Οι Συμφωνιες Ζυριχης-Λονδινου (1959-60): μια γεωπολιτικη και ιστορικη προσεγγιση

της Παναγιώτας Γεωργακοπούλου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Το νησί της Κύπρου ανέκαθεν βρισκόταν στο επίκεντρο των στρατηγικών αλλά και εμπορικών οδών των αυτοκρατοριών γύρω από αυτή (Ηλιόπουλος, 2017, σ.290). Οι Οθωμανοί κατείχαν την Κύπρο από το 1571 έως το 1878 όταν το νησί παραχωρήθηκε στους Βρετανούς, με τον “αυτοκρατορικό έλεγχο να διαρκεί έως τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (1959-60) που ίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία” (Camp, 1980, σ.43). Η Κυπριακή Δημοκρατία τέθηκε σε ένα συνεταιριστικό σύστημα κατανομής εξουσίας μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων. Ωστόσο, αυτό το σχήμα κατανομής εξουσίας διαλύθηκε το 1963, οδηγώντας σε μια περίοδο διαλείπουσας διακοινοτικής βίας κατά την επόμενη δεκαετία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Κύπρος τέθηκε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των Ελληνοκυπρίων, ενώ οι Τουρκοκύπριοι ίδρυσαν τη δική τους διοίκηση σε ένοπλους θύλακες. 

Η γεωπολιτική αξία της Κύπρου σύμφωνα με τον Ράτσελ και τον Σπάικμαν 

Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, η Κύπρος δεν αποτελούσε (Στογιάννος, 2017, σ.533), κατά την ρατσελιανή θεώρηση, υψίστης σημασίας γεωπολιτικό σημείο. Το γεγονός πως το νησί απέφερε έσοδα ύψους τεσσάρων εκατομμυρίων μάρκων (Στογιάννος, 2017, σ.533), μέρος των οποίων (περίπου ένα εκατομμύριο μάρκες) δινόταν από το Λονδίνο στον Σουλτάνο καθιστώντας την κατοχή της δαπανηρή. Η Μεγάλη Βρετανία επίσης αναγκαζόταν να καταβάλει πέντε με έξι εκατομμύρια Μάρκες ως διοικητικές δαπάνες πάλι στον Σουλτάνο. Ταυτόχρονα, ο λαός διαμαρτυρόταν για την υψηλή φορολογία και για την έλλειψη επενδύσεων σε υποδομές. Ο Φρίντριχ Ράτσελ υποστήριζε πως κυρίαρχος παράγοντας της μειωμένης αξίας της Κύπρου συνιστά η θέση της μπροστά στην συριακή – κυλικική γωνία και όχι στην παγκόσμια ευρωπαϊκή-ινδική οδό, η οποία έχει για την Αγγλία μεγάλη στρατηγική σημασία. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός πως Άγγλοι αξιωματούχοι είχαν δηλώσει πως το νησί δεν έχει καμία στρατιωτική αξία (Στογιάννος, 2017, σ.533). Αντίθετα, σύμφωνα με τον Σπάικμαν το νησί είχε γεωπολιτική αξία καθώς βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της θεωρίας του Ρίμλαντ, της Δακτυλίου Γης. Σύμφωνα με την θεωρία του Σπάικμαν η περιοχή του Ριμλαντ λειτουργεί ως τροχοπέδη των καθοδικών προς την Μεσόγειο δράσεων των Ευρασιατικών Χερσαίων Δυνάμεων, σύμφωνα με την αγγλοσαξονική πλευρά. Αυτή η ανάγνωση κατά τον Σπάικμαν αποτελεί και τα θεμέλια της γεωστρατηγικής αντίληψης του διεθνούς γιγνεσθαι από αμερικανικής οπτικής ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης (Μάζης, 2006, σ.11). 

Το αίτημα περί ενώσεως

Όταν τέθηκε το ζήτημα περί της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα το 1931 και αργότερα το 1955 με την επίσημη υποστήριξη της Ελλάδας, η αντίδραση του Λονδίνου ήταν αρνητική (Συρίγος, 2015, σ.129). Πιο συγκεκριμένα το αίτημα αυτό τοποθετήθηκε από την Ελλάδα στον ΟΗΕ το 1954, στη βάση της επιθυμίας της πλειοψηφίας του νησιού να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως και να απαλλαγεί από την βρετανική κυριαρχία. Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση του Άντονυ Ήντεν ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει την κυριαρχία της στο νησί. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ανήγαγε το ζήτημα της αυτοδιαθέσεως του νησιού σε ελληνοτουρκικό ζήτημα θέτοντας στην εικόνα και την Τουρκία προκειμένου η Μεγάλη Βρετανία να αποτελεί χώρα – προστάτιδα της Κύπρου.  Με αυτόν τον τρόπο θα καταδείκνυε πως το εν λόγω ζήτημα αφενός δεν ήταν απλό και αφετέρου θα διατηρούσε την διαμονή της στο νησί εφαρμόζοντας την αρχή του διαιρεί και βασίλευε. Παρόμοια τακτική είχε ακολουθήσει η Βρετανία στην Ιρλανδία και στην Ινδία.

Τον Ιούνιο του 1955 η Μεγάλη Βρετανία πρότεινε την σύγκληση τριμερούς διάσκεψης (Crawshaw, 1964, σ. 339) με την συμμετοχή της ιδίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας στο Λονδίνο. Αντικείμενο της διάσκεψης αποτελούσε το αίτημα του κυπριακού λαού αλλά και η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι βρετανικοί στόχοι ήταν αφενός να καταδείξουν πως ο ΟΗΕ δεν προσέφερε το κατάλληλο πλαίσιο για την επίλυση του Κυπριακού, σε αντίθεση με την βρετανική διπλωματία, και αφετέρου πως η ανάμειξη της Τουρκίας στο Κυπριακό ζήτημα κρίνεται επιτακτική. Απώτερος σκοπός της Βρετανίας συνιστούσε στο τέλος της διασκέψεως να βρεθούν αντιμέτωπες Ελλάδα και Τουρκία προκειμένου να αποτελέσει αυτή τον διαιτητή στην μεταξύ τους σχέση αλλά και να επεκτείνει την παραμονή της στο νησί. (Ηλιόπουλος, 2017, σ.266) Παράλληλα θα επεδίωκε να προβάλει τις συνέπειες του κυπριακού αιτήματος της αυτοδιάθεσης, τόσο στην σταθερότητα της περιοχής όσο και στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Και η Ελλάδα και η Τουρκία το 1955 δεν αποτελούσαν μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας για πολλά χρόνια. Οι δυο χώρες είχαν εισέλθει στην συμμαχία την ίδια χρονιά, το 1952, κάτι που συνιστούσε και για τα δύο κράτη σημαντική επιτυχία. (Σταματίου, 2009, σ.167). Και στις δύο χώρες μετά την είσοδο τους στο ΝΑΤΟ κυριαρχούσε το αίσθημα της ασφάλειας, αφενός επειδή η Βορειοατλαντική συμμαχία αποτελούσε εγγύηση απέναντι στην σοβιετική επίθεση, αφετέρου επειδή η παροχή δυτικής βοήθειας και δανείων θα επέτρεπαν τον εκσυγχρονισμό των δυο κρατών  (Zürcher, 2004, σ.310).

Η Τριμερής διάσκεψη 

Στην τριμερή διάσκεψη του Λονδίνου η Τουρκία δέχθηκε ασμένως την πρόσκληση και υποστήριξε την διατήρηση του status quo. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν άτυπες συνεννοήσεις μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Τουρκίας για την στάση που θα κρατούσε στην διάσκεψη. Από την άλλη μεριά, για την Ελλάδα η πρόταση έγινε σε μια δύσκολη πολίτικη στιγμή καθώς λόγω ασθένειας του τότε πρωθυπουργού, Αλέξανδρου Παπάγου οι αντιπρόεδροι και επίδοξοι διάδοχοι του λειτούργησαν ασυντόνιστα. Ο Μακάριος υποστήριζε πως η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να παραβρεθεί προκειμένου να καταστεί έκδηλη η δυσαρέσκεια της για τα τεκταινόμενα στο Κυπριακό. Ωστόσο, η ενδεχόμενη απουσία της Ελλάδας θα δημιουργούσε προβλήματα, με το κυρίαρχο την αναξιοπιστία της, καθώς η ίδια έθεσε το θέμα διεθνώς και η προσφυγή της στον ΟΗΕ δεν θα έβρισκε υποστήριξη από τρίτες χώρες. Τελικά, παρόλο που η Ελλάδα ήταν παρούσα στην διάσκεψη, η προσφυγή της απορρίφθηκε (Συρίγος, 2015, σ.131).

Αξιοσημείωτο είναι πως και η συμμετοχή της Ελλάδας αποτελούσε ένα ρίσκο καθώς με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιούσε το τουρκικό ενδιαφέρον για το νησί ενώ ήταν αμφίβολο εάν θα επέφερε αποτελέσματα ενώ ακόμα η βρετανική πρόταση είχε την σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ (Συρίγος, 2015, σ.131). Προς επιβεβαίωση των παραπάνω, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Βρετανία πλέον αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις στρατιωτικές κρίσεις και βρισκόταν υπό την αμερικανική αιγίδα. Γενικά, οι ΗΠΑ ήταν ο “από μηχανής θεός” του κυπριακού ζητήματος. Παρακολουθούσε τις πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις του θέματος με προσοχή, αλλά από απόσταση, έτοιμη να παρέμβει και να δώσει λύσεις κάθε φορά που η πλοκή του κυπριακού δράματος θα έφτανε σε αδιέξοδο (Ηλιόπουλος, 2017, σ.277).

Οι εργασίες της διάσκεψης έλαβαν χώρα στο Λονδίνο και ξεκίνησαν 29 Αυγούστου του 1955, ημέρα ορόσημο καθώς 29 Αυγούστου του 1922 έληξε νικηφόρα για τους Τούρκους ο αγώνας κατά των Ελλήνων. Ο συμβολισμός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητος από την τουρκική πλευρά. Ειδικότερα ο Τούρκος πρωθυπουργός λίγο πριν οι εκπρόσωποι της χώρας του αναχωρήσουν για την διάσκεψη υποστηρίζεται πως τους απηύθυνε χαιρετισμό τονίζοντας το “αιματοκύλισμα “ που θα έφερνε στους Τούρκους η Ένωση του νησιού με την Ελλάδα και υπενθύμισε τις νίκες του τουρκικού κράτους το 1922 ενάντια των Ελλήνων (Σταματίου, 2009, σ.204). Η ελληνική πλευρά εκπροσωπήθηκε από τον Στεφανόπουλο και η διάσκεψη ξεκίνησε με την τοποθέτηση των τριών κρατών επί του θέματος μετά από συνεννόηση της Τουρκίας με την Βρετανία, όπως προαναφέρθηκε (Σταματίου, 2009, σ.207). Η τουρκική πλευρά πρότεινε την επιστροφή της Κύπρου στην Τουρκία στην περίπτωση που η Αγγλία αποχωρούσε από το νησί. Αναγνώρισε τα αγγλικά στρατιωτικά συμφέροντα στο νησί και δήλωσε πως αποδέχεται την δημιουργία βρετανικής στρατιωτικής βάσεως στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα. Ζήτησε επίσης φιλελεύθερη αυτοκυβέρνηση στο νησί και διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τον καθορισμό καθεστώτος. Τέλος, απέφυγε να αναφέρει την λύση της ενώσεως και υποσχέθηκε την προστασία της τουρκικής μειονότητας στο νησί. Η Μεγάλη Βρετανία αναφέρθηκε στα ζωτικά συμφέροντά της στο νησί και στην υψίστης σημασίας επέκταση της βρετανικής παραμονής στο νησί. Πρότεινε μάλιστα την ίδρυση ενός νομοθετικού οργάνου με αιρετή πλειοψηφία αλλά και την συγκρότηση επιτροπής, απαρτιζόμενη από Έλληνες και Τούρκους οι οποίοι θα συνεργάζονταν με τον βρετανό διοικητή. Ωστόσο, οι βρετανικές προτάσεις απορρίφθηκαν και από τις δύο πλευρές. Η αποτυχία της βρετανικής πολιτικής στο Σουέζ το 1956 (Ηλιόπουλος, 2017, σ. 281) οδήγησε στην παραίτηση του Άντονυ Ήντεν το 1957 και την αντικατάσταση του από τον Χάρολντ ΜακΜίλαν ενώ ακόμα τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς έγινε δεκτή η πρόταση περί αυτοδιαθέσεως της Κύπρου από τον ΟΗΕ. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, πως η Βρετανία σταδιακα εγκατέλειπε την στρατηγική της, καθώς φαινόταν επικίνδυνο για τα συμφέροντα της η διατήρηση ολόκληρου του νησιού. Αρκούσε η διατήρηση λίγων στρατιωτικών βρετανικών βάσεων σε τμήμα του νησιού. Πλέον αναφαινόταν στον ορίζοντα μια λύση, από την στιγμή που η Βρετανία αντιλαμβανόταν πως η διχοτόμηση του νησιού θα ήταν εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία και δεν εξυπηρετούσε πλέον, συμφέροντα της. Το ζητούμενο τώρα για την Μεγάλη Βρετανία ήταν να αποφευχθεί μια λύση που θα δυσαρεστούσε την τουρκική διπλωματία παρόλο που πλέον, ήταν εγκλωβισμένη στις προηγούμενες δηλώσεις της περί διπλής αυτοδιαθέσεως. Για τους Τούρκους όμως, μοναδική λύση αποτελούσε η διχοτόμηση και για να το καταδείξουν το καλοκαίρι του 1958 συγκρούστηκαν μετωπικά μέσω της ΤΜΤ (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης) με τους Ελληνοκυπρίους (Σταματίου, 2009, σ.211). 

Το Σχέδιο ΜακΜίλλαν

Τον Ιούνιο του 1958 η Βρετανία πρότεινε το Σχέδιο ΜακΜίλαν, σύμφωνα με το οποίο Ελλάδα και Τουρκία θα συνεργάζονταν με τη βρετανική διοίκηση στο νησί διορίζοντας εκπρόσωπό τους δίπλα στον βρετανό κυβερνήτη (Varnava, 2010, σ.97). Τα εσωτερικά προβλήματα του νησιού θα αφορούσαν μια επιτροπή που θα απαρτιζόταν από τέσσερις Έλληνες και δυο Τούρκους, ενώ τα εξωτερικά ζητήματα, η ασφάλεια και η άμυνα της Κύπρου θα άπτονταν της αρμοδιότητας του βρετανού κυβερνήτη. Μετά το πέρας μιας επταετίας θα εξεταζόταν και η πιθανότητα μιας μορφής συγκυριαρχίας (tridonium) υπό την Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία (Ηλιόπουλος, 2017, σ.294). Η συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο νησί της Κύπρου όμως προϋπέθετε τον διαμοιρασμό της Κύπρου μεταξύ των δύο χωρών στο απώτερο μέλλον. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του εν λόγω σχεδίου ήταν πως δεν χρειαζόταν την συγκατάθεση και των δυο πλευρών. Αν και η Τουρκία ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με το σχέδιο ΜακΜίλλαν, στην συνέχεια το ενστερνίστηκε πλήρως, αντίθετα με την ελληνική πλευρά που από την αρχή το απέρριψε. Έτσι την 1η Οκτωβρίου του 1958 οι Βρετανοί ετοίμασαν τις διαδικασίες για την εφαρμογή του σχεδίου τους. Αν και οι εξελίξεις φαίνονταν άσχημες για την Ελλάδα, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με επιστολή της στον τότε Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Πωλ-Άνρυ Σπάακ απείλησε με την αποχώρηση της Ελλάδας από την Συμμαχία λόγω της αυθαίρετης δράσης της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας. (Συρίγος, 2015, σ.143)

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου

Στο πρόβλημα αυτό, τον Δεκέμβριο του 1958 φάνηκε μια διέξοδος. Κατά την διάρκεια συζητήσεων για το Κυπριακό ζήτημα στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών, Φατίν Ζορλού υποστήριξε απευθυνόμενός στον Ευάγγελο Αβέρωφ, τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών, να διεξαχθούν διμερείς διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος. Εκ πρώτης όψεως, η υπαναχώρηση της Τουρκίας προξένησε περιέργεια καθώς μόλις είχε τεθεί σε ισχύ ένα σχέδιο που ευνοούσε τους στρατηγικούς της στόχους.(Zürcher, 2004, σ. 310). Ωστόσο, στην τουρκική αυτή υπαναχώρηση καταλυτικά είχαν συμβάλει η Βρετανία και οι ΗΠΑ, ενώ καταλυτικό ρόλο είχε διαδραματίσει και η διάλυση του Συμφώνου της Βαγδάτης και οι συνέπειες αυτής. Αντιστοίχως, και η ελληνική πλευρά επειδή βρισκόταν σε δυσμενή κατάσταση δέχθηκε την εφαρμογή του Σχεδίου Μακμίλλαν. Η βρετανική πλευρά υποστήριξε πως δέχεται μια ελληνοτουρκική συμφωνία υπό τον όρο της διαιώνισης της στρατιωτικής της παρουσίας στο νησί της Κύπρου. Οι διαπραγματεύσεις ήταν σύντομες καθώς κράτησαν από τις 5 έως και τις 11 Φεβρουαρίου το 1959 μεταξύ του Μεντερές και του Καραμανλή στην Ζυρίχη. Εκεί επιτεύχθηκε και ο συμβιβασμός. Ως πρότυπο χρησιμοποιήθηκε η Συνθήκη Ιδρύσεως της Αυστρίας σύμφωνα με την οποία στο άρθρο 4 η Αυστρία υποχρεωνόταν να αποφύγει την συνένωση με την Γερμανία. (Φιλίππου, 2015, σ.16). 

Κατόπιν, από τις 17 Φεβρουαρίου έως και τις 19 Φεβρουαρίου του 1959, ακολούθησε δεύτερη διάσκεψη στο Λονδίνο μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Οι Συμφωνίες που υπεγράφησαν στο Λονδίνο περιλάμβαναν την διάρθρωση του μελλοντικού Κυπριακού Συντάγματος, πρωτόκολλο για την παραμονή δυο βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στην Κύπρο, την Συνθήκη εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία και τέλος την Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου. (Φιλίππου, 2015, σ.16). 

Για την εκτέλεση των Συμφωνιών του Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου του 1959, συγκροτήθηκε Μικτή Συνταγματική Επιτροπή με αρμοδιότητα την υλοποίηση σχεδίου συντάγματος. Η επιτροπή τελείωσε τις εργασίες της την 6η Απριλίου του 1960 και ως πρόβλημα τέθηκε πως  τόσο στο  Κυπριακό σύνταγμα όσο και στις Συμφωνίες απουσίαζε η κρίση του κυπριακού λαού. Την 16η Αυγούστου του 1960, η Κύπρος ανακηρύχθηκε νέο κράτος και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μέλος του ΟΗΕ. Πρώτος πρόεδρος του νεοσύστατου αυτού του κράτους ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και αντιπρόεδρος ο Φαζίλ Κιουτσούκ.

Ως εκ τούτου, η τελική συμφωνία ήταν ήττα για την ελληνική διπλωματία, αλλά ταυτόχρονα, σύμφωνα με το πολιτικό κλίμα που περιβάλλει το κυπριακό ζήτημα, ήταν η μόνη διαθέσιμη λύση για την Αθήνα, προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή του σχεδίου του Macmillan και η κατάτμηση του νησιού. Η Βρετανία, από την άλλη πλευρά, αποδέχθηκε τη άρση της κυριαρχίας της από την Κύπρο, αν και διατήρησε τη παρουσία της στο νησί, μέσω της δημιουργίας δύο στρατιωτικών βάσεων. Επιπλέον, το Λονδίνο κατάφερε να μην εμπλακεί βαθιά στη Συμφωνία Ζυρίχης-Λονδίνου, αφήνοντας στο προσκήνιο την Τουρκία και την Ελλάδα, μια εξέλιξη που θα προστάτευε τη διεθνή της εικόνα σε περίπτωση αποτυχίας της Συμφωνίας.

Βιβλιογραφία

Camp, G. (1980). Greek-Turkish Conflict over Cyprus. Political Science Quarterly, 95(1), 43-70.  https://doi.org/10.2307/2149584 

Crawshaw, N. (1964). Cyprus: Collapse of the Zurich Agreement. The World Today, 20(8), 338-347. Retrieved July 14, 2021, from http://www.jstor.org/stable/40393645 

Varnava, A. (2010). Reinterpreting Macmillan’s Cyprus Policy, 1957-1960. The Cyprus Review, 22(1), 79-106. http://cyprusreview.org/index.php/cr/article/view/183 

Zürcher, E. J., (2004). Σύγχρονη Ιστορία της Τουρκίας. 3η έκδ. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Ηλιόπουλος, Η. Ι., (2017). Γεωπολιτική των θαλασσίων δυναμεων. 1η έκδ. Αθήνα: Λειμών.

Μάζης, Ι., (2006). Γεωπολιτική προσέγγιση για ένα νέο Ελληνικό Αμυντικό Δόγμα. 1η έκδ. Αθήνα: Παπαζήση.

Σταματίου, Α. Ν., (2009). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1950-1955. Από την προσέγγιση στο χάσμα, Αθήνα: ΕΑΔΔ.

Στογιάννος, Α., (2017). Η γένεση της Γεωπολιτική και ο Friedrich Ratzel. 1η έκδ. Αθήνα : Λειμών.

Συρίγος, Ά., (2015). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. 5η έκδ. Φεβρουάριος: Πατάκη.

Φιλίππου, Α., (2015). Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου: Τα γεγονότα πριν και μετά τις Συμφωνίες και οι συνέπειες για τον Κυπριακό Ελληνισμό. Πάφος: Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου (Διπλωματική Εργασία). Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση