Η υψηλη στρατηγικη της Ινδιας στη Νοτιοανατολικη Ασια

από την Λία Παπανικολάου, Ερευνήτρια της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου αποτέλεσε το έναυσμα για την αναδιαμόρφωση του διεθνούς status quo και την ανάδειξη νέων περιφερειακών δρώντων, οι οποίοι δεν θα βρίσκονταν υπό τη σκιά μιας εκ των δύο υπερδυνάμεων, αλλά θα προσπαθούσαν να βρουν τη δική τους θέση στο άναρχο διεθνές σύστημα. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε μία αλληλεξάρτηση τόσο έντονη μεταξύ των κρατών, με αποτέλεσμα να μην αφήνει περιθώρια σε κράτη που θέλουν να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους, αλλά και να αποτελέσουν σημαίνοντες δρώντες στις περιφέρειές τους να συνεχίσουν μία στρατηγική ουδετερότητας. 

Επομένως, η Ινδία δεν θα μπορούσε να συνεχίσει με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και την έλευση της νέας χιλιετίας την στρατηγική ουδετερότητας που σταθερά ακολουθούσε από την στιγμή της ανεξαρτησίας της, το 1947 (Blank et al, 2015, σελ. 30). Για αυτό, το παρόν κείμενο πραγματεύεται την υψηλή στρατηγική της Ινδίας στη Νοτιοανατολική Ασία, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Narasimha Rao, θεμελιωτή της στρατηγικής του Look East Policy και του μετέπειτα συνεχιστή της Bihari Vajpayee (Barua, T., 2020, σελ. 2). Ήταν η εποχή που η εξωτερική πολιτική της Ινδίας προχώρησε από την πλήρη εσωστρέφεια στην εξωστρέφεια. 

Η διαμόρφωση της Look East Policy (LEP) και οι κεντρικοί άξονες της

Η LEP αφορά την προσπάθεια της Ινδίας για την ενίσχυση των οικονομικών, στρατιωτικών και πολιτιστικών σχέσεών της με τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας (Blank et al, 2015, σελ. 37). Η στρατηγική αυτή είχε έξι βασικούς άξονες.

Η συνδεσιμότητα ήταν αυτή που αποτέλεσε τον πρώτο άξονα. Ουσιαστικά, την ίδια πολιτική που εφήρμοσαν οι Βρετανοί κατά την αποικιοκρατία στην Ινδία, την ίδια ακριβώς προσπάθησε να εφαρμόσει και η Ινδία, δηλαδή να συνδεθεί τόσο χερσαία και θαλάσσια όσο και αεροπορικά με τις ASEAN χώρες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αυτοκινητόδρομος που ενώνει την Ινδία με το Λάος, την Καμπότζη και τέλος με το Βιετνάμ (Blank et al, 2015, σελ. 38). Επίσης, από τη θάλασσα άνοιξε διαδρόμους για περαιτέρω εμπόριο με τις χώρες αυτές.  Κύριος  θαλάσσιος διάδρομος της Ινδίας στην Ανατολική Ασία αποτελεί το Στενό της Μαλάκα, που βρίσκεται στη Σιγκαπούρη, και από το οποίο η Ινδία κερδίζει 800 δισ. δολάρια ετησίως (Blank et al, 2015, σελ. 83). Ωστόσο, η σύνδεση από αέρος δεν πέτυχε όσο περίμεναν οι Κυβερνήσεις υπέρμαχοι της Look East Policy. 

Δεύτερος άξονας της στρατηγικής προσέλκυσης των ASEAN χωρών ήταν το εμπόριο. Από το 1992 και για τα επόμενα 20 χρόνια οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ινδίας σημείωσαν σημαντική αύξηση, αν παρατηρήσει κανείς και τα οικονομικά στοιχεία που το αποδεικνύουν, δηλαδή από τα 7.6 δισ. δολάρια το 1992 που κέρδιζε η Ινδία από το εμπόριο της με αυτές τις χώρες και κυρίως με την Σιγκαπούρη, τη Μαλαισία και την Ινδονησία, το 2012 έφτασε το ποσό των 33.5 δισ. δολαρίων (Blank et al, 2015, σελ.45). Σημαντική κίνηση που έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στο εμπόριο των χωρών αυτών, ήταν η Συμφωνία για ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των 10 κρατών-μελών της ASEAN (ASEAN-India Free Trade Area, Blank et al, 2015, σελ.46). 

