Η περιβαλλοντικη διακυβερνηση στην Κινα

της Ελευθερίας Φλώρου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Η Κίνα, τα τελευταία χρόνια, έχει επιδείξει τεράστια οικονομική ανάπτυξη και έχει εισέλθει δυναμικά στο παγκόσμιο εμπόριο, έχοντας εμπορικές συνεργασίες με πληθώρα χωρών. Παρά όμως τα θετικά της οικονομικής ανάτασης, θα πρέπει να αναφερθεί πως αυτή ήρθε με πολύ μεγάλο περιβαλλοντικό κόστος, καθώς οι εργασίες στον τομέα της βιομηχανίας και η καύση χημικών για την παραγωγή ενέργειας, επέφεραν προβλήματα σε πολλές περιοχές της Κίνας. Ενδεικτικά, ολόκληρες πόλεις είναι περικυκλωμένες από ένα γκρι νέφος, μεγάλο μέρος του ωκεανού δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θαλάσσια ζωή, υπάρχει έλλειψη καθαρού, πόσιμου νερού και ο καρκίνος των πνευμόνων και του λάρυγγα είναι η κυριότερη αιτία θανάτου. (Kahn and Yardley, 2007) 

Παρά τη διαπίστωση ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις αναπτύχθηκαν επιβαρύνοντας το περιβάλλον, οι ενέργειες για την αναστροφή της οικολογικής καταστροφής στην Κίνα φέρουν μεγάλο βάρος, καθώς η χώρα είναι από τις πρώτες στην κατανάλωση ενέργειας και στην εκπομπή ρύπων, κάτι που δεν επηρεάζει μόνο την ίδια, αλλά όλες τις χώρες παγκοσμίως, ειδικά ενόψει πολυμερών συζητήσεων και δεσμεύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος. Η Κίνα, μια τεράστια σε μέγεθος και πληθυσμό χώρα, είναι σημαντικό να τηρήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και να προωθήσει τις απαραίτητες πολιτικές στο εσωτερικό. Στην παρούσα έρευνα θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους η χώρα επιχειρεί να καταπολεμήσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα εγχώρια, αλλά και ποια είναι η σχέση της ηγεσίας με τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ της χώρας και σε δεύτερο στάδιο θα γίνει αναφορά στις διεθνείς δεσμεύσεις της για την προστασία του περιβάλλοντος. 

Εσωτερικοί μηχανισμοί για την περιβαλλοντική προστασία

Οι πρώτες ενέργειες περιβαλλοντικής προστασίας και μείωσης της μόλυνσης ξεκινούν στην Κίνα τη δεκαετία του 1970 με τη θέσπιση κανόνων οικολογικής συμπεριφοράς και την ίδρυση ενός εθνικού γραφείου περιβαλλοντικής προστασίας. Το 1984, η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές του κινεζικού κράτους, ενώ σταδιακά δημιουργούνταν το πλαίσιο της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης της χώρας. Σε εθνικό επίπεδο η Κίνα έχει συνολικά περίπου 160 νόμους και κανονισμούς που αφορούν το περιβάλλον. (Mol and Carter, 2006)

Στο εσωτερικό της Κίνας, το πιο σημαντικό γραφείο με περιβαλλοντικές αρμοδιότητες είναι το SEPA (State Environmental Protection Administration). Αυτό αναλαμβάνει αξιολογήσεις για τον οικολογικό αντίκτυπο βιομηχανιών σε επιβαρυμένες περιοχές, είναι υπεύθυνο για τη επίβλεψη νέων προγραμμάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ επιβλέπει και τη δράση των περιβαλλοντικών γραφείων- EPBs (Environmental Protection Bureaux) που βρίσκονται στις περιφέρειες και στους δήμους της χώρας και συνεργάζεται με υπουργεία προκειμένου να τεθούν νέες πολιτικές και κανονισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος. Σε μια προσπάθεια αναγνώρισης και επέκτασης του ρόλου του SEPA, αυτό απέκτησε καθεστώς υπουργείου το 1998, ενώ το 2002 ο προϋπολογισμός του διπλασιάστηκε, αποκτώντας με αυτό το τρόπο μεγαλύτερη αυτονομία ανάπτυξης δράσεων. (Schwartz, 2004)

