Η προστασια αμαχων εν καιρω πολεμου

από τον Νίκο Ζίνγκο, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο πόλεμος αποτελεί φαινόμενο που έχει χαρακτηρίσει ανεξίτηλα την ανθρώπινη ιστορία. Από την αρχαιότητα έως σήμερα, έχουν υπάρξει αναρίθμητες ένοπλες αναμετρήσεις, είτε διεθνείς (πόλεμος μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών) είτε μη διεθνείς (εμφύλιες συρράξεις). Ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό μίας σύρραξης, το αποτέλεσμα, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, παραμένει ίδιο: ανυπολόγιστες καταστροφές και απώλειες σε περιουσίες, υποδομές και ανθρώπινες ζωές. Ειδικότερα όσον αφορά τις ανθρώπινες ζωές, έχει παρατηρηθεί ότι πολλές φορές, οι άμαχοι είναι αυτοί που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα. Σε μία προσπάθεια ελάττωσης των συνεπειών του πολέμου και με σκοπό να πρυτανεύσει η αρχή του ανθρωπισμού, η διεθνής κοινότητα έχει θεσπίσει ανά τα χρονικά κανόνες διεξαγωγής του πολέμου και προστασίας ευάλωτων ομάδων, ξεκινώντας εντατικά από τον 19ο αιώνα και διαμορφώνοντας σταδιακά το δίκαιο των ενόπλων συρράξεων ή διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (εφεξής ΔΑΔ). Παρ’ όλα αυτά, η πολυπλοκότητα των σύγχρονων ενόπλων συρράξεων, με την εμφάνιση νέας τεχνολογίας και την ανάδυση μη κρατικών δρώντων, περιπλέκουν τα πράγματα στο πεδίο της μάχης και στην εφαρμογή των κανόνων του ΔΑΔ, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η δυνατότητα διάκρισης μεταξύ μαχητών και αμάχων, και συνακόλουθα, η προστασία των τελευταίων.

Το παρόν κείμενο αποσκοπεί στην παρουσίαση μίας ιστορικής ανασκόπησης σχετικά με την προστασία του άμαχου πληθυσμού εν καιρώ πολέμου, στην ανάλυση του νομικού καθεστώτος των αμάχων όπως απορρέει εθιμικά και από τα σχετικά συμβατικά κείμενα, και στην αναφορά σε προβλήματα που εντοπίζεται στην εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Παρά το γεγονός ότι η προστασία αμάχων φαίνεται να ανάγεται σε ύψιστη αρχή κατά τον 20ο αιώνα, οι ρίζες της εντοπίζονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα τον 19ο αιώνα, τα οποία αποτέλεσαν προπομπός των σημερινών διατάξεων περί προστασίας αμάχων. Συγκεκριμένα, εκείνη την εποχή, βλέπουμε την ανάδυση ενός κινήματος ανθρωπισμού που αποσκοπούσε στην κωδικοποίηση των κανόνων του πολέμου, έτσι όπως είχαν προκύψει από τις πρακτικές διάφορων πολιτισμών ως προς την διεξαγωγή πολέμου. Πρωτοστάτης αποτελεί ο Ερρίκος Ντυνάν, ο οποίος αποτέλεσε αυτόπτης μάρτυρας των συνεπειών που είχε η Μάχη του Σολφερίνο το 1859 σε τραυματισμένους στρατιώτες (Alexander A., 2015, p.112). Έχοντας βιώσει τον αλόγιστο πόνο που προκαλεί μία κατάσταση πολέμου, προέβη σε δύο πολύ σημαντικά βήματα. Το πρώτο ήταν η δημιουργία του Ερυθροσταυρικού Κινήματος, στη βάση του οποίου ιδρύθηκε η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (International Committee of the Red Cross), με βασική επιταγή την προώθηση και διαφύλαξη της ιδέας του ανθρωπισμού στις ένοπλες συρράξεις. Το δεύτερο αποτέλεσε η συνομολόγηση της πρώτης Σύμβασης της Γενεύης του 1864 για την προστασία τραυματιών και ασθενών στον κατά ξηρά πόλεμο (Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded in Armies in the Field 1864). Έκτοτε, ακολούθησαν και άλλες συμβάσεις που διεύρυναν σε σημαντικό βαθμό το πεδίο εφαρμογής του ΔΑΔ, όπως οι συμβάσεις της Χάγης του 1899 και 1907 περί σεβασμού των κανόνων και των εθίμων του κατά ξηρά πολέμου και την προσαρμογή τους στον ναυτικό πόλεμο (Hague Conventions 1899 and 1907), η Σύμβαση της Γενεύης του 1906, η οποία αναθεώρησε τη Σύμβαση του 1864 (Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded in Armies in the Field 1906), και οι δύο συμβάσεις της Γενεύης του 1929, εκ των οποίων η μία αποτελούσε δεύτερη αναθεώρηση της Σύμβασης του 1864 και η δεύτερη αφορούσε στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου (Convention Relative to the Treatment of Prisoners of War 1929).

Αναφορικά με τον άμαχο πληθυσμό, συνιστούσε βασική αρχή κατά τον 20ο αιώνα η προστασία της εν λόγω κατηγορίας προσώπων, καθώς πρωταρχική ιδέα ήταν ότι οι ένοπλες συρράξεις αφορούσαν αποκλειστικά τις κρατικές ένοπλες δυνάμεις (Μαρούδα Μ. Ν., 2015, σελ.124). Οι φρικαλεότητες, όμως, που πραγματοποιήθηκαν σε βάρος αμάχων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου στη διεθνή κοινότητα για την αλλαγή που εκτυλίσσεται στο πεδίο των εχθροπραξιών, με την αυξανόμενη στοχοποίηση αμάχων και τον αριθμό των νεκρών να ανεβαίνει κατακόρυφα.

Οδηγούμαστε, λοιπόν, στην υιοθέτηση των 4 Συμβάσεων της Γενεύης (Geneva Conventions 1949), (εφεξής ΣΓ 49), εκ των οποίων η Τέταρτη αφορά την προστασία αμάχων (οι άλλες τρεις αφορούν το καθεστώς των τραυματιών, ασθενών και ναυαγών στον κατά ξηρά και κατά θάλασσα πόλεμο και στο καθεστώς των αιχμαλώτων πολέμου). Δεκαετίες αργότερα, το 1977, στις 4 ΣΓ 49 επισυνάπτονται 2 Πρόσθετα Πρωτόκολλα (Protocols Additional to the Geneva Conventions 1977) (εφεξής ΠΠ 1 και 2), οι οποίες συμπληρώνουν τις διατάξεις των ΣΓ 49. Τα συγκεκριμένα κείμενα αποτέλεσαν τομή για την εξέλιξη του ΔΑΔ, καθώς, πέρα από το γεγονός ότι αναθεωρήθηκαν ρυθμίσεις σε ήδη προστατευόμενες κατηγορίες θυμάτων πολέμου, για πρώτη φορά εγκαθιδρύεται ένα εκτεταμένο πλέγμα κανόνων για την διασφάλιση της ζωής και της αξιοπρέπειας του άμαχου πληθυσμού, στο βωμό της επικράτησης της αξίας του ανθρωπισμού.

ΤΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΑΜΑΧΩΝ

Άμαχοι θεωρούνται τα άτομα που δεν είναι μαχητές, δηλαδή αυτοί που δεν είναι διαπιστευμένοι στις ένοπλες δυνάμεις ενός εμπόλεμου μέρους. Η Τέταρτη ΣΓ ’49 ορίζει ότι στον προστατευτικό κλοιό της εν λόγω Σύμβασης εμπίπτουν τα πρόσωπα που «σε οποιαδήποτε στιγμή και με οποιονδήποτε τρόπο, βρίσκονται, σε περίπτωση πολέμου ή κατοχής, στα χέρια εμπόλεμου μέρους ή κατοχικής δύναμης της οποίας δεν αποτελούν υπήκοοι» (άρθρο 4),  και τα οποία δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο επίθεσης ή να τυγχάνουν απάνθρωπης, εξευτελιστικής και διακριτικής μεταχείρισης, είναι αναγκαίο να προστατεύονται από κάθε μορφής βίας, συμπεριλαμβανομένων της δολοφονίας και των βασανιστηρίων, και να απολαμβάνουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, ενώ παράλληλα απαγορεύεται η αρπαγή ομήρων (ελάχιστες εγγυήσεις που προβλέπονται στο κοινό με τις άλλες τρεις ΣΓ ‘49 άρθρο 3 περί μη διεθνών συρράξεων).

Πέρα από την γενική προστασία η οποία παρέχεται από την 4η ΣΓ ’49, έχουν καθιερωθεί και ειδικότερες προβλέψεις για συγκεκριμένες ομάδες προσώπων που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες, γεγονός στο οποίο έχουν συμβάλλει και οι συμπληρωματικές ρυθμίσεις του ΠΠ 1. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 77 ΠΠ 1 προβλέπει ότι τα παιδιά πρέπει να αποτελούν αντικείμενο σεβασμού, να διαφυλάσσονται από επιθετικές ενέργειες, και τα μέρη στη σύρραξη οφείλουν να παίρνουν μέτρα ώστε τα παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους να μην λαμβάνουν μέρος στις εχθροπραξίες. Επιπλέον, η 4η ΣΓ ’49 ορίζει ότι τα παιδιά κάτω των 15 ετών πρέπει να συγκεντρώνονται σε νοσοκομεία ή ζώνες ασφαλείας μακριά από το πεδίο μάχης (άρθρο 14 4ης ΣΓ ’49), ενώ παράλληλα έχουν προτεραιότητα ως προς την εκκένωση πληγεισών περιοχών (άρθρο 17 4ης ΣΓ ’49) και την απόλαυση ανθρωπιστικής βοήθειας (άρθρο 23 4ης ΣΓ ’49). Όσον αφορά τις γυναίκες, υπάρχουν διατάξεις που προστατεύουν τις γυναίκες από βιασμό ή οποιαδήποτε άλλη μορφή σεξουαλικής βίας, ενώ παράλληλα, εφαρμόζονται για τις μητέρες οι ίδιες προστατευτικές διατάξεις που ισχύουν για τα παιδιά στα άρθρα 14 και 17 της 4ης ΣΓ ’49. Το ΠΠ 1 παρέχει επιπρόσθετους κανόνες στο άρθρο 76, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση σύλληψης εγκύου ή μητέρας με εξαρτώμενα παιδιά, θα πρέπει να έχει προτεραιότητα η εξέταση της δικής της υπόθεσης, ενώ τυχόν επιβολή θανατικής ποινής δεν θα εκτελείται. Επίσης, οι πρόσφυγες αποτελούν προστατευόμενη ομάδα αμάχων, με το άρθρο 73 ΠΠ 1 να ορίζει ότι άτομα που θεωρούνταν πρόσφυγες πριν την έναρξη του πολέμου, προστατεύονται από το ΔΑΔ, ενώ στο ίδιο άρθρο αναγράφεται η υποχρέωση των εμπόλεμων μερών να διευκολύνουν το έργο ανθρωπιστικών οργανώσεων ως προς την επανένωση οικογενειών. Για τους μετακινούμενους πληθυσμούς (άνθρωποι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους παραμένοντας, όμως, στο εσωτερικό της χώρας τους), δεν ισχύουν οι προστατευτικές διατάξεις περί προσφύγων και δεν υφίστανται ειδικότερες διατάξεις πέραν ορισμένων αναφορών στο ΔΑΔ περί απαγόρευσης της αναγκαστικής μετατόπισης πολιτών (Μαρούδα Μ. Ν., 2015, σελ.128). Άλλες προστατευόμενες ομάδες αμάχων συνιστούν οι δημοσιογράφοι (άρθρο 50 ΠΠ 1), τα μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων, καθώς και οι κρατούμενοι ασφαλείας, οι οποίοι καλύπτονται από τις ελάχιστες εγγυήσεις του κοινού άρθρου 3 και των άρθρων 75 ΠΠ 1 και 4-6 ΠΠ 2.

Η αποτελεσματική προστασία του άμαχου πληθυσμού εξαρτάται ιδιαιτέρως από την τήρηση των βασικών αρχών του ΔΑΔ οι οποίες είναι οι εξής: α) η αρχή της διάκρισης, η οποία επιβάλλει τον διαχωρισμό μεταξύ μαχητή και αμάχου, καθώς και μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού στόχου, β) η αρχή του ανθρωπισμού, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποφεύγεται η χρήση μέσων διεξαγωγής πολέμου που προκαλούν ανώφελο πόνο και καταστροφές, γ) η αρχή της στρατιωτικής επιτακτικής ανάγκης, η οποία δηλώνει ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν νόμιμα μέσα που είναι απολύτως απαραίτητα για την παράδοση του εχθρού, και δ) η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απαγορεύει επιθέσεις που προκαλούν απώλειες σε πολίτες που υπερβαίνουν δυσανάλογα το αναμενόμενο στρατιωτικό πλεονέκτημα (Μαρούδα Μ. Ν., 2015, σελ.166-171). Ως ακρογωνιαίος λίθος της προστασίας αμάχων θεωρείται η αρχή της διάκρισης, δεδομένου ότι αποτρέπει όχι μόνο εσκεμμένες επιθέσεις σε βάρος τους αλλά και επιθέσεις που διεξάγονται άνευ διακρίσεως (Dinstein Y., 2008, p. 184).

Παρ’ όλα αυτά, ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι τι συμβαίνει εάν ένας άμαχος συμμετέχει ενεργά σε εχθροπραξίες. Το άρθρο 51 ΠΠ 1 δηλώνει ότι οι άμαχοι απολαμβάνουν ασυλία από επιθέσεις εκτός εάν και για όσο διάστημα συμμετέχουν ενεργά ή άμεσα σε εχθροπραξίες. Άρα, αυτό συνεπάγεται ότι σε περίπτωση ενεργούς ή άμεσης συμμετοχής, οι προστατευτικές διατάξεις παύουν να ισχύουν, χωρίς όμως να χάνουν το καθεστώς τους ως άμαχοι (δηλαδή μπορούν να συλληφθούν χωρίς να χάσουν το δικαίωμα σε ανθρωπιστική μεταχείριση). Η στοιχειοθέτηση του τι ακριβώς συνιστά άμεση συμμετοχή έχει αποτελέσει δύσκολη υπόθεση για τους εμπειρογνώμονες. Προκειμένου να επιλυθούν οι ασάφειες που περιτριγυρίζουν τον ορισμό της άμεσης συμμετοχής, η ΔΕΕΣ οργάνωσε 5 συναντήσεις ειδικών κατά την περίοδο 2003-2008 (Mahmood A. K., et al., 2021, p. 235). To 2009, οι συναντήσεις αυτές κατέληξαν στον Ερμηνευτικό Οδηγό για την Άμεση Συμμετοχή των Αμάχων σε Εχθροπραξίες, σύμφωνα με τον οποίον υπάρχουν τρία στοιχεία που συναπαρτίζουν την έννοια της άμεσης συμμετοχής. Πρώτον, η πράξη πρέπει να έχει επιζήμιο αποτέλεσμα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή την στρατιωτική ικανότητα ενός εμπόλεμου μέρους ή να προκαλεί θάνατο, τραυματισμό προσώπων και καταστροφή προστατευόμενων αντικειμένων. Δεύτερον, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση ανάμεσα στην πράξη και την πιθανή ζημία που προκαλείται από την εν λόγω πράξη. Τρίτον, η πράξη πρέπει να έχει το στοιχείο της πρόθεσης πρόκλησης ζημιάς σε εμπόλεμο μέρος προς το συμφέρον του αντίπαλου μέρους (Schmitt M. N., 2011, p. 26-27). Πάντως, τον τελευταίο λόγο ως προς το εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί μία πράξη αμάχου άμεση συμμετοχή τον έχει ο εκάστοτε διοικητής, ο οποίος πρέπει πάντα να λαμβάνει υπόψη του τις περιστάσεις (Μαρούδα Μ. Ν., 2015, σελ.181).

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Παρ’ όλο που οι 4 ΣΓ ’49 και τα 2 ΠΠ ’77 έχουν επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του ΔΑΔ, ειδικά όσον αφορά την προστασία αμάχων, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν έρθει στο προσκήνιο ορισμένες προκλήσεις που απειλούν το πλέγμα των κανόνων προστασίας των αμάχων. Πρώτον, η ανάδυση μη κρατικών δρώντων, όπως τα αντάρτικα κινήματα και τα τρομοκρατικά δίκτυα (τα μέλη των οποίων δεν φέρουν πολλές φορές διακριτικά εμβλήματα ή στολές), σε συνδυασμό με το φαινόμενο της άμεσης συμμετοχής αμάχων σε εχθροπραξίες, καθιστούν δυσχερή την εφαρμογή της αρχής της διάκρισης (Mahmood A. K., et al., 2021, p. 231). Δεύτερον, μία ακόμη απειλή ενάντια στην αρχή της διάκρισης αποτελεί η ανάπτυξη νέων όπλων όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα αυτόνομα όπλα (Μαρούδα Μ. Ν., 2015, σελ. 29). Τρίτον, οι κανόνες του ΔΑΔ δύσκολα γίνονται σεβαστοί, όπως μαρτυρούν πολλές αιματηρές μεταπολεμικές συρράξεις που είχαν ως απότοκο τεράστιες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ο πόλεμος της Κορέας, του Βιετνάμ, της Ρουάντα, της Γιουγκοσλαβίας. Γενικότερα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει παρατηρηθεί μία αλλαγή της αντίληψης ως προς τη στρατηγική σημασία του άμαχου πληθυσμού. Έτσι, πλέον βλέπουμε να χρησιμοποιούνται οι άμαχοι πολλές φορές ως κάλυψη για τις επιχειρήσεις ανταρτών, ως στόχοι αντιποίνων, ως ασπίδα ενάντια σε αεροπορικές επιδρομές, ως μοχλός άσκησης πίεσης του αντιπάλου μέσω της τρομοκρατίας και τον ξεριζωμό πληθυσμών ή και ως πρωταρχικό στόχο επιχειρήσεων εθνοτικής κάθαρσης και γενοκτονίας (Bruderlein C., Leaning J., 1999, p. 431).

Τη δεκαετία του 1990, έπειτα από τα δραματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Ρουάντα και τη Γιουγκοσλαβία, έγινε ιδιαίτερα αντιληπτό από τη διεθνή κοινότητα ότι η προστασία αμάχων αποτελούσε ζήτημα βαρύνουσας σημασίας και ότι πρέπει να ενταχθεί άμεσα στην παγκόσμια ατζέντα (Jose B., Medie P. A., 2016, p. 4). Ως αποτέλεσμα, εγκαθιδρύθηκε η νόρμα της ευθύνης για προστασία (Responsibility to Protect ή R2P) από την Διεθνή Επιτροπή για την Παρέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία, μετά την επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο το 1999, και η οποία περιγράφεται ως «μία αναδυόμενη νόρμα, που καθορίζει ότι τα κράτη έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την προστασία των πληθυσμών τους από τη γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και την εθνοτική κάθαρση, αλλά όταν τα κράτη αποτυγχάνουν να προστατέψουν τους πληθυσμούς τους, την ευθύνη αναλαμβάνει η διεθνής κοινότητα» (Foley C., 2013, p. 10). Η εφαρμογή αυτής της νόρμας δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα εφικτή, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι το γεγονός τα διάφορα όργανα του ΟΗΕ υιοθετούν σε πολλές περιπτώσεις διαφορετικούς ορισμούς τόσο σε εννοιολογικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο, δημιουργώντας διαφωνίες ως προς τον τρόπο δράσης τους και συνακόλουθα προβλήματα ως προς την αποτελεσματική προστασία αμάχων (Luchetti B., 2019, p. 4). Ο δεύτερος λόγος είναι η αδράνεια του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο αρνείται πολλές φορές να στείλει ειρηνευτικές δυνάμεις προς αρωγή του άμαχου πληθυσμού στη βάση πολιτικών σκοπιμοτήτων (Luchetti B., 2019, p. 5).

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Οι συμβατικές εξελίξεις στον τομέα του ΔΑΔ μεταπολεμικά αποτέλεσαν πράγματι ορόσημο για την ανθρωπότητα, καθώς βασική επιδίωξη ήταν ο μετριασμός των επιπτώσεων που είχε ο πόλεμος στα θύματα, μεταξύ αυτών και ο άμαχος πληθυσμός. Η ένταξη ενός μεγάλου φάσματος κατηγοριών προσώπων στον προστατευτικό κλοιό του ΔΑΔ δίνει την εντύπωση ότι η διεθνής κοινότητα έχει λάβει σοβαρά υπόψη την τεράστια βαρύτητα που διατρέχει το ζήτημα της προστασίας των αμάχων. Παρ’ όλα αυτά, είναι γεγονός ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν έχει επιτευχθεί, καθώς στις σύγχρονες ένοπλες συρράξεις οι νεκροί προέρχονται κατά συντριπτική πλειοψηφία από τον άμαχο πληθυσμό. Δεδομένου της κατάστασης, πρέπει να υπάρξει ισχυροποίηση των δράσεων σε διεθνές επίπεδο, με ενίσχυση του παγκόσμιου ανθρωπιστικού κινήματος αφενός, και με την έναρξη νομοπαρασκευαστικών διαδικασιών αφετέρου, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά που υφίστανται στο ΔΑΔ λόγω των νέων προκλήσεων που εντοπίζονται στις ένοπλες συρράξεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Μαρούδα Μ. Ν. (2015). “Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο”, Ι. Σιδέρης.

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Alexander A. (2015). “A Short History of International Humanitarian Law”, European Journal of International Law, Vol. 26, Issue 1, p. 109-138. Available here.

[2] Bruderlein C., Leaning J. (1999). “New challenges for humanitarian protection”, Harvard Center for Population and Development Studies, Vol. 319, p. 430-435. Available here.

[3] Dinstein Y. (2008). “Distinction and Loss of Civilian Protection in International Armed Conflicts”, International Law Studies, Vol. 84, p. 185-198. Available here.

[4] Foley C., Hamann E., Muggah R. (2013). “Implementing the Responsibility to Protect: New Directions for International Peace and Security?”, Igarape Institute, p. 10-17. Available here.

[5] Jose B., Medie P. A. (2016). “Civilian Self-Protection and Civilian Targeting in Armed Conflicts: Who Protects Civilians?”, Oxford Research Encyclopedia of Politics. Available here.

[6] Luchetti B. (2019). “Protection of Civilians in Armed Conflicts”, Old Dominion University. Available here.

[7] Mahmood A. K., Jawad S., Thaheem M. S. (2021). “Direct Participation in Hostilities: A Comparative Study of the Norms of Islamic Law and International Humanitarian Law”, Al-Adwa, Vol. 35, Issue 53. Available here.

[8] Schmitt M. N. (2011). “The Interpretive Guidance on the Notion of Direct Participation in Hostilities: A Critical Analysis”, In: Essays on Law and War at the Fault Lines, T.M.C. Asser Press, p. 513-546. Available here.

ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ

[1] Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded in Armies in the Field 1864. Available here.

[2] Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded in Armies in the Field 1906. Available here.

[3] Convention relative to the Treatment of Prisoners of War 1929. Available here

[4] Geneva Conventions 1949. Available here.

[5] Hague Conventions 1899 and 1907. Available here.

[6] Protocols Additional to the Geneva Conventions 1977. Available here.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

[1] International Committee of the Red Cross. Available here.


Απάντηση