Πηγή εικόνας: εδώ

Της Azim Nazia, μέλους της Ομάδας «Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής»


Εισαγωγή

Η Υεμένη απέκτησε τα σημερινά σύνορά της το 1990, όταν οι κυβερνήσεις της Νότιας και της Βόρειας Υεμένης αποφάσισαν την ενοποίηση της χώρας, με τον Πρόεδρο της μέχρι πρότινος Βόρειας Υεμένης να αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας. Ωστόσο, από εκείνο το σημείο και έπειτα, συναρτήσει μιας αντιπαλότητας που προηγείται της ένωσης του Βορρά με τον Νότο, η χώρα βασανίζεται από έναν ατελείωτο εμφύλιο πόλεμο, στον οποίο κύριο ρόλο παίζουν οι διεθνείς παίκτες.

Σε αυτόν τον συνεχή πόλεμο, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είναι, από τη μία πλευρά, οι Houthis, οι οποίοι, πριν την ενοποίησή της, ήλεγχαν τον βόρειο κορμό της χώρας, και από την άλλη ο συνασπισμός της κυβέρνησης και της διεθνούς κοινότητας. Ειδικότερα, οι Houthis έχαιραν της υποστήριξης του Ιράν (Juneau, 2021). Παράλληλα, αναφορικά με την αντίθετη πλευρά, ο προαναφερθείς συνασπισμός αποτελείτο από τα Αραβικά κράτη, κυρίως από τα κράτη του Κόλπου, και από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Αυτός ο πόλεμος δίχως τέλος έχει οδηγήσει τη χώρα και τον πληθυσμό της σε μία κατάσταση που χρήζει αφενός άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας, και αφετέρου αναζήτησης μιας λύσης που θα φέρει μια διαρκή ειρήνη. Παρόλα αυτά, η διεθνής κοινότητα μέχρι τώρα δεν έχει βρει τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σταματήσει αυτήν την σύγκρουση, καθώς τα εμπλεκόμενα κράτη είναι πολλά και ο κίνδυνος εξάπλωσης της σύγκρουσης στην περιφέρεια της Υεμένης είναι αυξημένος. 

Η παρούσα ανάλυση θα περιγράψει τις διαιρετικές τομές που υπάρχουν στην Υεμένη και την ιστορία της μέχρι σήμερα. Κατόπιν, θα αναλύσει το ρόλο της διεθνούς κοινότητας σε αυτήν την σύγκρουση.

Οι διαιρετικές τομές της Βόρειας και της Νότιας Υεμένης

Η Υεμένη βρίσκεται στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Αραβικής Χερσονήσου, στη νότια πλευρά της Ερυθράς Θάλασσας. Τα σύνορα της χώρας καθορίστηκαν αυθαίρετα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη Βρετανική Αυτοκρατορία και τη Σαουδική Αραβία. Σήμερα, το προϊόν αυτής της οριοθέτησης, λόγω της στρατηγικής τοποθεσίας της χώρας, αποτελεί σημείο τριβής μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων της περιοχής. 

Όπως ήδη αναφέρθηκε και στην εισαγωγή, πριν από τη δεκαετία του 1990 η χώρα ήταν διαιρεμένη στο βόρειο και στο νότιο τμήμα της. Οι διαφορες μεταξύ τους, όμως, δεν ήταν μόνο χωρικές. Αυτό διαφαίνεται από το γεγονός ότι, ακόμα και μετά την επίσημη ενοποίησή της, η Υεμένη παραμένει διαιρεμένη – ιδεολογικά, θρησκευτικά, οικονομικά και πολιτισμικά (Al-Muslimi, 2015). Στο βόρειο τμήμα του κράτους, η Sanaa αποτελούσε και αποτελεί το πολιτικό κέντρο της χώρας, σε αντίθεση με την Aden, που βρίσκεται στο νότιο τμήμα και αντιπροσωπεύει, όπως και παλιά, το οικονομικό κέντρο της χώρας. Είναι, ακόμα, σημαντικό να αναφερθεί ότι το βόρειο τμήμα της Υεμένης δεν υπήρξε ποτέ αποικία κάποιας ξένης αποικιοκρατικής δύναμης, στοιχείο που βοήθησε στην ισχυροποιημένη παρουσία του Αραβικού πολιτισμού σε αυτό. Αντιθέτως, το νότιο κομμάτι της χώρας συνιστούσε μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, από το 1839 μέχρι το 1967, με αποτέλεσμα η κουλτούρα του να έχει επηρεαστεί βαθύτατα από την Μεγάλη Βρετανία.

Πριν την ενοποίηση του Βόρειου και του Νότιου τμήματος της χώρας, τα πολιτικά καθεστώτα στις δύο περιοχές διέφεραν αρκετά, αν και τα δύο θεωρούσαν τον εαυτό τους ως δημοκρατικά. Από τη μία μεριά, η Βόρεια Υεμένη είχε το δικό της Σύνταγμα, το οποίο ωστόσο ανεστάλη το 1974 για τουλάχιστον τέσσερα έτη. Με ένα Σύνταγμα που δεν είχε τόσο σταθερά θεμέλια, μολονότι κάποια κυβερνητικά όργανα εκτελούσαν της νομοθετικές λειτουργίες της χώρας, δεν είχαν αρκετή εξουσία στα χέρια τους ώστε να μπορούν να τροποποιήσουν το καθεστώς της Βόρειας Υεμένης, για να διατηρήσουν την δημοκρατία. Από την άλλη μεριά, και η Νότια Υεμένη ήταν δημοκρατία μόνο στο όνομα. Το πολιτικό καθεστώς της πλησίαζε αρκετά τη Μαρξιστική φιλοσοφία, και το πολιτικό και οικονομικό της σύστημα είχε πολλά στοιχεία που αντιπροσώπευαν το λεγόμενο “scientific socialism”. Σε αυτό το σύστημα, “η ιδεολογία τοποθετούνταν μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικό-οικονομικών πρακτικών και συμφερόντων” (Di Mauro, 2020). Ουσιαστικά, μόνο τα σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα είχαν την εξουσία να ελέγχουν τις διοικητικές, νομοθετικές και στρατιωτικές εξουσίες.

Έπειτα από την ενοποίηση της χώρας, η κατάσταση δεν άλλαξε ιδιαίτερα, καθώς τα μέχρι πρότινος δύο τμήματα της Υεμένης δεν είχαν την θέληση να συνεργαστούν και να μειώσουν τις διαφορές που μέχρι τότε χώριζαν τους κατοίκους της χώρας. Ένας σημαντικός παράγοντας για την αποτυχία της ολοκληρωτικής ένωσης της χώρας αποτελεί η διαίρεση του Ισλάμ, το οποίο αποτελεί την επίσημη θρησκεία της Υεμένης. Παρά το γεγονός ότι το Σουνιτικό Ισλάμ είναι το κυρίαρχο δόγμα, στο βόρειο τμήμα της χώρας υπάρχει μία μειοψηφία Σιιτών Μουσουλμάνων, οι οποία ενίοτε συνιστά παράγοντα συγκρούσεων μεταξύ των δύο τμημάτων της Υεμένης.

Η Υεμένη από τη δεκαετία του 1990 μέχρι το 2021

Προκειμένου να αναλυθεί ο ρόλος της διεθνούς κοινότητας στο ζήτημα της Υεμένης, είναι σημαντικό να εξεταστούν πρώτα κάποιες σημαντικές ημερομηνίες που καθόρισαν την πραγματικότητα της σύγκρουσης, από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα.

Αρχικά, το 1994 είναι έτος-κλειδί, καθώς τότε οι στρατιωτικοί, οι οποίοι δεν είχαν ενσωματωθεί στον στρατό της Υεμένης, άρχισαν έναν περιορισμένο εμφύλιο πόλεμο. Το αποτέλεσμα του πολέμου αυτού ήταν η ήττα αυτών των στρατιωτικών και η ισχυροποίηση της ενοποιημένης Υεμένης. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, το 2000, η οργάνωση Zaidi-Shia Ansar Allah, ή πιο απλά Houthis, ήταν δυσαρεστημένη με την κατάσταση που επικρατούσε, με αποτέλεσμα να διεξάγει επανάσταση κατά της μέχρι τότε φιλικής προς αυτή κυβέρνησης. Την ίδια χρονική περίοδο, ο Πρόεδρος Saleh, με την υπογραφή της Συνθήκης της Jeddah, καθόρισε τα σύνορα της χώρας του με την Σαουδική Αραβία. Παρά το γεγονός ότι ο Saleh προσπάθησε να αποστρατικοποιήσει τους Houthis, στο τέλος κατέληξε να λάβει τη βοήθεια τους ώστε να αποτρέψει την εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας. Έπειτα από την πρόσκαιρη αυτή συνεργασία τους, οι Houthis παρέμειναν επιφυλακτικοί απέναντι στην κυβέρνηση του Saleh και δεν είχαν την πρόθεση να συνεργαστούν περαιτέρω. Υπό από αυτές τις συνθήκες, το 2004, ο τότε αρχηγός της οργάνωσης, Hussein Badreddin al-Houthi, έδωσε την εντολή για την διεξαγωγή μιας ακόμη επανάστασης κατά της κυβέρνησης. Σε απάντηση, ο Saleh άρχισε την σύλληψη εκατοντάδων μελών της οργάνωσης, προσφέροντας αμοιβή για την σύλληψη του Hussein Badreddin al-Houthi. Ωστόσο, καθώς το 2006 θα γίνονταν εκλογές στην Υεμένη, ο Saleh, μετά το τέλος της επανάστασης, σε μια προσπάθεια να κερδίσει την υποστήριξη της οργάνωσης, παρείχε καθεστώς αμνηστίας σε 600 μέλη των Houthis. Το 2005, μετά την δολοφονία του Hussein Badreddin Al-Houthi, ο αδελφός του ανέλαβε τον έλεγχο της οργάνωσης και υπεγράφη συμφωνία με την κυβέρνηση της Υεμένης, με τον όρο της παράδοσης του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή.

Το 2008, ο Saleh ανακοίνωσε τον τερματισμό των συγκρούσεων με τους Houthis. Ωστόσο, μεταξύ του 2009 και του 2010, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Υεμένης άρχισαν επιχειρήσεις, με σκοπό τον τερματισμό της σύγκρουσης που υποκινούταν από τους Houthis στη Sanaa. Την ίδια χρονική περίοδο, οι Houthis άρχισαν να έχουν συνοριακή διαμάχη με τη Σαουδική Αραβία.

Τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική νίκη του Saleh, το 2006, άρχισαν διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης του και της 33ετούς παραμονής του στην εξουσία. Με το ξεκίνημα της Αραβικής Άνοιξης, τον Απρίλιο του 2011, συγκρούσεις ξέσπασαν στη Sanaa με σκοπό την αποπομπή του Saleh από την εξουσία, καθώς αρνούνταν να παραιτηθεί. Οι εξεγέρσεις είχαν ως αποτέλεσμα να εκδιωχθεί ο Saleh και να επιστρέψει ξανά, για να εγκρίνει την εκλογή ενός νέου Προέδρου- του Abd Rabbuh Mansur-Hadi. Ωστόσο, ακόμη και υπό τον καινούργιο Πρόεδρο, δεν σταμάτησαν να υπάρχουν αντικυβερνητικές εξεγέρσεις, με αποτέλεσμα ο Hadi να κηρύξει την διάλυση της κυβέρνησης, το 2014.

Η κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου

Η ανάδυση της Αραβικής Άνοιξης και η παράδοση της εξουσίας από τον Saleh στον Hadi, δεν έφεραν την αναμενόμενη ηρεμία: αντίθετα, επιδείνωσαν την κατάσταση. Οι Houthis, εκμεταλλευόμενοι τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η χώρα και την αδυναμία της κυβέρνησης Hadi να διαχειριστεί το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της Υεμένης, ξεκίνησαν μία εμφύλια σύγκρουση, που ακόμη ταλαιπωρεί τη χώρα. Εκμεταλλευόμενοι τη διαφθορά μέσα στη χώρα, τις επιθέσεις από τζιχαντιστικές οργανώσεις, τη συνεχιζόμενη επιρροή του Saleh στις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας, οι Houthis κατέλαβαν την επαρχία της Sanaa στις αρχές του 2014, και άρχισαν να προχωρούν προς το νότιο κομμάτι της χώρας  (Montgomery, 2021). Από το 2014 μέχρι σήμερα, οι συγκρούσεις εντός του κράτους της Υεμένης έχουν διασπάσει την κεντρική κυβέρνηση, δημιουργώντας πολλαπλά κέντρα εξουσίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της αναταραχής, το Μάρτιο του 2015, η Σαουδική Αραβία, μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε συνεργασία με άλλα κράτη της περιοχής και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σχημάτισαν ένα συνασπισμό που υποστήριζε τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, η συμβολή τους δεν έχει οδηγήσει στην ειρήνη τη χώρα. 

Η αντίδραση της Διεθνούς Κοινότητας (2018-2021)

Μετά την κατάληψη του λιμανιού της Hodeidah από τους Houthis, το 2018, και της ανθρωπιστικής καταστροφής που επακολούθησε, καθώς συνιστούσε κόμβο για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, η Διεθνής Κοινότητα κάλεσε ξανά την οργάνωση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με στόχο να σταματήσει αυτός ο αιματηρός πόλεμος. Παρά ταύτα, οι  Houthis δεν επιθυμούσαν μία τέτοια εξέλιξη και διατήρησαν τις συγκρούσεις γύρω από την περιοχή της Sanaa.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη (2018), αρκετές χώρες έχουν κάνει διαβήματα για τον τερματισμό του πολέμου, αλλά ταυτόχρονα αποδίδουν την ευθύνη της συνέχισης της σύγκρουσης στην απροθυμία των Houthis να διαπραγματευτούν. Την ίδια στιγμή, η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης σκέφτεται να επιβάλλει επιπλέον περιορισμούς στις εισαγωγές, με σκοπό να πιέσει την οργάνωση να μετακινήσει τις δυνάμεις της από το λιμάνι της Hodeidah ή να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εντούτοις, ο εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών τόνισε ότι όλοι οι περιορισμοί στις εισαγωγές πρέπει να αρθούν, ώστε να υπάρχει μια ανεμπόδιστη κυκλοφορία των απαραίτητων αγαθών στην Υεμένη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο λιμός που αντιμετωπίζει η χώρα. Επιπλέον, επεσήμανε ότι η βοήθεια της Κεντρικής Τράπεζας είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η κατάσταση που επικρατεί υποχρεώνει την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τα συναλλαγματικά αποθέματά της σε ξένο συνάλλαγμα, ώστε να αγοράζει τα αναγκαία αγαθά. 

Τα επόμενα βήματα της διεθνούς επέμβασης

Έναν χρόνο μετά την απόφαση των ΗΠΑ να σταματήσουν να παρέχουν υποστήριξη στον “σαουδικό συνασπισμό”, η κυβέρνηση Biden ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει ποια είναι τα μελλοντικά της σχέδια για την Υεμένη και ποιος θα είναι ο ρόλος της στην σύγκρουση. Παρά τη στάση αυτή των ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία διστάζει να αποσύρει τις δυνάμεις της από την χώρα, κυρίως λόγω της Ιρανικής υποστήριξης προς τους Houthis. Το Ιράν παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην περιοχή, καθώς, από τη μεριά της Σαουδικής Αραβίας, η παρουσία του συνιστά πιθανή απειλή γι’ αυτήν. Γι’ αυτό το λόγο, η τελευταία έχει σκοπό να συνεχίσει να υποστηρίζει τους δικούς της εκπροσώπους στην Υεμένη. 

Η επόμενη μέρα

Καταληκτικά, η υποστήριξη των ΗΠΑ προς τον Συνασπισμό έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου, με αποτέλεσμα η απόσυρσή της να χειροτερεύσει την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας και ο τερματισμός του πολέμου να φαντάζει ιδιαίτερα μακρινή προοπτική. Από τα παραπάνω προκύπτει ακόμη πως πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, όσο η Σαουδική Αραβία και το Ιράν διεξάγουν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Υεμένη για να λύσουν τις διμερείς τους διαφορές, η σύγκρουση θα συνεχιστεί, ακόμη και αν σταδιακά οι εσωτερικές διαφορές αρχίσουν να γεφυρώνονται. Η Διεθνής Κοινότητα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την κατάσταση στην Υεμένη, φέρνοντας τα δύο αντιμαχόμενα μέρη, δηλαδή τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ώστε να τελειώσει αυτή η εμφύλια σύρραξη. Ακόμη, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία (2020), όλα τα μέρη που συμμετέχουν σε αυτόν τον πόλεμο, και όχι μόνο οι Houthis, καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και παραβιάζουν το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Μόνον όταν τα Αραβικά κράτη και το Ιράν σταματήσουν να ανταγωνίζονται στην περιοχή, μπορεί η Διεθνής Κοινότητα να βοηθήσει ουσιαστικά στον τερματισμό του πολέμου. 

Βιβλιογραφία

Al-Muslimi, F. (2015). How Sunni-Shia Sectarianism Is Poisoning Yemen. Diwan-Carnegie Middle East. Retrieved from here.

Di Mauro, S. E. (2020). Socialism and Communism. In Kobayashi, A. (Ed.), International Encyclopedia of Human Geography (2nd Ed.). Elsevier (pp. 271-280). Retrieved from here.

International Community Must Take Action to Stop Catastrophic Famine in Yemen, Top Humanitarian Affairs Official Tells Security Council (2018). United Nations Security Council 8379th meeting, SC/13550. Retrieved from here.

Juneau, T. (2021) How Iran helped Houthis expand their reach? Texas National Security Review. Retrieved from here.

Montgomery, M. (2021). A Timeline of the Yemen Crisis, from the 1990s to the Present. Arab Center Washington DC. Retrieved from here.

Saudi-led coalition rejects Iran charges on Yemen envoy (2021). France 24. Retrieved from here.

Yemen 2020 (2020). Amnesty International. Retrieved from here.

Yemen (2021). Security Council Report, November 2021 Monthly Forecast. Retrieved from here.
Yemen crisis: Why is there a war? (2021). BBC. Retrieved from here.


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.