Για την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος, η ηγεσία θέσπισε νέους νόμους προκειμένου να αποτρέψει ρυπαίνουσες εταιρείες και ιδιώτες να συνεχίσουν τις εργασίες τους χωρίς τη λήψη κατάλληλων μέτρων που σε ορισμένες περιπτώσεις επιφέρουν μέχρι και τον ποινικό κολασμό των παραβατών. Αρχικά, ο περιβαλλοντικός νόμος του 1989 θεωρεί εγκληματική πράξη την αμέλεια λήψης κατάλληλων μέτρων με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω μόλυνσης και βλάβης όπως τραυματισμός ή θάνατος τρίτου προσώπου. Ακόμα, η ηγεσία έχει προβλέψει και άλλου είδους κυρώσεις όπως φόρους, πρόστιμα, συχνές επιθεωρήσεις, παύση των εργασιών μιας επιχείρησης, αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της ή απομάκρυνση κάποιων στελεχών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προώθησης μιας περιβαλλοντικής πολιτικής, αναπτύχθηκε και το σύστημα των εισπράξεων, με το οποίο οι εταιρίες υποβάλλονται σε αξιολόγηση και αν αποδειχθεί ότι εκπέμπουν περισσότερους ρύπους από το επιτρεπόμενο ή μολύνουν λόγου χάρη μια λίμνη ρίχνοντας εκεί τα απόβλητα τους, τους επιβάλλεται μια χρηματική ποινή. Το 80% των χρημάτων που πληρώθηκαν από τις βιομηχανίες τους αποδίδεται εκ νέου πίσω προκειμένου να υλοποιήσουν ένα πρόγραμμα αποδοτικό και παράλληλα φιλικό προς το περιβάλλον. Τα υπόλοιπο 20% του ποσού αποδίδεται στα γραφεία για την προστασία του περιβάλλοντος (Environmental Protection Bureaux) για την ανάπτυξη των δράσεών τους. (Schwartz, 2004)

Κεντρικά σχεδιασμένα προγράμματα δημιουργήθηκαν προκειμένου να επιτευχθούν περιβαλλοντικοί στόχοι. Κάποια από αυτά είναι η αξιολόγηση της μείωσης της εκπομπής ρύπων που ξεκίνησε το 2007 και το 11ο πενταετές πλάνο που τέθηκε σε εφαρμογή για τη μείωση του διοξειδίου του άνθρακα και του διοξειδίου του θείου. Το τελευταίο, μάλιστα, δε βασιζόταν απλώς σε στατιστικά δεδομένα για την εξακρίβωση της εφαρμογής και λειτουργίας του στις περιφέρειες, αλλά στην κατασκευή συγκεκριμένων έργων και προγραμμάτων που θα επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επιπλέον μηχανισμοί παρακολούθησης έχουν υιοθετηθεί για τη συλλογή πληροφοριών και από τις επιχειρήσεις και από τις τοπικές κυβερνήσεις σχετικά με τα δεδομένα για τη μείωση της μόλυνσης (Qi and Zhang, 2014). Οι απλοί πολίτες, επίσης, έχουν τη δυνατότητα να καταγγέλλουν τα παράπονά τους σε τηλεφωνικές γραμμές, διαχειριζόμενες από το SEPA και τα EPBs. (Tang and Zhan, 2008)

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές της κεντρικής κυβέρνησης να βελτιώσει το πλαίσιο της περιβαλλοντικής προστασίας της χώρας, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Το αποκεντρωτικό σύστημα που έχει υιοθετήσει η κεντρική ηγεσία και η συνεχής επιδίωξη της ανάπτυξης, δεν βοηθούν στην ενασχόληση με τις περιβαλλοντικές πολιτικές από τις τοπικές κυβερνήσεις. Παρακάτω θα αναλυθούν οι σχέσεις της κεντρικής κυβέρνησης με τις τοπικές, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η απροθυμία και η ανικανότητα σε ορισμένες περιπτώσεις των διαφόρων στελεχών στους δήμους και στις περιφέρειες να διαμορφώσουν δράσεις περιβαλλοντικής προστασίας.  

