Πηγή εικόνας: New York Times [©Andrea Bonetti/Greek Prime Minister’s Office, via Associated Press]

Του Ιωάννη Μεταξά, μέλους της Ομάδας Μελέτης «Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής»


Εισαγωγή

Η συνθήκη της Βεστφαλίας και η γένεση των εθνών – κρατών, η θρησκευτική ελευθερία, η ανάδυση της επιστήμης, η ανάπτυξη των πόλεων και η αστικοποίηση, είναι αποτελέσματα νεωτερικών διαδικασιών που συντελέστηκαν κατά τον 17ο αιώνα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, και ενθάρρυναν τις εκκοσμικευτικές διαδικασίες – για αρχή, στις Ευρωπαϊκές Κοινωνίες της Δύσης. Η εκκοσμίκευση νοείται ως μια διαδικασία, η οποία αναφέρεται στη διάκριση της θρησκείας από την πολιτική – ή ειδικότερα της Εκκλησίας από το Κράτος. Με άλλα λόγια, όπως επισημαίνει ο Kilp (2009, p. 194), πρόκειται για μια διαδικασία απομείωσης των κυρίαρχων θρησκευτικών θεσμών, και αξιών σε επίπεδο πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό. Για τον Bruce, βέβαια, η προαναφερθείσα διαδικασία είναι προϊόν μια καινοτομίας ορμώμενης από τον Προτεσταντισμό, η οποία συνεπάγεται την ατομική θρησκευτική ελευθερία, και άρα την ιδιωτικοποίηση της θρησκείας, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική διαφοροποίηση, αλλά και την πολιτισμική διαφορετικότητα (παραπομπή από Haynes, 2009, pp. 244 – 258).

Η περίπτωση της Ελλάδας, αναφορικά με το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς δεν υφίσταται σαφής εκκοσμίκευση. Ο λόγος που καθίσταται αμφίσημη η ύπαρξη εκκοσμίκευσης είναι διττός. Αρχικά, η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία,  παρότι αποτελεί ισχυρό θεσμό για την κοινή γνώμη, αφού το 92% των Ελλήνων αυτοπροσδιορίζονται ως Χριστιανοί – Ορθόδοξοι, και παρότι έχει ορατότητα στις δημόσιες υποθέσεις (Γεωργιάδου, 2009, p. 130), δεν λειτουργεί νομιμοποιητικά. Παράλληλα, δεν ακολουθεί στρατηγικές πολιτικών αρνησικυρίας για να εμποδίσει την ψήφιση πολιτικών και αποφάσεων που αντιβαίνουν τις ηθικές, παραδοσιακές της παραδοχές, όπως για παράδειγμα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Πολωνίας, που έχει την εξουσία να «μπλοκάρει» πολιτικές αποφάσεις και ψηφίσματα σχετικά με τις αμβλώσεις (Carlton, 2015. p.34, Kulska, 2021, p. 252, Καϊδατζής, 2015, p. 33). Επιπλέον, η σχέση Κράτους – Εκκλησίας φέρει τα χαρακτηριστικά μιας σχέσης αγάπης και μίσους, στην οποία παρατηρούνται αφενός διαθέσεις ήπιας επιβολής ελέγχου και εξουσίας, αφετέρου αλληλοϋποστήριξης, σύμπνοιας, αλλά και αντιπαράθεσης.

Σκοπός του συγκεκριμένου κειμένου είναι να ερμηνεύσει την προαναφερθείσα σχέση αγάπης – μίσους, υπό το πρίσμα του Μακεδονικού και Ουκρανικού Ζητήματος, καταδεικνύοντας κάθε φορά τις πολιτικές που εφάρμοσε κάθε μία οντότητα ξεχωριστά, ενόψει αυτών των γεγονότων. Οι ίδιες οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν στη συνέχεια, θα είναι το κλειδί για να διαπιστωθεί ο βαθμός εκκοσμίκευσης Κράτους – Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, ανάλογα με τη μεταξύ τους σύγκλιση ή απόκλιση. Παρόλα αυτά, όμως, προτού γίνει αναφορά στον τρόπο που το διεθνές γίγνεσθαι επηρέασε τη σχέση Κράτους – Εκκλησίας, κρίνεται απαραίτητο να διατυπωθούν κάποιες βασικές νεωτερικές διαδικασίες που ενθάρρυναν τις αντίστοιχες εκκοσμικευτικές.                                                                 

Πού και πώς εμφανίζεται η εκκοσμίκευση;

Πολιτική νεωτερική διαδικασία

Η εκκοσμίκευση, ως διαδικασία – αλλά και ιδεολογία, έχει ιστορικότητα σε σχέση με την Ευρώπη. Πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία ξεκινά και διαδραματίζεται μέσα στην πορεία του χρόνου, σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Τα πρώτα σπέρματα της εκκοσμίκευσης, έρχονται με την πολιτική νεωτερική διαδικασία, και τη σύναψη της Συνθήκης της Βεστφαλίας το 1648, η οποία σηματοδοτεί την έλευση των εθνών – κρατών: αψηφά τον Πάπα ως την ύστατη νομιμοποιητική αρχή για τις πολιτικές αποφάσεις του ηγεμόνα, αντιπροτείνοντας την ικανότητα του ανθρώπου να αποφασίζει εκείνος τον τρόπο με τον οποίο θα θέλει να διακυβερνηθεί. Η “υπέρτατη” θρησκευτική εξουσία εκδιώκεται και αντικαθίσταται από την πολιτική εξουσία, η οποία ασκείται από κυρίαρχα κράτη, τα οποία είναι ισοδύναμα μεταξύ τους, και αυτόνομα να αποφασίζουν για θρησκευτικά, εντός των εδαφικών τους ορίων ζητήματα, όντας ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική αρχή (Gross, 2017, pp. 28-29). Παράλληλα, αναδύεται και το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, δηλαδή η ατομική ελευθερία επιλογής και λατρείας  μιας  οποιασδήποτε θρησκείας, η οποία δεν αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού του κράτους. Με άλλα λόγια, δεν θεωρείται ορθό ο κοσμικός ηγεμόνας να καταφεύγει σε οποιαδήποτε βίαιη παρέμβαση, αυταρχική επιβολή ή προώθηση μιας συγκεκριμένης θρησκείας, εντός των ορίων της επικράτειάς του (Christenson, 2012, pp. 740-746).

Κοινωνικοοικονομική νεωτερική διαδικασία

Επίσης, η έλευση του καπιταλισμού,  με την βιομηχανοποίηση των κοινωνιών και την εξέλιξη της τεχνολογίας, συνέβαλαν στην σταδιακή απομάκρυνση των ατόμων από τη θρησκεία. Πλέον, οι άνθρωποι δεν περιορίζονται μόνο σε δραστηριότητες στα πλαίσια της οικίας τους, καθώς δημιουργείται πληθώρα θέσεων εργασίας, η οποία έλκει τα άτομα προς την πόλη. Πρόκειται για το φαινόμενο της αστικοποίησης, διαδικασία που αποδυνάμωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς θεσμούς. Η συγκεκριμένη υπονόμευση, οφείλεται στο γεγονός, ότι η θρησκεία παραδοσιακά λάμβανε δύναμη από την κοινότητα, της οποίας βασικό χαρακτηριστικό ήταν η θρησκευτική ομοιομορφία των μελών της (Haynes, 2009, pp. 247 – 248).  Με την ένταξη των μελών της σε μια μεγαλύτερη κοινωνία,  εκείνη των πόλεων, γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι όλα τα μέλη στις μεγάλες κοινωνίες των πόλεων δεν μοιράζονται τις ίδιες θρησκευτικές δοξασίες, την ίδια πίστη. Όπως επισημαίνει ο Bruce (2003, p. 252), η ύπαρξη πολλών διαφορετικών θρησκειών δεν επιτρέπει την διασύνδεση μιας μοναδικής θρησκείας με τον τρόπο που λειτουργεί ένα κοινωνικό σύστημα, και με τους ρόλους τους κοινωνικούς που διαμορφώνονται μέσα σε αυτό. Η ιδιωτικοποίηση της θρησκείας είναι πλέον αναπόφευκτη, και την καθιστά περισσότερο ως προσωπική επιλογή, παρά ως υποχρέωση. 

Παρόλα αυτά, πρέπει να καταστεί σαφές ότι η εκκοσμίκευση δεν αποτελεί απαραίτητα προϊόν της αστικοποίησης. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η συμμετοχή στις εκκλησίες είχε παρουσιάσει καθοδικές τάσεις ήδη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περίοδος κατά την οποία δεν ήταν έντονη η μετακίνηση στα βιομηχανικά κέντρα, αλλά αντιθέτως στα προάστια και στο ύπαιθρο (Clark, 2012, p. 169). Ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελούν κάποιες περιοχές στη Γερμανία, όπου η ραγδαία μείωση στα άτομα που λάμβαναν την Θεία Κοινωνία είχε προϋπάρξει της βιομηχανοποίησης και της αστικοποίησης, η οποία γνώρισε ταχείς ρυθμούς από το 1850. Αντίθετα, το παράδειγμα της γερμανικής πόλης Μπόχουμ δείχνει ότι η μετάβαση από την αγροτική κοινότητα στην μοντέρνα κοινωνία επηρέασε αρνητικά, με δραστικό τρόπο, την ατομική συμμετοχή στις θρησκευτικές πρακτικές της Προτεσταντικής Εκκλησίας την περίοδο 1840-1880 (Pollack, 2015, p. 72).

Ιδεολογική νεωτερική διαδικασία

Επιπλέον, ο ορθολογισμός, ο Διαφωτισμός αλλά και η εξέλιξη της επιστήμης, έδρασαν εκκοσμικευτικά και έθεσαν την θρησκεία στο περιθώριο. Ο Weber αναφέρει ότι ο ορθολογισμός και η διανόηση καθορίζουν αποτελεσματικά τη μοίρα μας, την εποχή που διανύουμε. Ο ορθολογισμός ταυτίστηκε με την “απομάγευση” (desenchantement), δηλαδή τη βαθμιαία υποτίμηση της έννοιας του θρησκευτικού μυστηρίου και εμμέσως της παρακμής της θρησκείας, και, μαζί με την ανθρώπινη λογική και την επιστήμη, θεωρήθηκαν τα απαραίτητα εργαλεία κυρίευσης του (Jenkins, 2000, pp. 19-20). Επιπρόσθετα, η εκκοσμίκευση, την εποχή του Ορθολογισμού, τείνει να ασχολείται με επιστημολογικά ζητήματα, τα οποία δίνουν απαντήσεις σχετικά με τις συνθήκες λήψης της γνώσης, αλλά και του τρόπου λειτουργίας του κόσμου. Η εξέλιξη της επιστήμης, η οποία φέρνει την τεχνολογική εξέλιξη, φαίνεται να ξορκίζει όλες τις θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τα φυσικά φαινόμενα, τα οποία επιδέχονταν ερμηνείες βάσει της θρησκείας τους. Οι Εκκλησίες φαίνονται να έχουν απωλέσει την αξιοπιστία τους ως προς την παροχή της γνώσης, και για την επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων προτιμώνται οικονομολόγοι και φυσικοί  επιστήμονες. Τέλος, είναι αναγκαίο να διατυπωθεί ότι ο επιστημολογικός ορθολογισμός φέρνει στην επιφάνεια την εκκοσμίκευση του ατόμου, καθώς υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη συνέπεια της εκκοσμικευτικής διαδικασίας, είναι η τεράστια παρακμή, υποβάθμιση της επιρροής θρησκείας, σε όλες τις πτυχές της προσωπικής καθημερινής ζωής (Swatos & Christiano, 1999, pp. 212-215). 

Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ότι οι αλλαγές που διαδραματίζονται στο σύγχρονο κόσμο διαφοροποιούν την θρησκευτική από την κοσμική σφαίρα δραστηριοτήτων, και ότι η αποδυνάμωση των θρησκευτικών θεσμών στις σύγχρονες κοινωνίες είναι απότοκο νεωτερικών διαδικασιών. Συνεπώς, μπορεί να διατυπωθεί ότι, όσο περισσότερο εκσυγχρονίζεται μια κοινωνία, τόσο περισσότερο  εκκοσμικεύεται.

Σε τι βαθμό υφίσταται εκκοσμίκευση στην Ελλάδα;

Οι σχέσεις Ελληνικού κράτους και Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας χαρακτηρίζονται από μια μετρίου μεγέθους θεσμική εκκοσμίκευση, δηλαδή μια πολιτική διαδικασία αποϊεροποίησης (desacralisation) των θρησκευτικών θεσμών, οι οποίοι σταδιακά εκπίπτουν μερικώς, αποστερούνται της αίγλης τους και της υπερβατικής τους εξουσίας και απορροφώνται σταδιακά από θεσμούς του κράτους (Μoyser, 1991, pp. 14-15). Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα έχουν υπάρξει τόσο αποκλίσεις, όσο και συγκλίσεις μεταξύ των πολιτικών Εκκλησίας – Κράτους, αλλά και περιπτώσεις όπου η Εκκλησία ή το Κράτος δρα αυτόνομα, και καλείται να αντιμετωπίσει την δυσαρέσκεια του αντίστοιχου άλλου.

Σύγκλιση πολιτικής Κράτους – Εκκλησίας: το Μακεδονικό Ζήτημα

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση Κράτους – Εκκλησίας αποτελεί το αντιτείχισμα των σχέσεων μεταξύ θρησκείας και εθνικής ταυτότητας. Τόσο ο Roudometof (2011, p.105), όσο και ο Karagiannis (2009, p. 155), υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία παρεμβαίνει σε ζητήματα τα οποία άπτονται του εθνικού συμφέροντος της χώρας – το οποίο έμμεσα αντικατοπτρίζει την υπεράσπιση και διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας, αλλά και διαφωνιών, θρησκευτικοπολιτικών αλλά και γεωπολιτικών, που ενδέχεται να παρουσιάζονται ανάμεσα στην Ελλάδα και σε άλλες Βαλκανικές χώρες. Από την άλλη μεριά, ο Χιωτάκης (2002, p. 339) αναφέρεται σε μια μορφή αντισυμβατικής εκκοσμίκευσης, κατά την οποία, σε ζητήματα μείζονος σημασίας, οι αρχιεπίσκοποι και οι μητροπολίτες παρουσιάζονται να έχουν ρόλο εθναρχικό, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν πολύ εύκολα την κοινή γνώμη και να ταυτίζονται με το κράτος. Ένα τέτοιο ζήτημα το οποίο προέκυψε, και στο οποίο δεν παρατηρήθηκε απόκλιση των πολιτικών Κράτους – Εκκλησίας, ήταν το λεγόμενο «Μακεδονικό Ζήτημα». Απότοκο της ανάδυσης του Μακεδονικού Ζητήματος ήταν η διάλυση της ΕΣΣΔ, η οποία οδήγησε στην αναίμακτη απόσχιση και  ανεξαρτητοποίηση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, από την ενιαία Γιουγκοσλαβία το 1991, λίγο πριν την έναρξη των πολέμων της Γιουγκοσλαβικής διαδοχής. Από την μεριά της, η Ιερά Σύνοδος καταδίκασε την συγκεκριμένη ενέργεια της γειτονικής χώρας για την χρήση του όρου Μακεδονία, χαρακτηρίζοντας τους Σλάβους ως αιώνιους βάρβαρους εχθρούς της Ελλάδας, που αμαυρώνουν τόσο την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά της Μακεδονίας, όσο και την εθνική ταυτότητα, θέση την οποία υποστήριξαν αργότερα, οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και πάσης Ελλάδας, Χριστόδουλος και Ιερώνυμος (Dragouni, 2016, p. 73). Και οι δύο οι κυβερνήσεις, τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ, φάνηκαν να χαιρετίζουν την στάση της Εκκλησίας απέναντι στο Μακεδονικό ζήτημα, καθώς αμφότερες θεώρησαν παράνομη τη χρήση του όρου «Μακεδονία», επειδή αντικατόπτριζε εδαφικές αξιώσεις επί του ελληνικού γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας (Skoulariki, 2020, p. 416). Επίσης, η διενέργεια συλλαλητηρίων υποστηρίχθηκε ιδιαίτερα τόσο από τις κυβερνήσεις, όσο και από την ίδια την Εκκλησία, επειδή θεωρούνταν τα κατάλληλα μέσα για την αναζωπύρωση του εθνικού αισθήματος και για τη δημιουργία μιας ενιαίας γροθιάς απέναντι σε έναν υποτιθέμενο κίνδυνο που απειλούσε την εθνική ασφάλεια (Papastathis, 2011, p. 410). Ωστόσο, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2018, τέσσερις μήνες πριν την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, η αντιπολίτευση ήταν εκείνη που συνέβαλε ακράδαντα στη διενέργεια των μεγάλων συλλαλητηρίων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα αντίστοιχα, καθώς το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας, αφενός εμπεριείχε τον όρο Μακεδονία (Βόρεια Μακεδονία), αφετέρου αναγνώριζε στο γειτονικό κράτος τη μακεδονική ιθαγένεια και γλώσσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Εκκλησία τάχθηκε με το μέρος της αντιπολίτευσης, καταδικάζοντας τις πρακτικές της κυβέρνησης περί παραχώρησης του ονόματος, εκφράζοντας ολοφάνερα την αποδοκιμασια της απέναντι στη συγκεκριμένη συμφωνία.

Αυτονομία πολιτικών Κράτους – Εκκλησίας: το Ουκρανικό Ζήτημα

Όπως διαπιστώθηκε παραπάνω, υπάρχουν περιπτώσεις ταύτισης των απόψεων και πολιτικών Κράτους – Εκκλησίας. Παρόλα αυτά, έχουν υπάρξει φορές που είτε η Εκκλησία είτε το Κράτος έχουν δράσει ανεξάρτητα η μία οντότητα από την άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υφίσταται η υπονόμευση των θεσμών της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας. Τουναντίον, η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, όχι μόνο έχει εμπλακεί σε ζητήματα τα οποία επηρεάζουν έμμεσα την ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά έχει καταδικάσει και οιουσδήποτε εκμοντερνισμούς του κράτους, που είναι αντίθετοι με την ηθική της φιλοσοφία, ήτοι σχετίζονται λ.χ. με την ενδυνάμωση της θέσης και των δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλοφίλων. Συνήθως, πολλές είναι οι κυβερνήσεις αλλά και οι πολιτικές προσωπικότητες που αποδοκιμάζουν έντονα τις παρεμβάσεις και αναμείξεις των Εκκλησιών, για να μην θέσουν σε κίνδυνο τις διπλωματικές σχέσεις τους με άλλα κράτη (Papastathis, 2014, pp. 108-109). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναγνώριση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως Αυτοκέφαλης, από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Μάλιστα, παραμονές της Ιεράς Συνόδου, πολιτικά πρόσωπα γνωστοποίησαν στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, ότι η αναγνώριση της Ουκρανικής Εκκλησίας ως Αυτοκέφαλης θα οδηγούσε σε αποδυνάμωση των στενών σχέσεων Ελλάδας – Ρωσίας, και σε παραμέριση των ελληνικών συμφερόντων, όπως εκείνα εκπροσωπούνται από την δυνατή σύνδεση των δύο κρατών, λόγω  άρσης σημαντικών εγγυήσεων από τη Ρωσική πλευρά (Karelska & Umland, 2020). Βέβαια, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος παρουσιάστηκε καθησυχαστικός σχετικά με την κατάσταση των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Ρωσίας, διαβεβαιώνοντας ότι η αναγνώριση της Ουκρανικής Εκκλησίας ως αυτοκέφαλης, «δεν θα αποτελέσει εμπόδιο διαλόγου, εμβάθυνσης και διεύρυνσης των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας», ενώ δεν παρέλειψε να καταστήσει σαφές ότι η Εκκλησία, έχοντας ρόλο διακριτό από το Κράτος, διαπνέεται από αυτονομία και ελευθερία να λαμβάνει αποφάσεις εξολοκλήρου για εκκλησιαστικά ζητήματα, στα οποία δεν συνίσταται η οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση. Από την πλευρά της, η Ρωσία διαβεβαίωνε ανά διαστήματα ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έθετε σε κίνδυνο τις σχέσεις της με την Ελλάδα, επειδή εκείνες χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη στενότητα, αλλά και ισχυρές πολιτισμικές και πολιτιστικές καταβολές (Antonopoulos, 2021). Σχετικά με την αναγνώριση, αν και το κλίμα αρχικά ήταν «αμήχανο», η Ρωσία ερμήνευσε την στάση της Ελλάδας ως απότοκο των πιεστικών ενεργειών των ΗΠΑ στην Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσική αντίδραση αντικατοπτρίζει άμεσα την εργαλειοποίηση της Ορθοδοξίας για την πραγμάτωση πολιτικών στόχων της και την μετάγγιση αναληθών αφηγήσεών της (Tzogopoulos, 2020, p. 8).

Συμπεράσματα

Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι οι διάφορες νεωτερικές και εκμοντερνιστικές διαδικασίες, όπως εκείνες εκτυλίχθηκαν στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες, έθεσαν τα θεμέλια για το Διαζύγιο Κράτους – Εκκλησίας, με τις εκκοσμικευτικές διαδικασίες να καταστούν διακριτούς τους ρόλους μεταξύ των δύο αυτών οντοτήτων. Η ελληνική περίπτωση μαρτυρά ότι o μερικός βαθμός εκκοσμίκευσης έχει διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο στον απόηχο των διεθνών εξελίξεων. Αφενός, η ανεξαρτητοποίηση της τότε πΓΔΜ έφερε πολύ κοντά την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία και το Κράτος, καθώς διακυβεύονταν ζητήματα εθνικής ταυτότητας, τα οποία έσπευσε να διαφυλάξει η Εκκλησία, αλλά και έμμεσα ζητήματα διεθνούς δικαίου. Αφετέρου, το Ουκρανικό Ζήτημα αντικατοπτρίζει ότι η αυτονομία της Εκκλησίας από το Κράτος της δίνει τη δυνατότητα να αναμειγνύεται σε εκκλησιαστικά διεθνή ζητήματα και να εκφέρει ξεκάθαρη θέση, γεγονός το οποίο μέχρι προσφάτως καταδικαζόταν από το Ελληνικό Κράτος, με πολιτικές προσωπικότητες να χαρακτηρίζονται από τάσεις επιβολής εξουσίας απέναντι στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, για τη μη διακινδύνευση των διμερών σχέσεων Ελλάδος – Ρωσίας. 


Βιβλιογραφία

Γεωργιάδου, Β. (2009). Διευρύνοντας την ορατότητα της εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα: Σχέσεις Ορθόδοξης Εκκλησίας και ελληνικής κοινωνίας επί αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 21, pp. 129-156. DOI: 10.12681/sas.455.

Καϊδατζής, Α. (2018). Νεωτερικά μέσα, παραδοσιακοί σκοποί: Ο συνταγματικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ελληνική Επιθεώρηση της Επιστήμης, 44(1), pp. 31-48. DOI:10.12681/hpsa.15920.  

Χιωτάκης, Σ. (2002). Εκκοσμίκευση και Ορθόδοξη Εκκλησία: Το παράδοξο μιας σχέσης. Στο Λίποβατς, Θ., Δεμερτζής, Ν. & Γεωργιάδου, Β. (Eds.), Θρησκείες και Πολιτική στη Νεωτερικότητα (1st ed.). Εκδόσεις Κριτική. Retrieved from here.

Antonopoulos, P. (2021). Lavrov: Greece’s Decision To Extend Territorial Waters To 12 Nautical Miles «is Completely Legal». Greek City Times. Retrieved from here [Accessed 5 January  2022].

Bruce, S. (2003). The Social Process of Secularization. In The Blackwell Companion to Sociology of Religion. Blackwell Publishing. 

Carlton, R. (2015). Is Poland Secularizing? The Polish Review, 60(4), pp. 31-48. DOI: 10.5406/polishreview.60.4.0031

Christenson, G. (2012). Liberty of the Exercise of Religion in the Peace of Westphalia. Transnational Law and Contemporary Problems, 21, pp. 721-761. Retrieved from here

Clark, J. C. (2012). Secularization and Modernization: The Failure of a Grand Narrative. The Historical Journal, 55(1). Cambridge University Press, pp. 161-194. DOI: 10.1017/S0018246X11000586

Dragouni, O. (2016). The Macedonian Dispute in the Activity of the Metropolitan of Thessalonica Anthimos. Poznańskie Studia Slawistyczne, 10, pp. 69-84. DOI: 10.14746/pss.2016.10.5

Gross, L. (2017). The Peace of Westphalia, 1648–1948. American Journal of International Law, 42(1). Cambridge University Press. pp. 20-41. DOI: 10.2307/2193560.

Haynes, J. (2009). Routledge Handbook of Religion and Politics. Routledge.

Jenkins, R. (2000). Disenchantment, Enchantment and Re-Enchantment: Max Weber at the Millennium. Max Weber Studies, 1(1).

Karagiannis, E. (2009). Secularism in Context: The Relations between the Greek State and the Church of Greece in Crisis. European Journal of Sociology, 50(1), pp. 133-167. DOI: 10.1017/S0003975609000447

Karelska, K., & Umland, A. (2020). Russia set to escalate fight against Ukrainian Orthodox independence in 2020. Atlantic Council. Retrieved from here [Accessed 5 January  2022].

Kilp. A. & Saumets, A. (2009). Religion and Politics in Multicultural Europe. Estonian National Defence College (ENDC) Proceedings, 12 (1), pp. 13−42. Retrieved from here.  

Kilp, A. (2009). Secularization Of Society After Communism: Ten Catholic-Protestant Societies. Estonian National Defence College (ENDC) Proceedings, 12 (1) 12(1), pp. 194-231. Retrieved from here.

Kulska, J. (2021). Between mission and interests The evolving role of the Catholic Church in the Czech Republic and Poland. In Exploring Organized Interests in Post-Communist Policy-Making (1st ed.). Routledge. pp. 237-255. DOI: 10.4324/9781003049562-11

Minister of Foreign Affairs Nikos Dendias’ statements following his meeting with the Minister of Foreign Affairs of the Russian Federation, Sergey Lavrov (Moscow, 6 November 2019). Greek Ministry of Foreign Affairs. Retrieved from here [Accessed 5 January 2022].

Moyser, G. (1991). Politics and religion in the modern world: an overview. In Moyser, G. (ed). Politics and religion in the modern world (1st ed.). Routledge. Retrieved from here.  

Papastathis, K. (2011). Authority and Legitimisation: the Intraecclesial Strategy of Archbishop Ieronymos of Athens. Religion, State & Society, 39(4), pp. 402-419. DOI:10.1080/09637494.2011.621680

Papastathis, K. (2014). Πολιτική, Εκκλησία και Διορθόδοξες Σχέσεις [Politics, Church and Inter-Orthodox Relations]. In Η Διπλωματία στον 21ο αιώνα [Diplomacy in the 21st Century], Conference Proceedings, 23&24 May 2013, Thessaloniki, University of Macedonia Press, 2014, pp. 101-115. Retrieved from here.

Pollack, D. (2015). Varieties of Secularization Theories and Their Indispensable Core. The Germanic Review: Literature, Culture, Theory, 90(1), pp. 60-79. DOI: 10.1080/00168890.2015.1002361

Roudometof, V. (2011). Eastern Orthodox Christianity and the Uses of the Past in Contemporary Greece. Religions, 2(2), pp. 95-113. DOI: 10.3390/rel2020095.

Skoulariki, A. (2020). Political Polarisation in Greece: The Prespa Agreement, Left/Right Antagonism and the Nationalism/Populism Nexus. South European Society and Politics, 25(3,4), pp. 411-439. DOI: 10.1080/13608746.2020.1932020

Swatos, W. H., & Christiano, K. (1999). Secularization Theory: The Course of a Concept. Sociology of Religion, 60(3), pp. 209-228. Retrieved from here

Tzogopoulos, G. (2020). Greek-Russian Relations: A Potential to Mend Strained Ties. Hellenic Foundation For European & Foreign Policy (ELIAMEP), Policy Brief #137/2020. Retrieved from here


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.