Πηγή εικόνας: εδώ

Του Δημητρίου Μποφίλιου, μέλους της Ομάδας Μελέτης «Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Ζητημάτων»


Πρόλογος

Η θεομαχία λογίζεται ως το φαινόμενο, κατά το οποίο παρουσιάζεται η μαχητική άρνηση κάθε θεολογικής ερμηνείας και αναγωγής του ανθρώπινου κόσμου στον Θεό, όπως και η εξαπόλυση ευθείας επίθεσης εκ μέρους ενός ικανοποιητικού ποσοστού ανθρώπων έναντι στο Θείο (Μπαμπινιώτης, 2006). Το εν λόγω φαινόμενο εμφανίζεται ανά τους αιώνες και συνεχίζει να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στον 21ο αιώνα. Ωστόσο, παρουσιάζεται σε μεγαλύτερη έκταση και συχνότητα, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, και εστιάζει την προσοχή του στον Χριστιανισμό. Με γνώμονα τα παραπάνω, είναι πρέπον να τεθεί το ζήτημα των αιτίων που οδηγούν στο ζενίθ την συγκεκριμένη εμπαθή κριτική, καθώς και το αν τίθεται δικαίως.  

1. Σκάνδαλα 

Απέναντι στην χριστιανική πίστη εμφανίζονται δύο κατηγορίες ανθρώπων (Berdyaev, 1931). Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι οι οποίοι, αν και είχαν βαθύ το αίσθημα του Χριστιανισμού, τον ασπάστηκαν και στην συνέχεια απομακρύνθηκαν από τα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στην δεύτερη κατηγορία, ανήκουν εκείνοι που δεν είχαν εξ’ αρχής καμία σύνδεση με τον εν λόγω «χώρο». Ωστόσο, υπάγονται και οι δύο ομάδες στην ίδια κατηγορία, εφόσον μοιράζονται μια κοινή επιθυμία: οι πρώτοι να μην επιστρέψουν ξανά στον πρώιμο βίο τους και οι δεύτεροι να παραμείνουν στην κατάσταση που έχουν συνηθίσει να βρίσκονται. 

Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιούν και οι δύο ομάδες, προκειμένου οι μεν να στηρίξουν την απόφαση τους να φύγουν από την εκκλησία, και οι δε την επιθυμία να μην γνωρίσουν ποτέ από κοντά την Ορθόδοξη εκκλησία. Αναλυτικότερα, δυστυχώς υπάρχουν Χριστιανοί που, εξαιτίας της συμπεριφοράς τους, η οποία εμφανίζει στοιχεία φανατισμού, αντιμετωπίζονται ως ένα σκανδαλώδες εμπόδιο για τις δύο παραπάνω ομάδες ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν καταγραφεί παραδείγματα, στα οποία κάποιοι, αυτοαποκαλούμενοι ως Χριστιανοί, παραποιούν τον Χριστιανισμό, μέσω πράξεων που κρύβουν άκρατη υπερβολή, παραποιώντας την χριστιανική αλήθεια (Berdyaev, 1931). 

Στην πραγματικότητα, οι παραπλανητικές τους συμπεριφορές οδηγούν μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων στην αξιολόγηση της συγκεκριμένης θρησκείας μέσω των πιστών της που, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι άνθρωποι που τους χαρακτηρίζει μια εσωτερική σύγχυση. Παρ’ όλα αυτά, η χριστιανική αλήθεια δεν υφίσταται κάποια αλλοίωση. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τον Βοκκάκιο, αφού μετά από σωρεία σκανδάλων και υπερβολών συνεχίζουν να υπάρχουν υποστηρικτές της χριστιανικής πίστης, τότε αυτή η πίστη είναι αληθινή (Berdyaev, 1931). 

2. Χριστιανισμός και θρησκείες –θεία και ανθρώπινα μεγέθη: η δυσκολία να είσαι Χριστιανός

Έχει υποστηριχθεί πως η αυστηρή κριτική στον Χριστιανισμό βασίζεται στην ανικανότητα των Χριστιανών να υιοθετήσουν ουσιαστικά την χριστιανική πίστη και να πορευτούν σύμφωνα με τα διδάγματά της (Berdyaev, 1931). Πράγματι, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι μια τέτοια κριτική είναι ανυπόστατη. Για παράδειγμα, αν μία ποδοσφαιρική ομάδα θεωρείται ότι δεν έπαιξε καλά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, δεν συνάγεται συγχρόνως το συμπέρασμα ότι οι οπαδοί της προκάλεσαν ζημιές στο γήπεδο. 

Συχνά οι άθεοι, με εμφανή αντιπάθεια απέναντι στην εν λόγω θρησκεία, παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως ανώτερους από το χριστιανικό ποίμνιο, συγκρίνοντάς το επιτακτικά και προκλητικά με πιστούς άλλων θρησκειών, ως καλύτερους απέναντι στις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, με την δικαιολογία ότι εμφανίζουν μεγαλύτερη συνέπεια απέναντι στην πίστη τους (Berdyaev, 1931). Εντούτοις, δεν εξετάζεται αν οι διδασκαλίες των συγκεκριμένων θρησκειών είναι προσαρμοσμένες στις «ανθρώπινες ανάγκες», όπως είθισται να γίνεται στην πραγματικότητα. 

Τα παραπάνω στηρίζονται μέσω της παραδοχής των Εβραίων, η οποία αναφέρεται στην πλήρη εφαρμογή των εβραϊκών νόμων, λόγω της πλήρης προσαρμογής τους στις «ανθρώπινες ανάγκες». Επιπλέον, οι Εβραίοι είναι εκείνοι που χαρακτηρίζουν τον Χριστιανισμό ως μία ουτοπική θρησκεία, κατά την οποία οι χριστιανοί πρέπει να αγαπήσουν ακόμη και τους εχθρούς τους και συνάμα να δέχονται αδιαμαρτύρητα κάθε δοκιμασία. Επιπρόσθετα, οι επικριτές της χριστιανικής πίστης δε χαρακτηρίζονται από αμεροληψία, διότι παραβλέπουν πως οι χριστιανοί, πέρα από τα πάθη και τις αμαρτίες τους, κάνουν μια συνεχή προσπάθεια αποδέσμευσης από τον παγανισμό και την αρχαία βαρβαρότητα (Berdyaev, 1931). 

3. Η αποτυχία του Χριστιανισμού και η ανθρώπινη ελευθερία: ελευθερία του πνεύματος  

Ένας από τους βασικούς «εχθρούς» του Χριστιανισμού είναι ο σοσιαλισμός (Berdyaev, 1931). Αυτή η ταραγμένη σχέση πηγάζει από την πλευρά του σοσιαλισμού, ο οποίος λειτουργεί ανταγωνιστικά, διαφημίζοντας την προσπάθεια εξάλειψης κάθε κακού και την εφαρμογή ενός προγράμματος, που θα αναγκάσει τους ανθρώπους να στραφούν στο αγαθό. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά μεταξύ της χριστιανικής πίστης και του σοσιαλισμού. 

Αντικειμενικά, είναι δύσκολο ο ανθρώπινος νους να αποδεχτεί την προώθηση της απόλυτης ελευθερίας από την σκοπιά της χριστιανικής θρησκείας, με επακόλουθο την αδυναμία εξαναγκασμού της κακής θελήσεως στο καλό. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την διατύπωση αρνητικών σχολίων αναφορικά με την χριστιανική πίστη. Ο Θεός της χριστιανοσύνης, ανεχόμενος το κακό, δεν θα ενεργήσει ποτέ χρησιμοποιώντας βία, ακόμα και αν χρειαζόταν να το κάνει προκειμένου να θέσει τέλος σε μία αρνητική πράξη (Berdyaev, 1931). 

4. Η τριπλή προδοσία της ανθρωπότητας: θείο και ανθρώπινο στοιχείο στην Εκκλησία και ο Χριστιανισμός, ως θρησκεία κρατών   

Η τριπλή προδοσία της ανθρωπότητας, για την ακρίβεια της χριστιανικής ανθρωπότητας, αναφέρεται στο ατυχές περιστατικό κατά το οποίο άλλαξε το νόημα της χριστιανικής διδασκαλίας. Εν συνεχεία απομακρύνθηκε και τέλος διέπραξε το χείριστο σύμφωνα με την θέση που διέθετε (Berdyaev, 1931). Στην ουσία, η ανθρωπότητα άρχισε να μάχεται κατά του Χριστιανισμού. Στην πραγματικότητα, την στιγμή που πραγματοποιείται μια αρνητική αξιολόγηση για την χριστιανική πίστη, δεν αξιολογείται η θρησκεία, αλλά το «ανθρώπινο δυναμικό» που την πλαισιώνει. 

Αποτελεί κοινό τόπο πως οι Χριστιανοί έχουν μείνει και εκείνοι στην ιστορία, ως η ομάδα που κατέφυγε σε χρήση βίας για στήριξη και επιβολή των «πιστεύω» της.  Ωστόσο, αυτό δεν έχει επιτευχθεί, λόγω υπακοής και τήρησης των εντολών του Χριστού. Tα αμαρτήματα στα οποία καταφεύγει ο λαός, ή και ο κλήρος, δεν είναι αμαρτήματα του Θείου. Είναι πρέπον να διαχωρίζονται αυτά τα δύο μεταξύ τους. Μέσα στην εκκλησία δεν υπάρχει μόνο το Θείο, αλλά και το ανθρώπινο. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Ναοί δεν χτίζονται από τον Θεό, αλλά από τον άνθρωπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η οργή του κόσμου για τον Χριστιανισμό είναι άμεσα συνδεδεμένη με το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός, ως επίσημη θρησκεία του εκάστοτε κράτους, χρησιμοποίησε βία με σκοπό να εξαναγκάσει ανθρώπους να στραφούν προς το επίσημο αυτό θρήσκευμα, γεγονός για το οποίο δεν φέρει την ευθύνη ο Θεός (Berdyaev, 1931). 

5. Εκκλησία Αγίων και Αμαρτωλών: μοντανισμός 

Ένα συνηθισμένο επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που έχουν απομακρυνθεί από την χριστιανική πίστη, είναι ότι η Εκκλησία δεν αποτελείται μόνο από τέλειους ανθρώπους, αλλά από αμαρτωλούς. Ενδεχομένως να λησμονούν ότι η εκκλησία δεν βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, μακριά από το κακό και την αμαρτία, αλλά μέσα στον πραγματικό κόσμο που απαρτίζεται από τέτοια στοιχεία. Συγκεκριμένα, για τον κόσμο που την έχει ανάγκη, δηλαδή τον αμαρτωλό. Η ουσία του Χριστιανισμού είναι ακριβώς η ένωση του Ουρανού με τη Γη, του Θείου με το ανθρώπινο και όχι τον διαχωρισμό, όπως πολλοί θεωρούν ή ακόμα και επιθυμούν. Το τελευταίο παραπέμπει σε μία αίρεση, ονόματι «Μοντανισμός», που εμφανίστηκε τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού και υποστήριζε την πλήρη απομάκρυνση των αμαρτωλών από τους κόλπους της Εκκλησίας και την πλαισίωσή της μόνο από Αγίους και τέλειους ανθρώπους (Berdyaev, 1931). 

6. Δικαίωμα μεταξύ ζωής και θανάτου 

Ένα ερώτημα, ή αλλιώς μια στάση ζωής, που ενισχύει τους ενδοιασμούς ενός ποσοστού ανθρώπων ως προς την χριστιανική πίστη, είναι: «Γιατί ενώ μας λέει ο Θεός ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τη ζωή που θα ζήσουμε, αν τυχόν παραβούμε το θέλημά του θα είμαστε καταδικασμένοι;». Το ερώτημα αυτό κρύβει πίσω του ένα άλλο φιλοσοφικό – θεολογικό – κοινωνικό ερώτημα, το οποίο αφορά τη μη δικαιοδοσία του ανθρώπου να επιλέξει μεταξύ ζωής και θανάτου. Να επιλέγει, δηλαδή, ο ίδιος πότε θα πεθάνει και, ταυτόχρονα, τον τρόπο με το οποίο θα επέλθει ο θάνατος. Η χριστιανική Εκκλησία απαντά στην παραπάνω θέση με έναν αφοπλιστικό λόγο. Υποστηρίζει ότι η ελευθερία είναι μία «κατάσταση» που βιώνει κανείς ενώ είναι ζωντανό μέλος μιας κοινωνίας (Βασιλειάδης, 2011).  Σε περίπτωση που επέλθει ο θάνατος, τη στιγμή εκείνη παύει να υφίσταται η ελευθερία. Στην ουσία, δεν υπάρχει ελευθερία μετά τον θάνατο. Ο τελευταίος είναι η εκμηδένιση της ζωής, και κατ’ επέκταση της ελευθερίας. 

Επομένως, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η χριστιανική διδασκαλία δεν δέχεται την επιλογή του θανάτου, διότι ουσιαστικά είναι επιλογή του να μην είναι κάποιος ελεύθερος.  Από την άλλη, όπως, για λόγους ευγένειας,  κανείς δεν θα επιστρέψει ποτέ ένα δώρο που του προσφέρει ένα αγαπημένο του πρόσωπο, έτσι και η ζωή είναι ένα δώρο που προσφέρεται στον καθένα από έναν τρίτο (Βασιλειάδης, 2011).  

7. Φανατισμός 

Επιπλέον, ένα φαινόμενο που εμφανίζεται πολλές φορές μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και ωθεί μακριά τον κόσμο από το χώρο της χριστιανικής πίστης, είναι ο φανατισμός (Δρίτσας και συν., 2013). Εμφανίζεται με την μορφή της θρησκοληψίας, δηλαδή της απόλυτης υπακοής των χριστιανικών διδαγμάτων. Στην συνέχεια, με την μορφή του πουριτανισμού, δηλαδή της υπερβολικής αυστηρότητας απέναντι σε πολλά ζητήματα της καθημερινότητας. Μετέπειτα με την μορφή του συντηρητισμού, ως συνώνυμο της προγονοπληξίας και της υιοθέτησης παρελθοντικών στοιχείων, και τέλος με την μορφή του προσηλυτισμού. Την προσπάθεια, δηλαδή, που καταβάλλεται, χρησιμοποιώντας ποικίλα μέσα πειθούς, με σκοπό την μεγαλύτερη είσοδο ανθρώπων στον Χριστιανισμό. 

Τα φαινόμενα αυτά βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας της άγνοιας των ανθρώπων σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, την έλλειψη κριτικής ικανότητας, δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης και συνείδησης. Εντούτοις, με το πέρασμα του χρόνου, τα ποσοστά χαμηλού μορφωτικού επιπέδου μειώνονται, γεγονός που συμβάλλει στην απουσία των αρνητικών αυτών φαινομένων. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό και από το γεγονός πως οι νεαρές ηλικίες εισέρχονται στους κόλπους της Εκκλησίας, αισθάνοντας την ανάγκη να γνωρίσουν την αυθεντική χριστιανική πίστη δίχως στερεότυπα, προκαταλήψεις και φανατισμούς (Δρίτσας και συν., 2013). 

8. Κριτική κατά του Χριστιανισμού 

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι η άσκηση κριτικής στην θρησκεία είναι κάτι το «υγιές», όπως ισχύει για όλα τα πνευματικά ρεύματα. Ωστόσο, προκειμένου να ασκηθεί κριτική, είναι απαραίτητη η σωστή ενημέρωση και γνώση επί του θέματος, γεγονός που δεν ισχύει τις περισσότερες φορές όταν ασκείται κριτική στον Χριστιανισμό. Οι άνθρωποι που ασκούν κριτική στον Χριστιανισμό, ενδεχομένως να μην έχουν συμμετάσχει σε κάποια θεολογική συζήτηση ή να έχουν μελετήσει οτιδήποτε με θεολογικό περιεχόμενο. Συνήθως, τέτοιοι άνθρωποι εκτίθενται με την χρήση λανθασμένων λέξεων και εκφράσεων, σχετικά με την χριστιανική πίστη και θρησκεία, καθώς και με την απουσία γνήσιων κινήτρων (Δρίτσας και συν., 2013). 

Επίλογος

Όσα χρόνια υπάρχει ο Χριστιανισμός ως θρησκεία, συνυπάρχουν μαζί του τα λάθη, ο φανατισμός και οι ακρότητες, εκ μέρους των Χριστιανών και του Κλήρου, που οδηγεί σε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Εκκλησίας και λαού. Παράλληλα, υπάρχει και μια αυστηρή κριτική που επιτυγχάνεται μέσω λελογισμένης χρήσης ιδεολογημάτων, που χαρακτηρίζεται ως υγιής. 

Επιπλέον, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως αντικειμενική, πρέπει να έχει ως σκοπό την αποκατάσταση της αλήθειας και όχι αποκλειστικά την κριτική ως μέσο επίθεσης. Επιπρόσθετα, απαραίτητη θεωρείται και η απόκτηση γνώσης και ενημέρωσης, κάτι το οποίο αντικειμενικά δεν πραγματοποιείται, αναφορικά με την κριτική έναντι του Χριστιανισμού (Δρίτσας και συν., 2013). Με την απορία του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Πλάτων: «Γνώμην δύνανται να έχουν άπαντες, γνώσιν διά να έχουν γνώμην, έχουν;», γίνεται ευρέως γνωστό ότι δεν είναι συνετό να συμμετέχει κάποιος σε οποιαδήποτε κριτική, εφόσον δεν έχει γνωρίσει τον χώρο για τον οποίο ασκείται η κριτική εκ των έσω. Επίσης, θεωρείται, άδικο λόγω της αναξιότητας των χριστιανών, να φέρεται ότι ευθύνεται η ίδια η θρησκεία του Χριστιανισμού, όπως γίνεται σχεδόν όλες τις φορές (Berdyaev, 1931). 

Εν κατακλείδι, το μεγαλύτερο ποσοστό πιστών και μη, που είτε έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησία, είτε δεν νιώθουν την ανάγκη να την γνωρίσουν, αποδίδεται σε λάθη κληρικών και αστοχίες ανθρώπινου δυναμικού που πλαισιώνει τον εν λόγω χώρο (Παναγόπουλος, 2017). Ωστόσο, ο αντίλογος σχετικά με τον οποίο υφίστανται, και εκείνοι που κάνουν την διαφορά, όπως για παράδειγμα ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, με την παροιμιακή του φράση: «Ελάτε στην εκκλησία όπως είσαστε», παρουσιάζει  την επιθυμία για βελτίωση μέσα στους κόλπους της εκκλησίας. Επομένως, φαινομενικά οι θεομάχοι θέτουν τις βάσεις τους σε γερά θεμέλια, αλλά, σύμφωνα με τα παραπάνω, ουσιαστικά «χτίζουν παλάτια στην άμμο».


Βιβλιογραφία 

Βασιλειάδης, Ν. (2011). Ελευθερία: Προνόμιο, δώρο ή πρόβλημα. Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ».

Δρίτσας, Δ., Μόσχος, Δ., & Παπαλεξανδρόπουλος, Σ. (2013). Χριστιανισμός και Θρησκεύματα.  ΙΤΥΕ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ» .

Μπαμπινιώτης, Γ. (2006). Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Κέντρο Λεξικολογίας.

Παναγόπουλος, Δ. (2017). Άλλο καλός Άνθρωπος και Άλλο Χριστιανός. Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος.

Berdyaev, N. (1931). De la dignité du Christianisme et de l’indignité des Chrétiens. Je Sers, Paris.


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.