Αναλυση των αιτιων αποτυχιας των υπηρεσιων πληροφορησης

της Ευαγγελίας Παπανικολάου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Το παρόν ερευνητικό κείμενο θα προσπαθήσει να αναλύσει τους λόγους που οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτυγχάνουν. Αρχικά για να μπορέσει να γίνει αντιληπτός ο ρόλος των υπηρεσιών πληροφόρησης θα γίνει μία αναφορά στην κοινότητα της πληροφόρησης εντός της οποίας παρουσιάζονται οι άμεσα συνδεδεμένοι με τη χάραξη της πολιτικής μιας χώρας, με την ανάλυση και επεξεργασία των πληροφοριών, αλλά και των πομπών μετάδοσης της πληροφορίας. Εντός του κύκλου συναντάται και η σημαντικότητα του ρόλου των υπηρεσιών πληροφόρησης για τη πολιτική και στρατηγική μιας χώρας. Στο παράδειγμα της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα αναλύονται με λογική αλληλουχία οι λόγοι που δεν εφάπτονται σε λάθος της υπηρεσίας πληροφοριών, αλλά σε λάθη που υποπίπτει η εκάστοτε ηγεσία για τον τρόπο αντίληψης της πληροφορίας και που οδηγεί σε αποτυχία προάσπισης της ασφάλειας του κράτους. Επιπρόσθετα, απεικονίζονται και αναλύονται οι αιτίες που οδηγούν σε αποτυχία από την ίδια την υπηρεσία. Μέσω παραδειγμάτων, όπως η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και ο Πόλεμος του Yom Kippur, αναλύονται και ξεδιπλώνονται οι αδυναμίες που συναντώνται εντός μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Στο τέλος, αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους τα λάθη είναι αναπόφευκτα εντός των υπηρεσιών πληροφόρησης, καθώς για να πραγματοποιηθεί μία ολοκληρωμένη ανάλυση των λόγων και των αιτιών αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφόρησης χρειάζεται το θέμα να αναλυθεί πρώτα σφαιρικά και έπειτα να επικεντρωθεί στο κεντρικό ερώτημα της παρούσας έρευνας, ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει μέσω παραδειγμάτων εις βάθος την αποτυχία των υπηρεσιών και να μην επικεντρωθεί μόνο στην επιφάνεια του θέματος.

Δεν μπορεί να γίνει ανάλυση περί των λόγων αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφόρησης, εάν πρωτίστως δεν γίνει ανάλυση του περιεχομένου και του ρόλου των μυστικών υπηρεσιών και της συμβολής τους στην προάσπιση της ασφάλειας ενός κράτους. 

Η CIA συγκεκριμένα αναφέρει πως «οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν μέρος του κύκλου πληροφόρησης» (Federation of American Scientists, 1996), όπου ως  κύκλος πληροφόρησης (intelligence cycle) ορίζεται η διαδικασία συλλογής, επεξεργασίας, ανάλυσης και διάδοσης των πληροφοριών και βάσει αυτού του κύκλου αναπτύχθηκαν οι υπηρεσίες πληροφοριών, παρέχοντας τις επεξεργασμένες πληροφορίες τους σε όσους είναι υπεύθυνοι χάραξης της πολιτικής της εκάστοτε χώρας. Εν παραδείγματι, το κράτος των ΗΠΑ έχει αναπτύξει στο εσωτερικό του το μεγαλύτερο δίκτυο, παγκοσμίως, υπηρεσιών πληροφόρησης με την ύπαρξη και λειτουργία δεκαεπτά (17) υπηρεσιών (Szoldra, P. 2013). 

Ο κύριος ρόλος των υπηρεσιών πληροφόρησης είναι να συλλέγουν πληροφορίες και δευτερευόντως να υπόκεινται οι πληροφορίες αυτές στην ανάλυση και διάδοση τους στους κύριους ενδιαφερομένους, όπως πχ η Κυβέρνηση, το Υπουργείο εξωτερικών κοκ. Παρά το γεγονός πως οι πληροφορίες αυτές συγκεντρώνονται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, εκείνη η πληροφορία που δε θα μαθευτεί και θα είναι μυστική αποτελεί «την προστιθέμενη αξία των Υπηρεσιών αυτών» (Αποστολίδης, Π.2007, σελ.14). Κατά το στάδιο της επεξεργασίας οι υπηρεσίες χρειάζεται να επεξεργαστούν τη πηγή της πληροφόρησης, να την αξιολογήσουν ως προς την αξιοπιστία της και έπειτα να προχωρήσουν στο στάδιο της ανάλυσης και έπειτα της διάδοσης της. Ο κύκλος της πληροφόρησης κλείνει με τη μετάδοση της πληροφορίας από την υπηρεσία πληροφοριών στην ηγεσία της χώρας ή στο εκάστοτε Υπουργείο που ζητά την πληροφορία και ακριβώς σε αυτό το σημείο σταματά ο ρόλος τους στην κοινότητα των πληροφοριών. 

Εν συντομία παρατέθηκαν τα στάδια μιας πληροφορίας από τη στιγμή που αναγνωρίζεται από τις υπηρεσίες πληροφοριών μέχρι και τη μετάδοση της στα άμεσα ενδιαφερόμενα μέλη. Δεν αναφέρθηκαν τυχαίως τα στάδια, διότι κατά τη συνέχεια της ανάλυσης θα παρατηρηθεί πως οι λόγοι που οδήγησαν σε μία αποτυχία μιας υπηρεσίας πληροφοριών εφάπτονται στα παραπάνω στάδια. 

Ο Shulsky αναφέρει πως «η βασική αποτυχία της νοημοσύνης είναι οποιαδήποτε παρανόηση μιας κατάστασης, όπου οδηγεί μια κυβέρνηση ή τις στρατιωτικές της δυνάμεις να αναλάβουν ενέργειες που είναι κατάλληλες και αντιπαραγωγικές για τα δικά της συμφέροντα (Shulsky, A. 2002, σελ. 64). Συχνά, οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορεί να συναντήσουν το φαινόμενο της αποτυχίας και αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες.

Πρώτος και κύριος είναι αυτός του αιφνιδιασμού (surprise attack). Συνιστά την πιο καταστροφική μορφή αποτυχίας πληροφόρησης, διότι είναι προϊόν μιας απροειδοποίητης επίθεσης, «με απώτερο σκοπό οι στρατιωτικές δυνάμεις ενός έθνους να αιφνιδιάζονται» (Shulsky, A. 2002, σελ. 62) και να μην μπορέσουν να αμυνθούν της επίθεσης ή να την αποτρέψουν εγκαίρως. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αιφνιδιαστικής επίθεσης αποτέλεσε η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, κατά την οποία η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε το 1941 στη Ρωσία, παρά το γεγονός πως οι Κυβερνήσεις του Χίτλερ και του Στάλιν δύο χρόνια πριν είχαν υπογράψει Σύμφωνο περί μη επίθεσης. Ωστόσο, το στοιχείο του αιφνιδιασμού είναι καθόλα αποτέλεσμα μιας γραφειοκρατικής αμέλειας που, εν τέλει, έχει ως παράγωγο τη μη  έγκαιρη δράση.

Στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα παρά το στοιχείο του αιφνιδιασμού θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως παρόλο που οι υπηρεσίες πληροφοριών γνώριζαν για τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων προς την ανατολή και είχαν ενημερώσει τον Στάλιν, ο τελευταίος υποτίμησε τις πληροφορίες αυτές και υπερτίμησε τις διαβεβαιώσεις του Χίτλερ πως αποτελούν εκπαιδευτικά στρατεύματα με αποτέλεσμα η ΕΣΣΔ να δεχτεί γερμανική επίθεση (O’Connor, T. 2005). Έτσι, δύο μεταβλητές, ακόμη προστίθενται στην εξίσωση για την εξήγηση της αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφόρησης: η υπερτίμηση και η υποτίμηση της πληροφορίας όχι από τη μεριά της υπηρεσίας πληροφοριών, αλλά από της ηγεσίας. 

Εφάμιλλη της υποτίμησης και της υπερτίμησης μιας πληροφορίας είναι «η υποταγή της στην πολιτική ηγεσία» (Shulsky, A. 2002, σελ. 65). Ουσιαστικά, πρόκειται για περιπτώσεις, όπου η πληροφορία από την υπηρεσία πληροφοριών μεταφέρεται στην ηγεσία ή τους υπεύθυνους χάραξης της πολιτικής, οι οποίοι με τη σειρά τους είτε την ερμηνεύουν κατά πως εκείνοι επιθυμούν είτε δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τα στοιχεία της ανάλυσής της. Κατά τα πρώτα στάδια της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα και λίγο πριν την αιφνιδιαστική επίθεση της Γερμανίας προς τους μέχρι τότε συμμάχους τους, ο Στάλιν μη θέλοντας να πιστέψει τις πληροφορίες περί μεταφοράς των γερμανικών στρατευμάτων προς τα εδάφη της ΕΣΣΔ «κατήγγειλε τις προειδοποιήσεις του Sorge ως στοιχείο παραπληροφόρησης και του μίλησε με τέτοια χυδαιότητα παράπτωμα που ο Στάλιν σχεδόν ποτέ δεν υπέπιπτε» (Christopher, A. 2018 σελ. 621).

Συνεπώς, προκύπτει πως μία ακόμη αποτυχία των υπηρεσιών πληροφόρησης δεν εφάπτεται στην ίδια την υπηρεσία, αλλά στην ηγεσία, η οποία λαμβάνει την πληροφορία με τον τρόπο που θέλει να την ακούσει παραβλέποντας τα στοιχεία της ανάλυσης. 

Οι παραπάνω λόγοι που αναλύθηκαν αφορούσαν, κυρίως, τη διαχείριση της πληροφορίας από τη μεριά της ηγεσίας και όχι εν γένει των υπηρεσιών πληροφόρησης. Κάτωθι έπεται η ανασκόπηση της αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφόρησης κατά τα στάδια της συλλογής, επεξεργασίας και ανάλυσης από τις ίδιες τις υπηρεσίες πληροφοριών. 

Στο στάδιο της συλλογής μία πληροφορία μπορεί να μην είναι ακριβής και αυτό να αποτελέσει συστατικό στοιχείο αποτυχίας μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Στο παρόν στάδιο εφάπτεται και η μη διαθεσιμότητα μιας πληροφορίας, όποτε και όπου χρειάζεται (Kruys,B. 2021, σελ. 9). Λόγω των πολλών υπηρεσιών και τμημάτων που υπάρχουν για την ανάλυση και συλλογή των δεδομένων είναι σύνηθες φαινόμενο η πληροφορία που χρειάζεται λόγου χάρη το τμήμα ανάλυσης να μην μπορεί να διατεθεί από το τμήμα της συλλογής με αποτέλεσμα την κωλυσιεργία για γραφειοκρατικούς λόγους, για λόγους ανταγωνισμού, απόρρητων πληροφοριών κοκ.

Βάσει του παραπάνω, εισάγεται μία ακόμη μεταβλητή στην εξίσωση της αποτυχίας των υπηρεσιών πληροφόρησης, η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων εντός των υπηρεσιών (O’Connor, T. 2005). Κατ’ ουσίαν επρόκειτο «για την έλλειψη του συνδετικού γραφείου» (O’Connor, T. 2005) το οποίο θα φέρει σε επικοινωνία τους διαφορετικούς επικεφαλείς των τμημάτων που θα τους βοηθήσει και στην ανταλλαγή πληροφοριών. Αυτό το κενό εντοπίστηκε κατά την επίθεση στο Pearl Harbor «με την ύπαρξη προβλημάτων επικοινωνίας μεταξύ των διοικήσεων του στρατού και του ναυτικού και την έλλειψη ενός κεντρικού γραφείου διασύνδεσης για την ανάλυση των διαφορετικών πληροφοριών» (Shulsky, A. 2002, σελ. 66). 

Σημαντικός παράγοντας που οδηγεί σε λάθος εκτίμηση κατά το στάδιο της ανάλυσης των πληροφοριών αποτελεί η ληφθείσα γνώμη (Shulsky, A. 2002, σελ. 66). Επρόκειτο για αυτό που αναφέρεται από τον Shulsky ως «συμβατική σοφία» και ουσιαστικά αποτελεί την υποκειμενική γνώμη κάποιου, χωρίς, ωστόσο, να είναι προϊόν κάποιας έρευνας. Στο στάδιο της ανάλυσης εντός μιας υπηρεσίας πληροφοριών, τα άτομα που ασχολούνται επί τούτου πολλές φορές θέλοντας να εξοικονομήσουν χρόνο από την επανεξέταση παλαιότερων ερευνών και αναλύσεων, υποπίπτουν στο σφάλμα της δικής τους ερμηνείας των γεγονότων και όχι βάσει προκαθορισμένων μοτίβων και αποδείξεων με αποτέλεσμα την παρουσίαση μιας υποκειμενικής ανάλυσης που ελλοχεύει κινδύνους. 

Επιπλέον, οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορεί να ερμηνεύσουν τις πληροφορίες ενός αντιπάλου ή μιας συγκεκριμένης κατάστασης βάσει του παράγοντα της οικειοποίησης, που ορίζεται ως το φαινόμενο «mirror imaging» και περιγράφει «την κρίση των γνωστών καταστάσεων βάσει των οικείων» (O’Connor, T. 2005). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πόλεμος του Yom Kippur,το 1973, με το Ισραήλ να θεωρεί πως οι Αιγύπτιοι «δεν θα προχωρούσαν σε επίθεση, διότι πίστευαν πως θα περίμεναν τον εφοδιασμό με εξοπλισμό από τη Σοβιετική Ένωση» (Giannoulis, A. 2011, σελ. 15). Αυτό αποτέλεσε και το λάθος των Ισραηλινών, δηλαδή να ερμηνεύσουν τον αντίπαλο – εν προκειμένω την Αίγυπτο – υπό τη δική τους οπτική γωνία. Το ίδιο σφάλμα μπορεί να γίνει και για τεχνολογικούς- εξοπλιστικούς λόγους κάτι που συναντήθηκε στην περίπτωση του πολέμου Yom Kippur, όπου πάλι το Ισραήλ θεωρώντας ότι η Αίγυπτος δεν θα προχωρήσει σε πόλεμο, καθώς θα αποτύχει λόγω της ανυπαρξίας στρατιωτικού εξοπλισμού αψήφησε πως η τελευταία «οδηγήθηκε στην αγορά (18) αεροπλάνων Mirage από τη Λιβύη και (16) Hunter από το Ιράκ» (Giannoulis, A. 2011, σελ.15). 

Πολύ σημαντικό στοιχείο, το οποίο εξάγεται, επίσης, από τον πόλεμο του Yom Kippur είναι το αίσθημα υπεροχής και η υπερβολική εμπιστοσύνη του Ισραήλ στις δυνάμεις του υποβαθμίζοντας τις αντίστοιχες της Αιγύπτου. Πολλές φορές, οι υπηρεσίες πληροφοριών, αλλά και η ηγεσία γνωρίζοντας τα πλεονεκτήματά τους, υποτιμούν τις κινήσεις του αντιπάλου με αποτέλεσμα αυτό το αίσθημα της υπεροχής να τους οδηγήσει σε μία παρανόηση (misunderstanding) της πραγματικότητας. Πράγματι, αποδείχθηκε πως η Μοσάντ υποτίμησε τις στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου με το να μη προβεί σε προληπτική επίθεση. 

Επιπρόσθετα, μία υπηρεσία πληροφοριών γνωρίζει πως ο αντίπαλος αφενός δε θα προβεί σε επίθεση και αφετέρου η έλλειψη πληροφοριών για το εάν και πότε θα προβεί σε επίθεση την οδηγεί σε καθεστώς εφησυχασμού και δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια (O’Connor, T. 2005). Η Κυβέρνηση Θάτσερ, έχοντας να αντιμετωπίσει πληθώρα εσωτερικών προβλημάτων και ένεκα της αποαποικιοποίησης που ακολούθησε τον Β’ ΠΠ με τις περισσότερες κτήσεις της πάλαι ποτέ βρετανικής αυτοκρατορίας να γνωρίζουν πλέον την αυτοδιάθεση, δεν περίμενε πως η εθνικιστική κυβέρνηση του Γκαλτιέρι θα προβεί σε ενέργειες απελευθέρωσης των νήσων Φώκλαντ. Έτσι, η Αργεντινή αιφνιδίασε το Ηνωμένο Βασίλειο και έθεσε σε καθεστώς επαγρύπνησης την Κυβέρνηση Θάτσερ, ώστε να μη δεχθούν άλλη μία αιφνιδιαστική επίθεση. 

Τέλος, ένα τελευταίο στοιχείο της ανάλυσης των λόγων που οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτυγχάνουν αποτελεί «η αποτυχία σύνδεσης των πληροφοριών» (O’Connor, T. 2005). Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μη σύνδεσης πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών πληροφόρησης αποτέλεσε η 11η Σεπτεμβρίου. Πριν το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, η Αλ Κάιντα ήδη είχε προβεί σε μικρότερου βεληνεκούς τρομοκρατικά χτυπήματα, όπως η προσπάθεια να ανατινάξουν το πολεμικό πλοίο USS The Sullivans στις 3 Ιανουαρίου του 2000, αλλά και η επίθεση στις 12 Οκτωβρίου του 2000, που αυτή τη φορά στέφθηκε με επιτυχία, στο πολεμικό πλοίο USS Cole (Christopher, A. 2018, 723). Το FBI είχε ήδη παρατηρήσει τα χτυπήματα αυτά και ένας αναλυτής της υπηρεσίας ζήτησε “την εξέταση της υπόθεσης του USS Cole και την διερεύνηση του ρόλου της Αλ Κάιντα στην επίθεση αυτή” (Christopher, A. 2018, 723). Επιπλέον, κατά τις Αμερικανικές εκλογές η CIA προσπάθησε να ενημερώσει σχετικά με την ύπαρξη της Αλ Κάιντα τον Τζόρτζ Μπους, ο οποίος απάντησε χαρακτηριστικά «Λοιπόν, υποθέτω πως θα ασχοληθώ με αυτά όταν θα γίνω Πρόεδρος» (Christopher, A. 2018, 723). Συνεπώς, η 11η Σεπτεμβρίου ήταν αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας σφαλμάτων στον κύκλο της πληροφόρησης από το αρχικό στάδιο της συλλογής πληροφοριών μέχρι και σε εκείνο της μετάδοσης στην ηγεσία. 

Έχει παρατεθεί μία πληθώρα λόγων και αιτιών που μπορούν να οδηγήσουν σε μία αποτυχία μιας υπηρεσίας πληροφοριών, είτε μπορεί να προέρχεται από την ίδια την υπηρεσία ή από τον τρόπο που εκλαμβάνεται η πληροφορία από την ηγεσία και χρησιμοποιείται στην πράξη. Ουσιαστικά, όλα τα παραπάνω εντάσσονται σε τρεις ευρύτερες κατηγορίες, πρώτον στην κατηγορία της αντίληψης μιας πληροφορίας, δεύτερον στην κατηγορία της μετάδοσης ή μη της πληροφορίας και τέλος στη κατηγορία της συλλογής μιας πληροφορίας (Trujilo, M. 2012, σελ.2).  

Σύμφωνα με τον Betts, εάν δεν εντοπιστούν οι συνδετικοί κρίκοι μεταξύ της ανάλυσης και των υπευθύνων λήψης αποφάσεων θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι παθογένειες στον τομέα της πληροφόρησης με αποτέλεσμα να μη μπορούν να προβλέψουν μελλοντικά μία αιφνιδιαστική επίθεση και να σχεδιαστεί ορθώς ένα αμυντικό πλάνο (Betts, R. 1978, σελ. 63-65). Σημαντικός παράγοντας εν προκειμένω αποτελεί η ψυχολογία. Όταν μία πληροφορία δεν είναι αυτή που η ηγεσία περιμένει, παρατηρείται ένα χάσμα μεταξύ της πραγματικής ανάλυσης της πληροφορίας και της ανάλυσης που υπόκειται από την ηγεσία, με απώτερο σκοπό να αντικατοπτριστεί όπως επιθυμείται από την εκάστοτε μεριά για μια επιχειρησιακή αξιολόγηση. Με αυτό τον τρόπο υπάρχει μία «αποσύνδεση μεταξύ των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής και των αναλυτών των υπηρεσιών πληροφόρησης» (Betts, R. 1978, σελ. 64). 

Επίσης, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που οδηγεί σε αποτυχία και δεν μπορεί να αποφευχθεί είναι η μη ορθή αξιολόγηση της πληροφορίας κατά το στάδιο της επεξεργασίας της. Μπορεί μία πληροφορία να είναι ασαφής χωρίς προηγουμένως να έχει ελεγχθεί για την εγκυρότητα της με αποτέλεσμα να υπάρξει σύγχυση κατά το στάδιο της ανάλυσης και της μετάδοσης της πληροφορίας και τοιουτοτρόπως να υποπέσει σε καθεστώς αποτυχίας η υπηρεσία. Σε μία κατάσταση κρίσεως εάν οι πληροφορίες δεν είναι ορθά διασταυρωμένες, τότε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν βάσει ενστίκτου παρά δεδομένων με προφανή τον κίνδυνο αποτυχίας (Betts, R. 1978, σελ. 68).  

Επί προσθέτως,  ο Betts αναγνωρίζει ως τροχοπέδη στην επιτυχία μιας υπηρεσίας πληροφοριών το στοιχείο της αμφιθυμίας της κρίσης (Betts, R. 1978, σελ. 71). Πραγματιστικά, έγκειται στην κατηγορία της αντίληψης, όπως έχει ήδη παρατεθεί και άνωθεν, και αναφέρεται στο γεγονός πως όταν υπάρχουν σε μία πληροφορία δεδομένα που είναι αντικρουόμενα ή δεν γίνεται σαφές το νόημα τους, τότε ο αναλυτής θέτει εαυτόν υπό αμφισβήτηση με αποτέλεσμα η ανάλυση της πληροφορίας να έχει λάθη ή ανακριβή/ασαφή σημεία. 

Τέλος, ένας ακόμη λόγος αποτυχίας που αντικατοπτρίζεται στη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφόρησης είναι η ατροφία των μεταρρυθμίσεων (Trujilo, M. 2012, σελ. 3).  Εντός της υπηρεσίας πληροφοριών γίνονται ανακατατάξεις και μεταρρυθμίσεις έπειτα από περιόδους συνεχών αποτυχιών ή δυσκολιών, με αποτέλεσμα οι όποιες μεταρρυθμιστικές αλλαγές να μη λειτουργούν με τρόπο που περιμένουν οι ανώτεροι και κατ’ επέκταση να μην έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. 

 Το παρόν ερευνητικό άρθρο προσπάθησε να παραθέσει όχι μόνο τους λόγους που οδηγούν σε αποτυχία των υπηρεσιών πληροφόρησης, αλλά και να αναδείξει τον ρόλο τους και να αποδείξει πως όσες προσπάθειες και να γίνουν για αποφυγή λαθών εντός και εκτός των υπηρεσιών είναι εν τέλει αναπόφευκτα. 

Αυτά που αναγνωρίζονται ως σφάλματα ή λάθη δεν επαφίενται στην υπηρεσία αυτή κάθ’ αυτή, αλλά και σε εκείνους που μεταδίδεται η πληροφορία. Αρκετά λάθη με ιστορικά παραδείγματα, όπως η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα εφάπτονταν στη χρήση και ανάλυση της πληροφορίας από την πολιτική ηγεσία, ενώ άλλα, όπως η 11η Σεπτεμβρίου αποτελούν αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας από λάθη μεταξύ των διαφόρων τμημάτων εντός της υπηρεσίας, αλλά και μεταξύ των διαφορετικών υπηρεσιών πληροφόρησης. Έτσι, αποδεικνύεται πως ο ανθρώπινος παράγοντας αναδεικνύεται ως ο κεντρικός πυλώνας που οδηγεί στην αποτυχία και πως όση προσπάθεια και να καταβληθεί για να αποφευχθεί το λάθος μία αποτυχία πρέπει να είναι δεδομένη. 

Ωστόσο, οι αποτυχίες των υπηρεσιών πληροφόρησης δεν μειώνουν καθόλου το ρόλο και τη σημαντικότητα που έχουν οι υπηρεσίες πληροφοριών εντός της κοινότητας της πληροφόρησης και την αξία που μπορούν να προσθέσουν μέσω της επεξεργασίας και ανάλυσης των πληροφοριών για τη χρήση τους από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. 

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

[1]Αποστολίδης, Π.(2007), Οι υπηρεσίες πληροφοριών στο εθνικό σύστημα ασφάλειας. Η περίπτωση της ΕΥΠ, ΕΛΙΑΜΕΠ: Αθήνα. Διαθέσιμο εδώ 

Ξενόγλωσση

[1] Betts, R. (1978). Analysis, War, and Decision: Why Intelligence Failures Are inevitable, World Politics 31(1), 61-89. Available here

[2] Christopher, A.(2018), The secret world. A history of intelligence, Penguin Random House: UK. 

[3]Federation of American Scientists(1996), Preparing for the 21st Century. An appraisal of U.S intelligence, Available here

[4]Giannoulis,A.(2011), Intelligence failure and the importance of strategic foresight to the preservation of national security, Research Institute for European and American Studies: Athens, Available here

[5]O’Connor, T.(2005), The history and lessons of intelligence failures, North Carolina Wesleyan College, Syllabus of Homeland Security. Available here

[6]Shulsky,A.(2002), Silent Warfare. Understanding the world of intelligence, Potomac Books Inc: Washington D.C. 

[7]Szoldra,P.(2013), These 17 agencies make up the most sophisticated spy network in the world, Insider. Available here

[8]Trujilo, M.(2012), Are intelligence failures inevitable?, E-International Relations. Available here

[9]U.S Naval War College(2021), Intelligence studies: The intelligence cycle, Newport: Rhode Island. Available here


Απάντηση