Η επεκταση της ψηφιοποιησης στην Ελλαδα επί Covid-19 και το παραδειγμα της Εσθονιας

της Κωνσταντίνας Μαύρου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Είναι γεγονός ότι μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο των δύο χρόνων, από κοινού με την πανανθρώπινη εξάπλωση της πανδημίας SARS-Cov-2 υπήρξε – σχεδόν – επιτακτική και η ανάγκη εδραίωσης της μετατροπής του συνόλου των διαδικασιών των κρατών σε ηλεκτρονική μορφή. Στις χώρες, που επέλεξαν την “ψηφιοποίηση” των ενεργειών τους, ως μέσου προστασίας της δημόσιας υγείας συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, η οποία, αν και είχε νομιμοποιήσει την χρήση ψηφιακών υπογραφών από το 2001, ενσωμάτωσε τον Κανονισμό 910/2014 (eIDAS) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά, ψηφίζοντας τον νόμο 4440/2016 όπου σύμφωνα με το αρ. 24 “όλες οι διαδικασίες για την έκδοση διοικητικών πράξεων και λοιπών εγγράφων από τους φορείς του Δημοσίου, διεκπεραιώνονται αποκλειστικά με χρήση εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής”, εν τοις πράγμασι οι συναλλαγές εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται κατά παράδοση δια ζωής. Με αφετηρία, λοιπόν, την 27 θέση το 2019 (σε σύνολο 28 τότε κρατών) κατά τον ψηφιακό δείκτη οικονομίας και κοινωνίας (DESI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με όλο το φάσμα των ηλεκτρονικών δραστηριοτήτων -συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών, ολοκλήρωση της ψηφιακής τεχνολογίας και ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες- το έργο, που έμελλε να τελεστεί προδήλως φάνταζε δαιδαλώδες.

Η έντονη εξωγενής πίεση, λειτούργησε, όμως, αναμφιβόλως, προτρεπτικά, επιταχύνοντας την βραχύτερη δυνατή μετάβαση, δεδομένης της υφιστάμενης κατάστασης και της περιορισμένης εξοικείωσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού με τα τεχνολογικά μέσα. Μετά και τη δημιουργία του gov.gr νωρίτερα των προκαθορισμένων ημερομηνιών, συμπεριλαμβάνοντας ένα μεγάλο μέρος υπηρεσιών τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, την καθιέρωση της τηλεργασίας σε ποσοστό 1/2 και με την, παράλληλη, ολοκλήρωση της υιοθέτησης των δικτύων 5 γενιάς (5G) ταχύτερα από κράτη με ήδη ανεπτυγμένη ψηφιοποίηση (π.χ. Ολλανδία), η χώρα μας σταδιακά εντάχθηκε στο “νέο” καθεστώς της “ψηφιακής εποχής”. Αν μη τι άλλο, θεωρείται, πλέον, και “πρωτοπόρος”, αποτελώντας τον “ιθύνοντα νου” πίσω από την καινοτομία του “ευρωπαϊκού ψηφιακού πιστοποιητικού Covid” (EU Digital Covid)  ή “green pass”, το οποίο πρόκειται να τεθεί σε διαθεσιμότητα σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Ιούλιο του 2021, μειώνοντας, έτσι, τις απαιτούμενες για ταξιδιωτικούς λόγους διατυπώσεις και, αυξάνοντας, επομένως, την κίνηση του τουρισμού, κύριας βάσης του ελληνικού ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος). 

Η “ψηφιοποίηση” δεν είναι βέβαια έσχατη ανακάλυψη και τα οφέλη της δεν είναι η πρώτη φορά, που διατυπώνονται. Η ηλεκτρονική μορφή των διαδικασιών, σε συνδυασμό με την μη απαίτηση κατοχής ειδικών μηχανημάτων, όπως σαρωτών ή εκτυπωτών, μειώνει αρκετά το λειτουργικό κόστος των υπηρεσιών, πόσο μάλλον του (ελληνικού) δημοσίου, του οποίου τα προσδοκώμενα έσοδα, σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών το 2014, αναμένεται να ανέρχονται στο ποσό των -περίπου- 400 εκατομμυρίων ευρώ ανά έτος, τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αξιοποιηθούν σε άλλους τομείς και κυρίως της πρόνοιας. Ταυτόχρονα, με την καθιέρωση του 5G, περισσότερα από 34.000 κτίρια, που στεγάζουν φορείς του Δημοσίου αναμένεται να αναβαθμίσουν τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες τους με δραστική αύξηση των ταχυτήτων Internet και πολύ σημαντική μείωση του τηλεπικοινωνιακού κόστους, με το Ελληνικό Δημόσιο να γνωρίζει  για πρώτη φορά με απόλυτη ακρίβεια τις εν λόγω χρηματικές δαπάνες.

Στον αντίποδα, όμως, η προσβασιμότητα στις ψηφιακές δραστηριότητες δεν είναι σε άπαντες εφικτή είτε λόγω έλλειψης γνώσεως είτε λόγω μη κατοχής τεχνολογικών μέσων, αποδυναμώνοντας έμμεσα την συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα των πολιτών. Βέβαια και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε αρωγή, με τη δημιουργία 1. της Ψηφιακής Ακαδημίας Πολιτών, μιας δωρεάν ιστοσελίδας διαμορφωμένης από ομάδα εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σε συνεργασία με Έλληνες ακαδημαϊκούς και ειδικούς στην ψηφιακή εκπαίδευση, με σκοπό την ενίσχυση των γενικών ψηφιακών δεξιοτήτων, αλλά και τον εμπλουτισμό των ήδη εξειδικευμένων γνώσεων, με ύπαρξη και εργαλείου αυτοαξιολόγησης μορφής DigiComp και 2. της χορήγησης σε επιλεγμένους -βάσει κριτηρίων- δικαιούχους, φορητών υπολογιστών, αν και το όλο εγχείρημα χαρακτηρίστηκε από έντονη βραδύτητα. 

Το παράδειγμα της Εσθονίας 

Πέρα, όμως, από την Ελλάδα, που βρίσκεται σε “νεογιλές” στάδιο αναφορικά με τη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών υφίστανται κράτη, με πλήρως εδραιωμένη ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Η Εσθονία συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τον DESI, σε ένα από αυτά, ξεκινώντας από το το 1994 και αναπτύσσοντας ψηφιακές υπογραφές και ηλεκτρονικές ταυτότητες (eID) από το 2002. Μετά από, λοιπόν, – σχεδόν – 20 χρόνια, τα αποτελέσματα αυτής της “μετατροπής”, είναι πληρέστερα από ότι σε οιαδήποτε άλλη χώρα, κι ίσως, αποτελούν τον προάγγελο του τι μέλλει να γενέσθαι εντός των επομένων δεκαετιών και στην χώρα μας, αν αναλογιστούμε και τη συμβολή του “αρχιτέκτονα” της ψηφιοποίησης της Εσθονίας, Τόμας Χέντρικ Ίλβες, στην Επιτροπή του 2019, για την δημιουργία του ψηφιακού σχεδιασμού της Ελλάδας. Στο κράτος, λοιπόν, της βορειοανατολικής Ευρώπης, οι πολίτες -μετά την ηλικία των 15 ετών- αποκτούν έναν 11μελή μοναδικό κωδικό και αντίστοιχη αυτού κάρτα (Estonian identity card) από την πολιτεία, την οποία δύνανται να χρησιμοποιούν σε σούπερ μάρκετ, σινεμά, βιβλιοθήκες, φαρμακεία, αλλά και στις δραστηριότητες με το Δημόσιο, τις τράπεζες, μέχρι και για το δικαίωμα του “εκλέγειν” (e- voting), μέσω του λογισμικού DigiDoc και της αντίστοιχης εφαρμογής, δημιουργούμενης από την Αρχή Συστημάτων Πληροφορικής της Εσθονίας (The Estonian Information System Authority – RIA). Συνολικά το 99% του πληθυσμού κατέχει ηλεκτρονικές ταυτότητες και σε διάστημα ενός χρόνου, υπολογίζεται, μάλιστα, ότι “κερδίζουν” εξαιτίας της πρακτικής αυτής, συνολικά πέντε μέρες από την καθημερινότητά τους. Ως εκ τούτου, η ροή εργασίας γίνεται αποτελεσματικότερη, με αυξημένη παραγωγικότητα, εξοικονομώντας περίπου το 2% του ΑΕΠ. 

Επίλογος 

Εν κατακλείδι, είναι γεγονός ότι η ψηφιοποίηση, μετά και την επέλευση της πανδημίας, επεκτάθηκε από τους φορείς του ιδιωτικού τομέα αλλά και στο Δημόσιο, με τις δύο περιπτώσεις να είναι εξίσου σημαντικές. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, όπως λέγεται, είναι η σύνδεση του αρχαιότερου δημιουργήματος του ανθρώπου, το κράτος, με το πιο έσχατο, την τεχνολογία. Φύσει η όλη διαδικασία αποτελεί πεδίο γένεσης προβλημάτων τόσο σε διαδικαστικό και ενσωμάτωσης στη νοοτροπία πεδίο όσο και στον τομέα του ελέγχου. Με την πάροδο των ετών η ηλεκτρονική διακυβέρνηση επεκτείνεται όλο και περισσότερο, ώστε το 2021 να είμαστε σε θέση να πούμε πως σχεδόν ολόκληρο το δημόσιο είναι κοντά μας με ένα “κλικ”. Παρά την γενικότερη ροπή, δικαιολογημένη και μη, της κοινωνίας στην αποδοκιμασία πάσης φύσεως πρακτικών του Δημοσίου και με παρονομαστή το στοιχείο της αισιοδοξίας, το μερικώς έτοιμο σύστημα του 2019, ανταποκρίθηκε με διόλου ευκαταφρόνητο τρόπο στις απαιτήσεις των τωρινών συνθηκών. Αν και, όπως σε όλα τα πράγματα, υφίστανται περιθώρια βελτίωσης, η πορεία της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σηματοδοτείται από ένα θετικό πρόσημο, ελπιδοφόρο για το μέλλον. 


Απάντηση