Πηγή εικόνας: εδώ.

Από την Αγγελική Βρεττού, μέλος της Ομάδας Αρθρογραφίας


Λίγους μήνες μετά την επέτειο των 20 ετών από τις αιματηρές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, όπου έχασαν τη ζωή τους 3.000 άνθρωποι, η τρομοκρατική απειλή από την ίδια κινητήρια ιδεολογικά δύναμη των Σαλαφιστών-Τζιχαντιστών (μιας μορφής Ισλαμισμού) διατηρείται εκτενώς στον δυτικό κόσμο. Η περίοδος που ακολούθησε μετά τις επιθέσεις σημαδεύτηκε από πρωτοφανή επίπεδα συνεργασίας μεταξύ των κρατών στο κομμάτι της ασφάλειας, παρόλο που για την Δύση αρχικά η απειλή έμοιαζε να είναι εξωτερική. Η σταδιακή άνοδος, όμως, του αριθμού των θυμάτων από κινήματα βίαιου εξτρεμισμού, τρομοκρατικά, ακροδεξιά ή ακροαριστερά, και εθνικά σεπαρατιστικά[1] και η ταυτόχρονη προοδευτική εξάπλωση ισλαμιστικών ομάδων όπως η Al-Qaeda, το ISIS (Da’esh), η Boko Haram, και η Al-Shabaab (Harakat ash-Shabāb al-Mujāhidīn), έφεραν τη Δύση στο επίκεντρο, καλώντας την να δράσει αποφασιστικά σε αυτή τη νέα απειλή. Συγκεκριμένα, το δυτικό έδαφος αποτέλεσε ένα μέρος στρατολόγησης και λογιστικής υποστήριξης για πολλούς επίδοξους Τζιχαντιστές, καθώς και για «περιφερειακούς» υποστηρικτές, ενορχηστρώνοντας επιθέσεις όπως στη Μαδρίτη (2004), το Λονδίνο (2005), τη Νορβηγία (2011), και το Παρίσι (2015). Έτσι, η ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους, αναδιαμορφώνοντας εκ νέου την έννοια και εφαρμογή της ριζοσπαστικοποίησης, έδωσε νέες διαστάσεις στον τομέα της παγκόσμιας ασφάλειας, απαιτώντας σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές τόσο στην εσωτερική, όσο και στην εξωτερική προστασία.

1989-2001: Η γένεση

Το 1989, με την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στο Αφγανιστάν, καταφθάνουν ξένοι ένοπλοι ισλαμιστές να αγωνιστούν κατά της αντιστάσεως της στρατιωτικής επέμβασης των σοβιετικών ταγμάτων. Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος είναι ακόμη εν εξελίξει, το 1988 ο Οσάμα Μπιν Λάντεν αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ίδρυση της Al-Qaeda, έχοντας μαθητεύσει κοντά στον εμπνευστή της παγκόσμιας τζιχάντ Αμπντουλάχ Γιουσούφ Αζάμ, ενώ ταυτόχρονα η «αντίσταση» λαμβάνει την βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ). Ένα χρόνο αργότερα, το 1989, οι σοβιετικοί αποσύρονται από το Αφγανιστάν και οι «επαναστάτες» επιστρέφουν στα κράτη τους, συμμετέχοντας σε άλλα ισλαμιστικά κινήματα. Λίγο αργότερα, το 1990, ξεκινά η μαύρη δεκαετία (1991-2002) στην Αλγερία, με την ηχηρή νίκη στις κοινοτικές εκλογές του 1990 αλλά και στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών του 1991 των Σαλαφιστών Τζιχαντιστών, προκαλώντας αιματηρό εμφύλιο με πάνω από 100.000 νεκρούς. Την ίδια χρονιά, ο Πόλεμος του Κόλπου (1990-1991) στο Ιράκ, ως ακόλουθος της ανεξαρτησίας του Κουβέιτ υπό το καθεστώς Χουσεΐν, σκαλίζει νέο έδαφος για τον τρομοκρατικό τζιχαντισμό. Η Σαουδική Αραβία, αισθανόμενη την απειλή, στρέφεται υπό την προστασία των ΗΠΑ, κάτι που ωθεί τον Μπιν Λάντεν να δημοσιεύσει δήλωση του Τζιχάντ εναντίον των Αμερικανών, απειλώντας μάλιστα να καταλάβει το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Τον Αύγουστο του 1998 ξεσπούν τρομοκρατικές επιθέσεις στο Ναϊρόμπι από μέλη της Al-Qaeda, οι οποίοι δραστηριοποιούνται ενεργά φτάνοντας να σκοτώσουν τον Μασούντ[2] αρχηγό της Ένωσης του βόρειου Αφγανιστάν (κατά των Ταλιμπάν) και ηγέτη της αφγανικής αντιπολίτευσης, στις 9 Σεπτεμβρίου 2001. Αποκορύφωμα των ενεργειών ήταν η πτώση των Δίδυμων Πύργων στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 και η πειρατεία και ρίψη δύο αεροπλάνων στο Πεντάγωνο της Ουάσιγκτον, σκοτώνοντας 125 ανθρώπους, και το άλλο σε ένα χωράφι της Πενσυλβάνια με θύματα όλους τους επιβάτες.

2001-2021: Η εξάπλωση και τα αντανακλαστικά αντιμετώπισης της

Ο Μπους δεν άργησε να καταδείξει τους υπαίτιους των τραγικών γεγονότων, υποδεικνύοντας στις 20 Σεπτεμβρίου την Al-Qaeda ως μοναδική υπεύθυνη. Ξεκινά, έτσι, η αμερικανική επιχείρηση «Enduring Freedom[3]», η οποία κατέστη επιτυχημένη, αφού το 80% των αγωνιστών της Al-Qaeda τέθηκε υπό κράτηση ή εξαλείφθηκε. Ωστόσο, οι επιθέσεις από την Al-Qaeda συνεχίστηκαν τόσο σε μικρότερη κλίμακα (π.χ. βομβιστικές επιθέσεις αυτοκινήτων), όσο και σε μεγαλύτερη, με περιπτώσεις όπως το Μπαλί της Ασίας το 2002, η Ισπανία το 2004 και το Λονδίνο το 2005, ενώ πολλοί τρομοκράτες συσπειρώθηκαν στην Ισπανία και την Αγγλία συμμετέχοντας σε ένα νέο πόλεμο κατά του Ιράκ. Φαίνεται, έτσι, ότι υπάρχει μια μεγάλη τάση για συχνές επιθέσεις σε όλο τον κόσμο. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, στα πλαίσια συμβολής, ίδρυσε την Βοηθητική Αποστολή στο Αφγανιστάν των Ηνωμένων Εθνών το 2002, ενώ η Ευρώπη, ακολουθώντας τις εξελίξεις, υιοθετεί την πρώτη αντιτρομοκρατική της στρατηγική το 2004. Παράλληλα, το 2004 η Al-Qaeda δημιουργεί την πρώτη της «θυγατρική» στο Ιράκ, του οποίου ο ηγέτης Σαντάμ Χουσεΐν κατηγορήθηκε για τη στήριξη του προς την Al-Qaeda και για την ανάπτυξη βιολογικών και χημικών όπλων μαζικής καταστροφής, εγκαινιάζοντας μια στρατηγική αποκέντρωσης με το άνοιγμα άλλων «υποκαταστημάτων» σε άλλες χώρες της Αφρικής. Μετά τον θάνατο του Ζαρκαουί, ο οποίος οδήγησε το έθνος σε εμφύλιο, δημιουργείται το 2006  το AQMI (Al-Qaeda  in the Islamic Maghreb) στο Maghreb, και το 2009 το AQPA (Al-Qaeda in the Arabian Peninsula). Δύο χρόνια αργότερα, ο Ομπάμα εγκαινιάζει ένα ανθρωποκυνηγητό, την αντιτρομοκρατική επιχείρηση counter-terrorism plus, μια στρατηγική αφοσιωμένη στην συλλογή πληροφοριών, τα drones και τις ειδικές δυνάμεις. Η επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία, αφού η αυξημένη ρίψη drones εντόπισε τον Μπιν Λάντεν στο Πακιστάν και έτσι, τα ξημερώματα της 2ας Μαΐου 2011, ένας Αμερικανός στρατιώτης τον εκτέλεσε.

Ωστόσο, το 2011 σήμαινε και την «άνθιση» της Αραβικής Άνοιξης στη Μέση Ανατολή, όπου τα πιο επηρεασμένα από τον Τζιχαντισμό κράτη επαναστάτησαν στο όνομά της. Την άνοιξη του 2011, στη Συρία, ο Πρόεδρος Μπασάρ Ελ Ασάντ ελευθέρωσε διαφόρους πολιτικούς κρατουμένους, μεταξύ των οποίων και Ισλαμιστές, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην οργάνωση εξέγερσης. Το 2013, ο αρχηγός του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ Μπακρ Αλ-Μπαγκαντί «εμφυτεύει» την ομάδα του στη Συρία και διακόπτει σχέσεις με την Al-Qaeda, παίρνοντας το όνομα Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λιβάνου, συμβολίζοντας τη γέννηση της Da’esh και διαμορφώνοντας ένα τζιχαντιστικό κίνημα με σκοπό την ανόρθωση του Χαλιφάτου. Η τελευταία απεδείχθη ιδιαίτερα επιζήμια, αφού οι επιθέσεις της στις Βρυξέλλες το 2014, στο Παρίσι το 2015 και στο Βερολίνο το 2016 ήταν αιματηρές.

Η Ευρώπη, για να αντιμετωπίσει τόσο τα χτυπήματα στο εσωτερικό της, όσο και για να συμβάλλει στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας ενέκρινε το 2014[4] Στρατηγική κατά της Tρομοκρατίας και των Αλλοδαπών Μαχητών, με έμφαση στη Συρία και το Ιράκ. Το 2015, με την Κοινή Δήλωση της Ρίγας[5] τόνισε την ανάγκη για δραστικότερα μέτρα καταπολέμησης. Ένα χρόνο αργότερα, το Συμβούλιο της Ευρώπης εγκρίνει την Περιφερειακή Στρατηγική για τη Συρία και το Ιράκ και την αντιμετώπιση της Da’esh, και η Επιτροπή διαθέτει ένα ποσό ύψους 1 δις. Ευρώ. Μετά από κάποιες συναντήσεις, εγκαινιάζεται η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου της Ευρωπόλ (ECTC), ενώ παρουσιάζεται πρόταση της Επιτροπής για το ευρωπαϊκό σύστημα πληροφοριών και άδειας ταξιδίου, ώστε να γίνεται εκ των προτέρων έλεγχος των ταξιδιωτών, απαγορεύοντας την είσοδο σε άτομα ελλείψει υποχρεωτικής θεώρησης. Μάλιστα, αυτό γίνεται πια και για την πρόληψη της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης που οδηγεί σε εξτρεμισμό, ως αποτέλεσμα της αναβαθμισμένης διαδικασίας που εφάρμοζαν οι «μυητές» μέσω του διαδικτύου και των μέσων δικτύωσης. Οι προσπάθειες, φυσικά, ενδυναμώθηκαν τόσο σε επίπεδο έρευνας όσο και σε πρακτικό επίπεδο και από άλλους φορείς, όπως η Frontex για τον έλεγχο των συνόρων στην Ευρώπη, η Οργάνωση της Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης (OSCE), το Διεθνές Κέντρο Κατά της Τρομοκρατίας (ICCT), το Γραφείο Κατά της Τρομοκρατίας των Ηνωμένων Εθνών (UNOCT), το Εθνικό Κέντρο Κατά της Τρομοκρατίας των Ηνωμένων Πολιτειών (NCTC) κ.ά. Γενικά, οι πολιτικές που υιοθετούνται απευθύνονται σε συντονισμένη δράση υπέρ του αμάχου πληθυσμού και των δημοσίων αρχών, με στόχο της ανίχνευση και την έγκαιρη παροχή βοήθειας.

Το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης

Το φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης δεν είναι τόσο σύγχρονο, ενώ ταυτόχρονα είναι και περίπλοκο. Οι εξελίξεις του 2001 σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία και έφεραν το ζήτημα της ασφάλειας στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων. Για την πρόληψη, όμως, του φαινομένου, ήταν απαραίτητο να γίνει έρευνα των παραγόντων που προκαλούν τέτοια επεισόδια. Οι κοινωνικοί ερευνητές και οι εταιρείες ασφαλείας στον κόσμο, έτσι, πρότειναν διάφορα πλαίσια, σχεδιασμένα να εξηγήσουν την διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης σε βίαιο εξτρεμισμό γενικά, ή στο στρατιωτικό Ισλάμ ειδικότερα. Όπως ο καθηγητής Borum διαπιστώνει, βάσει της συστηματικής έρευνας και των ιδεολογικών μοντέλων που προέκυψαν, δόθηκε σταδιακά έμφαση στη σημασία της διαχώρισης της ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης και της εμπλοκής στην τρομοκρατία. Στην πιο βασική της έννοια, θα λέγαμε ότι η ριζοσπαστικοποίηση ορίζεται ως η διαδικασία που οι άνθρωποι γίνονται εξτρεμιστές (Newmann, 2013; Mandel, 2010). Ωστόσο, ο ορισμός του (βίαιου) εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας είναι αμφιλεγόμενος και ασαφής, αφού μπορεί να έχει διάφορες ερμηνείες (Scruton, 2007), ενώ ταυτόχρονα επικαλείται συνδέσεις με αρνητικά στερεότυπα. Σε αυτό το σημείο, γίνεται αντιληπτό πως μια εξαιρετικά μεγάλη μερίδα Μουσουλμάνων στη Δύση έχει στιγματιστεί και βιώσει τον ρατσισμό εξαιτίας της μερίδας των ισλαμιστών τρομοκρατών, ενώ συχνά γίνεται το «μπέρδεμα» μεταξύ Μουσουλμάνων Ακτιβιστών και Μουσουλμάνων Τρομοκρατών.

Tο Expert Group on Violent Radicalisation της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαφοροποιεί την έννοια της ριζοσπαστικοποίησης, ως τη διαδικασία που γίνεται κατανοητή σαν «την κοινωνικοποίηση στον εξτρεμισμό που αυτοπραγματώνεται σε τρομοκρατία, ενώ ο εξτρεμισμός υπαινίσσεται μια ενεργή υπονόμευση των δημοκρατικών αρχών και του κανόνα του νόμου» (2008). Φαίνεται, έτσι, πως η ριζοσπαστικοποίηση είναι μια διαδικασία αναπόφευκτη και αφορά στην πράξη (συμπεριφορά) και στη στάση (σκοπός και αντίληψη). Αυτά δεν συγχέονται απαραίτητα, με αποτέλεσμα τη διάκριση της ριζοσπαστικοποίησης σε βίαιη και μη. Παράλληλα, όμως, είναι και μια διαδικασία ψυχοκοινωνική με πολιτικά/θρησκευτικά (συνήθως) κίνητρα, που ακολουθεί μια κλιμακωτή πορεία, αποσκοπώντας στην αργή και σταδιακή αλλαγή του χαρακτήρα και των πεποιθήσεων ενός ατόμου, αλλά και στη μύηση-στρατολόγηση του στις διάφορες ομάδες επιθετικού χαρακτήρα. Ανάμεσα στην πληθώρα μοντέλων που επιχείρησαν τακτικά να εξηγήσουν πώς ξεδιπλώνεται η ριζοσπαστικοποίηση, θα αναφερθούμε στα δύο πιο γνωστά: την «Σκάλα της Τρομοκρατίας» του Moghaddam και το «Μοντέλο 4 Σταδίων» του Borum. Σύμφωνα με τη Σκάλα του Moghaddam, υπάρχουν 5 όροφοι στη σκάλα. Στο ισόγειο βρίσκεται η ψυχολογική ερμηνεία των υλικών συνθηκών, στον πρώτο όροφο γίνονται αντιληπτές οι επιλογές για την καταπολέμηση της άδικης αντιμετώπισης, στον δεύτερο όροφο η επιθετικότητα μετατοπίζεται και στον τρίτο όροφο προκύπτει η ηθική δέσμευση. Στον τέταρτο όροφο πια, παγιώνεται η κατηγορηματική σκέψη και η υποτιθέμενη νομιμότητα των τρομοκρατικών οργανώσεων, με κορύφωση τον πέμπτο όροφο, όπου τελείται η τρομοκρατική πράξη και παραβιάζεται ο ανασταλτικός μηχανισμός του ατόμου. Κοντά σε αυτή την αντίληψη βρίσκεται και το μοντέλο του Borum, όπου το πρώτο στάδιο είναι το παράπονο (το αίσθημα του ότι κάτι δεν πάει καλά), στο δεύτερο στάδιο αρχίζουν τα αισθήματα της αδικίας («αυτό δεν είναι δίκαιο»), στο τρίτο στάδιο αποδίδονται πια ευθύνες («εσύ φταις, φταίει η κυβέρνηση, η οργάνωση»), με τελικό στάδιο την αποστασιοποίηση και την υποτίμηση («είσαι κακός γι’ αυτό και σταματώ να έρχομαι σε επαφή μαζί σου»).

Για την πρόληψη του φαινομένου, αναπτύχθηκαν διαδικασίες από-ριζοσπαστικοποίησης, δηλαδή διαδικασίες που αποβλέπουν στην «άρση» της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης, και οι οποίες ενθαρρύνουν την κοινωνική επανένταξη. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν οργανισμοί ειδικά για την αντι-ριζοσπαστικοποίηση και την αντι-τρομοκρατία, συγκεντρώνοντας ένα σύνολο μέτρων πρόληψης κατά του φαινομένου. Με την καθημερινή είσοδο ολοένα και περισσότερων ατόμων σε ομάδες τρομοκρατικού χαρακτήρα, είναι η στιγμή για μια ανακατάταξη των προτεραιοτήτων, εστιάζοντας στην προαγωγή των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, και εφαρμόζοντας πιο καινοτόμες εσωτερικές και εξωτερικές τεχνικές προστασίας. Είναι εύλογο, ωστόσο, ότι ένα τέτοιο πολυδιάστατο και περίπλοκο φαινόμενο δεν μπορεί να διευθετηθεί απλά με την επιβολή γενικών μέτρων, αλλά χρειάζεται διαρκής μελέτη και έρευνα για την βαθύτερη κατανόηση του ίδιου του φαινομένου και των κινητήριων δυνάμεών του, αποκρυπτογραφώντας έτσι μια διπλωματική δίοδο μεταξύ γνώσης και πράξης. 


Υποσημειώσεις

[1] Ο εθνικός σεπαρατισμός είναι είδος εθνικισμού που στρέφεται περισσότερο γύρω από τη γλώσσα και την κουλτούρα, και δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα φυλετικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Παραδείγματα σεπαρατιστών ομάδων είναι οι νέο-Ναζί, οι «λευκοκρατικοί» (white supremacists), οι ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna, βασκική σεπαρατιστική αυτονομιστική ομάδα της Ισπανίας έως το 2018), κ.ά.

[2] Death of an Afghan icon: 20 years since the assassination of Ahmad Shah Massoud (2021, September 9). France 24. Retrieved from here. 

[3] Committee on Armed Services, United States Senate (2002). Operation Enduring Freedom, 7/2-31/6/2002 Second Session. Retrieved from here .

[4] Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2015, January 16). Γενικό πλαίσιο της στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στη Συρία και το Ιράκ με ιδιαίτερη έμφαση στους ξένους μαχητές, 5369/15. Retrieved from here.

[5] Council of the European Union (2015, February 2). Informal meeting of Justice and Home Affairs Ministers in Riga in 29 and 30 January 2015, 5855/15. Retrieved from here. 


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.