Η υπογραφή της Συνθήκης περί ελευθερίας εμπορίου είχε και γεωπολιτικό χαρακτήρα. Η Ινδία θέλοντας να έχει έναν σημαίνοντα ρόλο στη συγκεκριμένη περιοχή της Ασίας, και να ισορροπήσει την ολοένα και αυξανόμενη ισχύ της Κίνας, χωρίς ωστόσο να έχει μία επιθετική στρατηγική προς τη γείτονα χώρα, προσπάθησε και κατάφερε μέσω του εμπορίου να κατοχυρωθεί ως ο πιο ισχυρός εμπορικός σύμμαχος, καθώς η μέχρι τώρα στρατηγική ήταν το δόγμα του non alignment (Vaibhav, D, 2021).

Σημαντικό στοιχείο της Look East Policy αποτέλεσε η ενέργεια. Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, τόσο στρατηγικά όσο και οικονομικά, ο πάροχος ενέργειας έχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι εκείνων που είναι αποδέκτες της παροχής. Η Ινδία, ως η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα σε πληθυσμό στον πλανήτη, έχει μια ακόρεστη «δίψα» για παροχή ενέργειας στο εσωτερικό της και βρίσκεται σε αναζήτηση ολοένα και περισσότερων πηγών ενέργειας. 

Η στροφή προς τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας υπήρξε μονόδρομος και είχε διπλή σημασία, καθώς πρώτον βρίσκει νέες πηγές ενέργειας από χώρες που την ενδιαφέρουν και τις στηρίζει οικονομικά, και δευτερευόντως αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της με όλα τα μέσα που διαθέτει, χωρίς ωστόσο να τις απειλεί. Ήδη από το 1980 έχει ενεργειακές σχέσεις με το Βιετνάμ, και το 2011 επεκτάθηκε η  συνεργασία μεταξύ των εταιρειών πετρελαίου Ινδίας και Βιετνάμ για έρευνα στα νερά της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας (Blank et al, 2015, σελ. 98). Ωστόσο, φαίνεται πως δεν ενστερνίστηκαν όλες οι χώρες την ανάγκη αυτή της Ινδίας, καθώς και ο ίδιες έχουν έλλειψη πηγών ενέργειας και θα ήθελαν να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε πηγές ενέργειας φιλικά προσκείμενων κρατών, όπως π.χ. η Ταϊλάνδη (Blank et al, 2015, σελ.112). Επιπλέον, μπορεί στρατηγικά η κίνηση αυτή της Ινδίας να της δίνει παρουσία ανάμεσα στις χώρες αυτές και να ενδυναμώνει την ισχύ της στην περιφέρεια, παρόλα αυτά οι πηγές αυτές δεν είναι ανεξάντλητες και ενδεχομένως να παρουσιαστούν εμπόδια στις σχέσεις τους μελλοντικά στον τομέα της ενέργειας, όσο και στις ίδιες θα αυξάνεται αισθητά η εσωτερική κατανάλωση.

Η πολιτική της Ινδίας, κατά τα χρόνια της ανεξαρτησίας της, χαρακτηρίζεται από ουδετερότητα, αλλά με ισχυρή παρουσία σε διεθνείς οργανισμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη που μέχρι και σήμερα προσπαθεί να αποτελέσει ένα μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η πολιτική του Look East σηματοδότησε και την αρχή συμμετοχής της Ινδίας σε θεσμούς των κρατών της νοτιοανατολικής Ασίας θέλοντας να αρχίσει να έχει ενεργό ρόλο και σε περιφερειακό επίπεδο, χωρίς να στοχεύει κάπου συγκεκριμένα, διότι η στρατηγική των ASEAN χωρών, κυρίως προς την Κίνα, είναι απροσδιόριστη (Blank et al, 2015, σελ.95). 

Το 1992, λαμβάνει χώρα ο πρώτος διάλογος μεταξύ της Ινδίας και των 10 κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας που μετέπειτα έγινε Σύνοδος Κορυφής (India-ASEAN Summit) μεταξύ των κρατών αυτών, καθώς έγινε μέλος και στην ετήσια συνάντηση των Υπουργών Αμύνης των κρατών αυτών. Φυσικά, η Κίνα που ήδη αποτελούσε μέρος όλων των θεσμών των χωρών αυτών, δεν ήταν σύμφωνη με την είσοδο της Ινδίας ως μέλος στη Σύνοδο Κορυφής των χωρών της Ανατολικής Ασίας. Παρόλα αυτά, η Ινδία συνεχίζει και δίνει το παρόν μέσα από την ίδρυση του ARF (ASEAN Regional Forum) (Blank et al, 2015,σελ. 56), στο οποίο έλαβαν μέρος εκτός της Ινδίας και άλλα κράτη της περιοχής, όπως το Πακιστάν, η Βόρεια Κορέα, η Μογγολία κ.ά. 

Η στρατηγική της Ινδίας να εισχωρήσει και να κατοχυρωθεί ως μέλος στους δημοκρατικούς θεσμούς των κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας, από τη μία  αποδεικνύει πως έπαψε να έχει μετριοπαθή πολιτική και στρατηγική προσέγγισης προς τις χώρες αυτές και άρχισε να ενεργοποιείται ως ένα βαθμό, από την άλλη δείχνει πως προσπαθεί να βρει συμμάχους απέναντι σε μία αναδυόμενη δύναμη όχι μόνο στη περιφέρεια της, αλλά και παγκοσμίως, την Κίνα. 

Η Ινδία ιστορικά δεν έχει υπάρξει ως τώρα μία μιλιταριστική δύναμη, αντιθέτως έχει υπάρξει αρκετές φορές «θύμα» κατακτητών, και η στρατιωτική υπεροχή και δευτερευόντως η ασφάλεια, δεν ήταν ποτέ στη λίστα της υψηλής πολιτικής της ηγεσίας της χώρας. Η ουδετερότητα (neutrality) που ακολουθήθηκε κατά την ψυχροπολεμική εποχή και η απουσία από σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις για επεκτατισμό ή επίδειξη δύναμης, αλλάζει κατά τη LEP. Η αλλαγή αυτή, όπως περιγράφεται και στο «Non alignment 2.0», αφορά περισσότερο εσωτερικούς παράγοντες, όπως είναι η ασφάλεια του έθνους παρά να δείξει την στρατιωτική της ισχύ στο εξωτερικό, διότι δεν επιθυμεί κανείς στην ηγεσία της χώρας νέες προκλήσεις (Vaibhav, D, 2021). Ωστόσο, γρήγορα έγινε αντιληπτό πως οι ASEAN χώρες ψάχνουν για έναν σύμμαχο που θα τους παρέχει ασφάλεια, χωρίς, όμως, να αποτελέσει μία ισχυρή δύναμη στη περιοχή που θα μπορέσει να τις απειλήσει, όπως γίνεται με την Κίνα. 

Η ηγεσία της χώρας κατάλαβε το κενό αυτό για αυτό προσπάθησε μέσα από διάφορες πρακτικές τα τελευταία είκοσι χρόνια να αποτελέσει και στρατιωτικά παρούσα στη περιοχή. Πρώτα, θεσμικά κατάφερε να γίνει μέλος του Συμβουλίου των Υπουργών Αμύνης και να έχει ισχυρή παρουσία, και έπειτα να ξεκινήσει να συνδέεται μέσα από στρατιωτικές ασκήσεις, κυρίως με το ναυτικό της. Το 1995, πήρε μέρος στη ναυτιλιακή επιχείρηση με ονομασία «MILAN» που με τα χρόνια εξαπλώθηκε και έφτασε το 2012 να αποτελεί ναυτική άσκηση μεταξύ δεκαπέντε χωρών, ανάμεσά τους η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία κα(Vaibhav, D, 2021). Δίνεται έμφαση, κυρίως στο ναυτικό, διότι η αβεβαιότητα που επικρατεί στη Νότια Κινεζική Θάλασσα δεν αφήνει περιθώρια σε κανένα από αυτά τα κράτη να επαναπαύεται στο τομέα αυτό. Κατάφερε να συνδεθεί με χώρες, όπως η Σιγκαπούρη, το Βιετνάμ, η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες και έκανε προσβάσιμες κάποιες στρατιωτικές και ναυτικές βάσεις της για τη Σιγκαπούρη.   

Τελευταίο άξονα αποτελεί η ανθρωπιστική βοήθεια. Όπως έχει προκύψει από την υπάρχουσα ανάλυση, η Ινδία αποτελεί μία χώρα που δεν θέλει να προκαλεί συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή, ούτε να επενδύει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις που δεν προάγουν την ειρήνη, και μπορεί εν ευθέτω χρόνω να της προκαλέσει προβλήματα που δεν τα έχει προβλέψει. Ωστόσο, σε ένα πολυπολικό σύστημα και με μία γείτονα χώρα να αναπτύσσεται στρατιωτικά και οικονομικά, αποφάσισε να επενδύσει άμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, προβάλλοντας, όμως, ένα πιο ανθρωπιστικό πρόσωπο (Blank et al., 2015, σελ. 65).

Το παραπάνω το είχε ήδη δείξει μέσω των επιχειρήσεων της στο Ανατολικό Πακιστάν, σημερινό Μπαγκλαντές, που συνέβαλε μέσω της αποστολής στρατευμάτων στην ανεξαρτητοποίηση του από το Δυτικό Πακιστάν και μετέπειτα, η Ινδία βοήθησε αρκετές φορές στέλνοντας ανθρωπιστική βοήθεια στις χώρες της Νοτιανατολικής Ασίας που το είχαν ανάγκη, όπως η Βιρμανία που χτυπήθηκε από τον τυφώνα Ναργκίς το 2009 (Blank et al, 2015, σελ. 96) και η Ινδονησία που χτυπήθηκε από τον τυφώνα Κατρίνα το 2004 και δέχτηκε μία ισχυρή ανθρωπιστική βοήθεια από μέρους της Ινδίας, παρόλο που η τελευταία είχε πληγεί και η ίδια από τον φονικό αυτό τυφώνα. 

Μέσα από την παράθεση των στοιχείων και των παραγόντων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της στρατηγικής της Ινδίας, από την Αρθασάστρα μέχρι και τη «Look East Policy» μπορεί να γίνει αντιληπτό πως η Ινδία, στην αρχή της ύπαρξης της ως ανεξάρτητο κράτος και σε ένα διπολικό σύστημα, στράφηκε στον εαυτό της και στο δόγμα του non alignment με στόχο να μη χάσει τα κεκτημένα της, αλλά στη μεταψυχροπολεμική εποχή, έγινε σαφές πως σε ένα σύστημα με παραπάνω από δύο κύριους δρώντες, χρειάζεται να βρει τη θέση της στο διεθνές σύστημα και αυτό θα το πετύχαινε μέσω της εξωστρέφειας και της συνδέσεώς της με άλλες χώρες, κυρίως με εκείνες που μοιράζεται κοινά πολιτιστικά και όχι μόνο χαρακτηριστικά. Έτσι, από το δόγμα του non alignment έφτασε στο σημείο να είναι παρούσα με κάθε τρόπο στη περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ασίας και σε όλα τα σημαντικά γεγονότα, ακολουθώντας πλέον μία στρατηγική, του multi alignment.

Από την Look East Policy στην Act East Policy

Το 2014 και με την άνοδο του Naredra Modi στην εξουσία, η Look East Policy μετατρέπεται σε Act East Policy και αυτό, διότι, η πρώτη πολιτική στρατηγικής προς τις ASEAN χώρες ήταν φανερά μετριοπαθής και δεν είχε την δυναμική που περίμεναν οι οραματιστές της ότι θα είχε. Για αυτό αλλάζει και η ονομασία επιδιώκοντας να αναδείξει έναν πιο ενεργητικό ρόλο της χώρας στη περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ασίας (Singth, H., 2020). 

Δεν μπορεί να ειπωθεί πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα δύο στρατηγικά πλάνα σύνδεσης με τις χώρες αυτές, καθώς οι ίδιοι άξονες που είχε επικεντρωθεί η Look East Policy αποτελούν τους ίδιους άξονες της Act Eat Policy. Η κύρια διαφορά τους, ωστόσο, είναι ότι δίνεται μεγαλύτερη σημασία τόσο στον οικονομικό τομέα, όσο και στο στρατηγικό βάθος. Κατά τη διάρκεια της Look East Policy το διεθνές σύστημα δεν είχε τη μορφή που έχει σήμερα και μερικά κράτη αναπτύχθηκαν σε δυνάμεις που άλλαξαν την ισορροπία ισχύος και έγιναν σημαντικοί δρώντες. Η Κίνα είναι μία από αυτές που ενισχύθηκε, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, εκτός από οικονομικά και στρατιωτικά. Για αυτό επέκτεινε και το εύρος των χωρών που θα ήθελε μελλοντικά η Ινδία να έχει ως συμμάχους στη περιοχή. 

Την επιθυμία για επέκταση των στρατηγικών της συμμάχων, ο Πρωθυπουργός Modi κατέστησε σαφή σχεδόν απευθείας, καθώς μετά την ανακοίνωση της αλλαγής από LEP σε AEP στη Σύνοδο Κορυφής ASEAN-Ινδίας στη Μιανμάρ, σε επίσκεψη του στη Νότιο Κορέα ανακοίνωσε πως συμπεριλαμβάνει και την τελευταία ως σημαντικό εταίρο στην περιοχή (Chakraborty, D., Chakraborty,A.,2018, σελ.3) . Σε άλλες χώρες που αναφέρθηκε ότι της θεωρεί εξίσου σημαντικές ήταν η Σιγκαπούρη, τα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, η Ιαπωνία, η Νέα Ζηλανδία, αλλά και η Αυστραλία. Η προσέλκυση δεν ήταν καθόλου τυχαία, διότι, όλες οι παραπάνω χώρες αποτελούν κράτη-μέλη  της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας- Ειρηνικού, στην οποία αποσκοπεί να γίνει μέλος η Ινδία και ένας σημαντικός άξονας και της AEP αποτελεί η συνδεσιμότητα μέσω θεσμών, στους οποίους ήδη αποτελούν κράτη-μέλη, όπως η Σύνοδος Κορυφής των ASEAN χωρών και το Συνέδριο των Υπουργών Αμύνης. 

Και στον οικονομικό τομέα μέσω του εμπορίου η Ινδία κατάφερε να κερδίσει ισχυρές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την Νότια Κορέα και την Ιαπωνία. Κατάφερε να αποκτήσει μεγαλύτερες εγκαταστάσεις στα κεντρικά λιμάνια της χώρας, όπως αυτό της Γκόα και της Καλκούτας, με στόχο την καλύτερη εξαγωγή προϊόντων και την μεγαλύτερη διευκόλυνση του εμπορίου. Η οικονομική ανάπτυξη της Ινδίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο εμπόριο της με την επέκταση των εμπορικών της συναλλαγών, παράγοντας που θα τη βοηθήσει στο μέλλον να επενδύσουν οι χώρες αυτές και στο εσωτερικό της. 

Μέσα από δυναμικότερες ενέργειες εν αντιθέσει με εκείνων των προηγούμενων χρόνων, η Ινδία προσπαθεί να αποτελέσει σημαντικό περιφερειακό δρώντα επεκτείνοντας την επιρροή της και σε χώρες με διαφορετική κουλτούρα από εκείνη στοχεύοντας και σε περαιτέρω ισχυροποίηση της στην περιοχή. Η Κίνα παράλληλα με τις ενέργειες της Ινδίας έχει διαφορά προβαδίσματος, διότι αυτές τις ενέργειες κυρίως με τις χώρες των ASEAN κρατών, αλλά και της ευρύτερης περιφέρειας τις έχει ήδη υλοποιήσει. Ωστόσο, οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας βρίσκονται ακόμη υπό καθεστώς διαμόρφωσης, συνεπώς, όποια συμπεράσματα σχετικά με την κυριαρχία στη περιοχή ανάμεσα σε Κίνα και Ινδία θα ήταν πρόωρα και ανακριβή. 

Βιβλιογραφία

[1] Blank, J., Moroney, J., Rabasa, A., Lin, B.,(2015),  Look East, Cross black waters. India’s interest in Southeast Asia, Rand Corporation.

[2] Singh, H.,(2020), “Act East Policy” of India: Meaning and Objectives, Jgran Josh. Διαθέσιμο εδώ

[3] Vaibhav, D.,(2021), India’s Act East Policy: Strategic rationales and maritime strategy, Security Distillery. Διαθέσιμο εδώ

[4] Barua, T.,(2020), The Look East Policy/Act East Policy- driven Development Model in Northeast India, Jadavpur Journal of International Relations 24(1) 101. Διαθέσιμο εδώ

[5] Chakraborty, D., Chakraborty, A., (2018), India’s Act East Policy: Walking the Talk, MPRA. Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση