημι-στρατιωτικό συμβούλιο του κράτους» (Μπόρα, 2007, σ.170). Επιπλέον, με το Σύνταγμα του 1961, η στρατιωτική δικαιοσύνη και το Στρατιωτικό Ανώτατο Δικαστήριο εντάχθηκαν στο Σύνταγμα και απέκτησαν το καθεστώς συνταγματικού θεσμού, και ο στρατός πλέον μέσω του ΣΕΑ απέκτησε μερίδιο στην εκτελεστική εξουσία, ως τρίτη αρχή της (Καρντάς, 2007, σ.295-6).   

Την περίοδο μέχρι τις εκλογές του 1965, στο πολιτικό τοπίο έκανε την εμφάνιση του το Κόμμα Δικαιοσύνης/ΚΔΙΚ- Adalet Partisi, το οποίο αποτελούσε εν πολλοίς τον συνεχιστή του ΔΚ, και έμελλε να κερδίσει τις εκλογές του 1965, και να μείνει στην εξουσία μέχρι το 1971 (Zürcher, 2004, σ.324-25). Αξιοσημείωτο αποτελεί ωστόσο κατά την περίοδο 1961-1965 η αντιπαράθεση που επικρατούσε ακόμα στο εσωτερικό του στρατού, και η αδυναμία των κυβερνήσεων συνασπισμού, απόρροια των οποίων ήταν οι 2 αποτυχημένες απόπειρες πραξικοπήματος εναντίον της κυβέρνησης Ινονού το 1962 και το 1963, από ομάδα στρατιωτικών με επικεφαλής τον απόστρατο Ταλάτ Αϊντεμίρ (Esen, 2020, p.10-11), ο οποίος μετά και την δεύτερη απόπειρα πραξικοπήματος εκτελέστηκε δια απαγχονισμού (The New York Times, 1964). Όπως επισημαίνει ο Erik J. Zürcher, επήλθε ένας συμβιβασμός μεταξύ των ΤΕΔ και του ΚΔΙΚ, μέσω του οποίου δόθηκε απόλυτη αυτονομία στις ΤΕΔ (Zürcher, 2004, σ.326). Η πολιτική του Προέδρου του ΚΔΙΚ Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, να καταστείλει τα αριστερά κινήματα, και να περιορίζει τις πολιτικές ελευθερίες, έφερε την αντίδραση της κοινωνίας αλλά και του ίδιου του κόμματος του, από το οποίο απουσίαζε η ιδεολογική συνοχή (Zürcher, 2004, σ.326-7). Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ξεκίνησε ένα κύμα βίας στα πανεπιστήμια και στους δρόμους, εκτεταμένες απεργίες εργαζομένων και αντι-κυβερνητικές συγκεντρώσεις το οποίο η αποδυναμωμένη κυβέρνηση (μετά την φυγή αρκετών βουλευτών) δε μπορούσε να αντιμετωπίσει. Η αποτυχία του Ντεμιρέλ να διατηρήσει την τάξη εντός του κόμματος του αλλά και τα εκτεταμένα φαινόμενα βίας σε όλη τη χώρα, δημιούργησαν μια αναστάτωση στις τάξεις των ΤΕΔ, οι οποίες εν τέλει αποφάσισαν στη παροχή ενός υπομνήματος προς τον Ντεμιρέλ, το οποίο οδήγησε στην παραίτηση του, την ίδια μέρα, την 12η Μαρτίου 1971 (Esen, 2020, p.12-14).

Το στρατιωτικό τελεσίγραφο της 12ης Μαρτίου 1971 και οι μεταρρυθμίσεις του 1971 – Ανίσχυρες κυβερνήσεις συνεργασίας (1973-1980) – Αυξανόμενο κύμα βίας – Άνοδος ισλαμιστών με το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας

Την 12η Μαρτίου 1971, η κυβέρνηση Ντεμιρέλ παραιτείται μετά από το στρατιωτικό υπόμνημα το οποίο παρεδόθη από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στον Πρωθυπουργό. Σύμφωνα με αυτό, ο στρατός ζητούσε την ανάγκη σχηματισμού μιας ισχυρής και ικανής κυβέρνησης η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση αναρχίας, στην οποία βρισκόταν η χώρα, και να φέρει εις πέρας μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με το «κεμαλικό πνεύμα» (Zürcher, 2004, σ.334), ειδάλλως, σε περίπτωση που αρνούνταν αυτή τη διαταγή, ο στρατός θα αναλάμβανε την εξουσία της χώρας (Burak, 2011, p.151). Την παραίτηση του Ντεμιρέλ ακολούθησε η καταδίκη της στρατιωτικής ανάμειξης στην πολιτική από τον Ινονού, ωστόσο, όταν ανακοινώθηκε ότι ο στρατός είχε διαλέξει τον Νιχάτ Ερίμ (μέλος του CHP, στενός φίλος του Ινονού) για αρχηγό της νέας κυβέρνησης, ο Ινονού ανακοίνωσε τη στήριξή του στη νέα κυβέρνηση. 

Μέχρι τις πρώτες εκλογές το 1973, οι κυβερνώντες αποφάσισαν να προχωρήσουν σε τροποποίηση 44 άρθρων του συντάγματος του 1961, με κύριο μέλημα τον περιορισμό των αστικών ελευθεριών (Zürcher, 2004, σ.335-36). Επιπλέον, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις των τεχνοκρατικών κυβερνήσεων, το ΣΕΑ μπόρεσε να αυξήσει την επιρροή του στην πολιτική σκηνή, καθώς πλέον αντί να «προσφέρει βοήθεια» στην κυβέρνηση, αυτό εκφράστηκε ως εκδήλωση «προτάσεων» προς την κυβέρνηση (Μπαϊράμογλου, 2007, σ.99), και επίσης, με την νέα ρύθμιση, τα στρατιωτικά μέλη του ΣΕΑ θα είναι οι αρχηγοί των τριών Όπλων και όχι απλοί εκπρόσωποι (Καρντάς, 2007, σ.299). Ακόμα, η ίδρυση των Δικαστηρίων Εθνικής Ασφαλείας αποτέλεσε μίας ακόμη εκδήλωση του συγκεντρωτισμού της εξουσίας στα χέρια της γραφειοκρατίας (Γρηγοριάδης, 2011, σ.120-21). Σύμφωνα με την Ουμίτ Τζίζρε: «μετά την στρατιωτική επέμβαση του 1971 το Κόμμα Δικαιοσύνης, που εκπροσωπούσε την κεντροδεξιά, και οι ΤΕΔ συνεργάστηκαν στο ζήτημα του περιορισμού των φιλελεύθερων άρθρων του Συντάγματος του 1961, με στόχο την εγκαθίδρυση της «δημοκρατικής» εξουσίας του κράτους» (Τζίζρε, 2007, σ.140-41).

Η δεκαετία του ’70 χαρακτηρίστηκε από  εκτεταμένη πόλωση και κοινωνικό-πολιτικό κατακερματισμό (Burak, 2011, p.151). Όπως επισημαίνει ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης: «η πολιτική πατρωνίας στις δεκαετίες του 1960 και 1970 επέδρασσαν στη συνοχή της γραφειοκρατικής ελίτ. Τα πολιτικά κόμματα κατάφεραν να «αποικίσουν» μεγάλα τμήματα της πολιτικής γραφειοκρατίας, ώστε μόνον ο στρατός παρέμενε απομονωμένος από κομματική διείσδυση και κατακερματισμό, και διατηρούσε μία σαφή αυτονομία και συνείδηση της κηδεμονευτικής αποστολής του ως εμπροσθοφυλακής» (Γρηγοριάδης, 2011, σ.121). Οι κυβερνήσεις συνεργασίας που σχηματίστηκαν από το εκλογές του 1973, μέχρι την στρατιωτική επέμβαση του 1980, ήταν συλλήβδην ανίσχυρες και ανίκανες να συνεργαστούν και να αντιμετωπίσουν την πολιτική βία, η οποία είχε αρχίσει να διογκώνεται στα τέλη της δεκαετίας του ’70, και την οικονομική κρίση από την οποία επλήγη η Τουρκία. Ο συνδυασμός της αυξανόμενης πολιτικής βίας, με την οικονομική κρίση, και την συσσωρευμένη κοινωνική ένταση οδήγησαν στην κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και την στρατιωτική επέμβαση (Zürcher, 2004, σ.339-31). Σε αυτό το μείγμα, προστίθεται και η απειλή του ισλαμικού φονταμενταλισμού, η οποία σε πολιτικό επίπεδο εκφραζόταν από τον Νετζμετίν Ερμπακάν, με το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας (ibid, σ.346-47), ιδρυθέν το 1972, το οποίο αποτελούσε συνέχεια του Κόμματος Εθνικής Τάξης (1970), το οποίο είχε διαλυθεί μετά την στρατιωτική επέμβαση του 1971 (ibid, σ.336).

Βιβλιογραφία 

Βιβλία 

Γρηγοριάδης, Ι. Ν. (2011) Η Πρόκληση Του Εξευρωπαϊσμού: Τουρκική Πολιτική Κουλτούρα Και Ευρωπαϊκή Ένωση. μτφρ. Ευγενία Μαλικούτη. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Καρντάς, Ο. (2007). ‘Ένα Συνταγματικό Πεδίο Στρατιωτικής Δικαιοδοσίας: Η Ενεργός Συμμετοχή Του Στρατού Στην Εκτελεστική Εξουσία’. Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 295–311. (επίμ). Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου, μτφρ. Κωνσταντίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Λατσινέρ, Ο. (2007). ‘Τουρκικός Μιλιταρισμός II. «Στρατιώτες: Πρώτος Μας Στόχος η Αγορά;». Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 51–63. Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου (επιμ), μτφρ. Κωνστανίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Λατσινέρ, Ο. (2007) ‘Τουρκικός Μιλιταρισμός Ι’. Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 33–51. (επίμ). Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου, μτφρ. Κωνστανίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Μπαϊράμογλου, Α. (2007) ‘Στρατός Και Πολιτική’. Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 79–131. Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου (επιμ), μτφρ. Κωνστανίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Μπόρα, Τ. (2007) ‘Στρατός Και Εθνικισμός’. Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 159–77. Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου (επιμ), μτφρ. Κωνστανίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Τζίζρε, Ο. (2007) ‘Κυρίαρχη Ιδεολογία Και Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις: Μια Ανάλυση Εννοιών Και Σχέσεων’. Σε Ο Τουρκικός Στρατός. Ένα Πολιτικό Κόμμα, Μια Κοινωνική Τάξη, 131–59. Αχμέτ Ινσέλ, Αλί Μπαϊράμογλου (επιμ), μτφρ. Κωνστανίνα Ανδριανοπούλου, Αμαρυλλίς Λογοθέτη, Ιλεάνα Μορώνη. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Hale, W. (2016) Τουρκική Εξωτερική Πολιτική 1774-2000. μτφρ. Ρόζα Βασιλάκη, Σοφία Σφυροέρα. Αθήνα: Πεδίο.

Zürcher, E. J. (2004). Σύγχρονη Ιστορία Της Τουρκίας. μτφρ. Βαγγέλης Κεχριώτης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Ακαδημαϊκά Άρθρα

Burak, B. (2011). ‘The Role of the Military in Turkish Politics: To Guard Whom and From What?’ European Journal of Economic and Political Studies 4, no.1, 143–69. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Dorronsoro, G., and Gourisse Β. (2015).  ‘The Turkish Army in Politics’. Revue Francaise de Science Politique Vol. 65, no.4, 8 October, 609–31. Διαθέσιμο εδώ[Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21] 

Esen, B. (2020). ‘Praetorian Army in Action: A Critical Assessment of Civil–Military Relations in Turkey’. Armed Forces & Society 47, no.1, 22 June. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Hale, W. (2011). ‘The Turkish Republic and Its Army, 1923–1960’. Turkish Studies 12, no. 2 (1 July 2011): 191–201. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Harris, G S. (1965) ‘The Role of the Military in Turkish Politics’. Middle East Journal 19, no.1, 54–66. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Harris, G S. (1965) ‘The Role of the Military in Turkish Politics’. Middle East Journal 19, no.2, 169–76. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Kaplan, S. (2002) ‘Din-u Devlet All over Again? The Politics of Military Secularism and Religious Militarism in Turkey Following the 1980 Coup’. International Journal of Middle East Studies 34, no.1, 113–27. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]

Άρθρα   

‘Turkey Hangs Col. Aydemir, Leader of ’63 Coup Attempt (Published 1964)’. The New York Times, 5 July 1964, sec. Archives. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 13/07/21]


Απάντηση