Σχέσεις κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών κυβερνήσεων και ο ρόλος των τελευταίων στην περιβαλλοντική προστασία

Η αλληλεπίδραση της κεντρικής κυβέρνησης με τις τοπικές διαπερνάται από ένα σύστημα αξιολόγησης των επιδόσεων των στελεχών στις περιφέρειες. Το σύστημα αυτό δίνει ιδιαίτερη σημασία στην οικονομική ανάπτυξη και μικρότερη στην ανάπτυξη άλλων πολιτικών, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η μείωση της ανεργίας ή δημιουργία δημοσίων δομών. Η επίτευξη του στόχου της οικονομικής ανάπτυξης εγγυάται για το πολιτικό στέλεχος περισσότερες ευκαιρίες για ανέλιξη μέσα στο κόμμα και δημιουργεί ένα ανταγωνιστικό κλίμα μεταξύ των ανώτερων υπεύθυνων στις περιφέρειες. Ακόμα, η συνέχιση των εργασιών των επιχειρήσεων στις επαρχίες είναι σημαντική γιατί ορισμένες έχουν ανάγκη να προσελκύσουν νέες εταιρείες στη δική τους περιοχή, εξαιτίας των περιορισμένων εσόδων. Για τον λόγο αυτό πολλές περιοχές λαμβάνουν μέτρα θετικά προς τις επιχειρήσεις, επιβαρύνοντας όμως το περιβάλλον. Παράλληλα, η οικονομική ευημερία βοηθάει στην επίτευξη ποικίλων άλλων στόχων όπως είναι αυτός για τη μείωση της ανεργίας, κάτι που είναι άμεσα παρατηρήσιμο και μετρήσιμο, αντίθετα με τις πολιτικές μείωσης της μόλυνσης, που όπως έχει αποδειχθεί τα αποτελέσματα τους δύσκολα μπορούν να φανούν σε μικρό χρονικό διάστημα. Ακόμα τα δεδομένα που οι τοπικές κυβερνήσεις οφείλουν να παρέχουν στην κεντρική κυβέρνηση σχετικά με τη βελτίωση που επέφεραν τα περιβαλλοντικά προγράμματα, μπορούν να παραποιηθούν εύκολα με συνέπεια τη διαστρέβλωση των πραγματικών αποτελεσμάτων των ερευνών. (Qi and Zhang, 2014)

Οι λόγοι που οι τοπικές κυβερνήσεις είναι αδύναμες να υλοποιήσουν πολιτικές περιβαλλοντικής προστασίας έχουν να κάνουν εν πολλοίς με τις αδυναμίες της ηγεσίας να δώσει τις κατάλληλες πληροφορίες, εκπαίδευση και κίνητρα στους τοπικούς αξιωματικούς. Η ελλιπής χρηματοδότηση και το σύστημα αξιολόγησης αποτελούν τροχοπέδη για την διαμόρφωση προγραμμάτων, με αποτέλεσμα τα κατώτερα στελέχη να προσπαθούν να επιτύχουν καλύτερες αποδόσεις σε άλλα επίπεδα και να διαστρεβλώνουν τα στατιστικά δεδομένα για τη μείωση της μόλυνσης. Η κεντρική ηγεσία γνωρίζει τα προβλήματα αυτά και για την αντιμετώπιση τους έχει γίνει πιο ελαστική αφήνοντας λίγο χώρο στην ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών αναφορικά με το περιβάλλον. Παρακάτω θα εξεταστεί ο ρόλος των περιβαλλοντικών ΜΚΟ (NGOs) και των κρατικών ΜΚΟ (GONGOs). 

Ρόλος περιβαλλοντικών NGOs και GONGOs

Η εμφάνιση της κοινωνίας των πολιτών στο τομέα του περιβάλλοντος έχει αναβαθμίσει τις δράσεις για την αντιμετώπιση της μόλυνσης στην Κίνα. Η ηγεσία είναι πρόθυμη να συνεργαστεί και να αναπτύξει προγράμματα με ΜΚΟ που πρόσκεινται φιλικά προς αυτή, επιτρέποντας μια μερική αυτονομία των οργανώσεων για τη διαμόρφωση των πολιτικών τους. 

Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ στην Κίνα έκαναν την εμφάνιση τους το 1994 και σύμφωνα με το SEPA μέχρι το 2000, ο αριθμός των οργανώσεων αυτών είχε ανέλθει στις 2000. Οι ΜΚΟ διαφέρουν από τις κυβερνητικές ΜΚΟ στο ύψος της χρηματοδότησης που λαμβάνουν από το κράτος, τον αριθμό των κρατικών αξιωματούχων που συμμετέχουν σε αυτές και στην ανάληψη προγραμμάτων που απαιτούν στενή συνεργασία με την κυβέρνηση. Για τη λειτουργία τους οι ΜΚΟ οφείλουν να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις και να είναι εγγεγραμμένες σε ένα γραφείο υπεύθυνο για τον έλεγχο των κριτηρίων και στη συνέχεια να υποβάλλονται σε επιθεώρηση κάθε χρόνο. Αντίθετα, οι κρατικές ΜΚΟ απολαμβάνουν περισσότερα προνόμια όπως πρόσβαση σε αρχεία του κράτους και επαφές με το SEPA, καθώς είναι στενά συνδεδεμένες με την ηγεσία, έχοντας αρχηγούς ή μέλη τους κρατικούς λειτουργούς. (Schwartz, 2004)

Τόσο οι ΜΚΟ, όσο και κυβερνητικές οργανώσεις αναλαμβάνουν μια σειρά από δράσεις, όπως εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και διοργάνωση ημερών περιβάλλοντος με δραστηριότητες όπως δενδροφύτευση, παροχή προγραμμάτων εκπαίδευσης κρατικών αξιωματούχων για την υλοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συνεργασία με ξένους φορείς για καλύτερη πληροφόρηση αναφορικά με τις πρακτικές και την ανάληψη κοινών δράσεων. Ακόμα, οι ομάδες αυτές καταγράφουν περιστατικά μόλυνσης, έχοντας πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης με δυνατότητα κάλυψης των γεγονότων και καταγγελίας αυτών.(Mol and Carter, 2006). Οι οργανώσεις αυτές έχουν αρχίσει επίσης να ασχολούνται με θέματα όπως η βιοποικιλότητα και η βιώσιμη ανάπτυξη, και προωθούν αντίστοιχες πολιτικές, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν δράσεις για παροχή βοήθειας στα θύματα μιας περιβαλλοντικής καταστροφής. (Tang and Zhan, 2008)

Παρά την ανάπτυξη των παραπάνω δράσεων, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό περιορισμένες μέσα στο πλαίσιο που προστάζει όχι μόνο η κεντρική ηγεσία, αλλά και οι τοπικές κυβερνήσεις. Οι πλειοψηφία των ομάδων αυτών έχουν ελάχιστους πόρους με αποτέλεσμα να έχουν και περιορισμένες δυνατότητες για περαιτέρω πολιτικές. Οι λόγοι για την οικονομική δυσπραγία των ομάδων αυτών είναι το σύστημα χρηματοδότησης τους, που αφήνει περιθώριο για λήψη μικρότερου ποσοστού χρημάτων από το απαραίτητο για τη διατήρηση των ΜΚΟ και η διάθεση των πόρων αυτών σε άλλες δραστηριότητες που αφορούν κυρίως την οικονομική ανάπτυξη. Την τακτική αυτή ακολουθούν συχνά οι τοπικές κυβερνήσεις που τους δίνεται η δυνατότητα να διαφύγουν από τον έλεγχο της ηγεσίας. Οι δωρεές σε ΜΚΟ από το εξωτερικό φτάνουν πρώτα στα κρατικά ταμεία και από εκεί ένα μόνο ποσοστό αυτών των χρημάτων αποδίδεται στις οργανώσεις. (Tang and Zhan, 2008) Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, συχνά οι περιβαλλοντικές ομάδες δεν έχουν καλά καταρτισμένο, έμπειρο και εκπαιδευμένο προσωπικό. (Lu, 2014) Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ΜΚΟ είναι ο φόβος της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση ή με μεγάλες βιομηχανίες. Η υποψία και μόνο ότι μία περιβαλλοντική οργάνωση είναι αντίθετη με τις κυβερνητικές πολιτικές, μπορεί να οδηγήσει σε παύση της λειτουργίας της ΜΚΟ και σε στοχοποίηση των μελών της για αντικαθεστωτική δράση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι περιβαλλοντικές ομάδες δεν έχουν δυνατότητα να δράσουν και να διαμορφώσουν πολιτικές, ούτε τη δυνατότητα να καταγγείλουν τις πρακτικές των τοπικών κυβερνήσεων και την ανοχή τους στις εργασίες των βιομηχανιών, καθώς κάτι τέτοιο θα επηρέαζε τη μοίρα της οργάνωσης. (Tang and Zhan, 2008)

Όπως γίνεται φανερό, τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος στο εσωτερικό είναι ακόμα ισχνά και δεν παρέχουν το απαραίτητο πλαίσιο. Η επιθυμία της κεντρικής ηγεσίας για απόλυτη τάξη και η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης, έχει καταστήσει τις δράσεις για περιβαλλοντική προστασία μη παραγωγικές, με οδυνηρά αποτελέσματα καθώς η μόλυνση συνεχίζει να αυξάνεται. Η συμμετοχή της Κίνας σε συζητήσεις και δεσμεύσεις πολυμερούς χαρακτήρα είναι θετική, πρέπει όμως να συμβαδίζει και με την εφαρμογή πολιτικών μέσα στην επικράτεια της. Για να γίνει μια αξιολόγηση της προσπάθειας της χώρας να λύσει τα περιβαλλοντικά της προβλήματα, θα γίνει αναφορά στις θέσεις της Κίνας σε φόρουμ σχετικά με το περιβάλλον, καθώς και στα Πρωτόκολλα που έχει υπογράψει. 

Συμμετοχή σε πολυμερείς συζητήσεις και Συμβάσεις

Η ενασχόληση της Κίνας με διεθνή περιβαλλοντικά προγράμματα ξεκινά τη δεκαετία του 1970 και τη συμμετοχή της το 1972 στο Συνέδριο για το Ανθρώπινο Περιβάλλον των Ηνωμένων Εθνών. Η συμβολή όμως ήταν και παρέμεινε μικρή για τα επόμενα χρόνια, καθώς η ηγεσία αρκέστηκε κυρίως σε διακηρυκτικού χαρακτήρα δηλώσεις. Η αλλαγή της στάσης της έγινε μετά τη δεκαετία του 1980 και μέχρι το 1997 είχε υπογράψει περίπου 50 περιβαλλοντικές συμβάσεις. Μετά το 2002, περιβαλλοντικές ΜΚΟ είχαν τη δυνατότητα να παρευρίσκονται σε διεθνή συνέδρια και να συνομιλούν με αντιπροσώπους οργανώσεων άλλων χωρών. Το πρώτο συνέδριο που παρακολούθησαν ήταν αυτό, στο Γιοχάνεσμπουργκ για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Το 2005, ήταν το πρώτο συνέδριο που διοργανώθηκε στο Πεκίνο για την ανανεώσιμη ενέργεια.(Chan, Lee and Chan, 2008)

Η χώρα έχει εγκαταστήσει ακόμα ένα σύστημα συχνής επικοινωνίας με τους υπουργούς περιβάλλοντος της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας αναφορικά με την ατμοσφαιρική ρύπανση και τις ανεμοθύελλες, ενώ παρόμοια θέματα διαπραγματεύεται με τον οργανισμό ASEAN. Η Κίνα έχει αναπτύξει αντίστοιχες συναντήσεις για θέματα σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ συμμετέχει και σε διάφορα φόρουμ με άλλες χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία και η Αυστραλία.(Chan, Lee and Chan, 2008)

Agenda 21

Το 1994, η χώρα υιοθέτησε την Agenda 21 ένα πρόγραμμα που είχε προταθεί στο Συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών στο Rio de Janeiro, το 1992. Η Agenda 21 αφορά σχεδόν εξ ολοκλήρου πολιτικές σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος, την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, την προστασία των θαλασσών και των ακτών, τη διαχείριση των αποβλήτων, τη βιοτεχνολογία, τη βιώσιμη ανάπτυξη, το ρόλο των περιβαλλοντικών ΜΚΟ και άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα. (United Nations Sustainable Development, 1992)

Το Πρωτόκολλο του Κιότο

Το Πρωτόκολλο του Κιότο υιοθετήθηκε το 1997 και τέθηκε σε ισχύ το 2005, όντας στα πλαίσια των πολιτικών ενάντια στην κλιματική αλλαγή. Στόχος αυτής της συμφωνίας είναι η μείωση των αερίων του θερμοκηπίου στα προτεινόμενα στη σύμβαση επίπεδα. Από το 2008 έως το 2012, το Πρωτόκολλο έθετε σαν στόχο μια μείωση 5% των εκπομπών των αερίων σε σχέση με το 1990 για 37 βιομηχανοποιημένες χώρες. Για να επιτύχουν αυτούς τους στόχους τα κράτη, είχαν δημιουργηθεί κάποιοι μηχανισμοί για τη διευκόλυνση της προσπάθειας αυτής, ενώ επίσης είχε εγκατασταθεί και ένα σύστημα παρακολούθησης των αποδόσεων των κρατών προκειμένου να υπάρχει διαφάνεια στις πρακτικές των κρατών και να είναι εγγυημένη η συμβολή τους στα περιβαλλοντικά προγράμματα.(United Nations) Η Κίνα υπέγραψε το Πρωτόκολλο του Κιότο το 1998 και το 2006 ενέκρινε προγράμματα για τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2012. (Chan, Lee and Chan, 2008)

Παρά τις παραπάνω κινήσεις για τη διαμόρφωση μιας περιβαλλοντικής πολιτικής με την υιοθέτηση ποικίλων νόμων εγχώρια, αλλά και τη δέσμευση της χώρας σε διεθνές επίπεδο, η μόλυνση εξακολουθεί να αποτελεί πρωταρχικό πρόβλημα στην Κίνα. Η αποτελεσματικότητα των νόμων αυτών είναι αμφίβολη, ενώ οι μηχανισμοί παρακολούθησης δεν είναι ικανοί αρκετά ώστε να εμποδίσουν τη συνεχιζόμενη περιβαλλοντική καταστροφή. Η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης μπαίνει εμπόδιο στη τήρηση των περιβαλλοντικών υποχρεώσεων και κάνει τη χώρα πρωταθλήτρια στην εκπομπή διοξειδίου του θείου που προκαλεί όξινη βροχή, επηρεάζοντας όχι μόνο το έδαφος της Κίνας, αλλά και των γειτονικών χωρών. Η μόλυνση πολλών κινεζικών ποταμών και λιμνών έχει συνέπειες στην ποιότητα και του νερού. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του ποταμού Songhua που όχι μόνο επηρέασε τους κατοίκους μιας επαρχίας στην βορειοανατολική Κίνα, αλλά και τους κατοίκους της ανατολικής Ρωσίας. (Chan, Lee and Chan, 2008)

Συμπεράσματα

Όπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω, η Κίνα αναλαμβάνει πολλές πρωτοβουλίες για την αναστροφή της οικολογικής καταστροφής στο εσωτερικό και έχει τη βούληση να δεσμευτεί και σε πολυμερές επίπεδο, συμμετέχοντας σε παγκόσμια περιβαλλοντικά συνέδρια και υπογράφοντας συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. Παρόλα αυτά είναι αρκετά τα προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να μπορέσει να διαμορφώσει ένα σύστημα βιώσιμης ανάπτυξης. Οι ενέργειες της Κίνας στο θέμα περιβάλλον έχουν αντίκτυπο παγκοσμίως και αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να επιτευχθεί μια στενότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών και ένα καλύτερο σύστημα παρακολούθησης των περιβαλλοντικών δράσεων. Η ανάληψη περιβαλλοντικών πολιτικών από τις χώρες αποτελεί σήμερα φλέγον ζήτημα και η Κίνα δεν μπορεί να μείνει εκτός, αρνούμενη να εφαρμόσει και να συμμορφωθεί με τις πολιτικές αυτές.  

Βιβλιογραφία

Ακαδημαϊκή βιβλιογραφία

Mol. A, Carter. N (2006). China’s environmental governance in transition in Environmental Politics, 149-170. Routledge. Διαθέσιμο εδώ.

Schwartz. J. (2004) Environmental NGOs in China: Roles and Limits in Pacific Affairs, 28-49. Διαθέσιμο εδώ.

Tang. S, Zhan. X. (2008). Civil Environmental NGOs, Civil Society and Democratization in China in Journal of Development Studies, 425-448. Routledge Taylor and Francis Group. Διαθέσιμο εδώ.

Qi. Y, Zhang. L (2014). Local Environmental Enforcement Constrained by Central- Local Relations in China in Environmental Policy and Governance, 204-215. Διαθέσιμο εδώ.

Lu, Y. (2007). Environmental civil society and governance in China in International Journal of Environmental Studies, 59-69. Routledge Taylor and Francis Group. Διαθέσιμο εδώ.

Chan. D, Lee. P, Chan. L. (2008) China’s Environmental Governance: the domestic – international nexus in Third World Quarterly, 291-314. Routledge Taylor and Francis Group. Διαθέσιμο εδώ.

Πηγές

United Nations Climate Change. What is the Kyoto Protocol? Διαθέσιμο εδώ.

Sustainable Development Goals, Knowledge Platform. Agenda 21. UNCED, 1992. Διαθέσιμο εδώ

Άρθρα 

Kahn. J, Yarldey. J. (2007) As China Roars, Pollution Reaches Deadly Extremes. New York Times. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση