Πηγή εικόνας: εδώ [LIFO]

Της Ελένης Κουτσοποδιώτη, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας


Οι μετακινήσεις των πληθυσμών δεν είναι σημείο των καιρών μας. Διαχρονικά, οι άνθρωποι αλλάζουν τόπο εξαιτίας συγκυριών και καταστάσεων. Μετανάστες λόγω ανεργίας και φτώχειας, πρόσφυγες πολιτικοί ή διωγμένοι μετά από ένοπλες συρράξεις, με την ελπίδα για ενδεχόμενο επαναπατρισμό ή για ένα νέο ξεκίνημα ζωής στη χώρα υποδοχής. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσο περισσότερο οξύνονται οι ανισότητες, τόσο περισσότερο αυξάνονται και οι μετακινήσεις των λαών.

Το προσφυγικό αποτελεί φλέγον και ακανθώδες ζήτημα, στο οποίο δεν μπορούν να δοθούν λύσεις ως «μάννα εξ ουρανού». Απαιτείται εις βάθος πολιτική ρύθμιση, θεσμική κατοχύρωση και κοινωνική κινητοποίηση, ώστε να οι πρόσφυγες να μην αντιμετωπίζονται πια ως απλά αξιοθέατα που χρήζουν λύπησης ή θαυμασμού. Ωστόσο, παρατηρείται έντονα – αντί της άσκησης αποτελεσματικής πολιτικής εκ μέρους των κυβερνήσεων των χωρών υποδοχής – μία καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των προσφύγων, η οποία θίγει στον πυρήνα της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Βασικό εστιακό σημείο της υπονόμευσης αυτής και σημείο των καιρών μας, οι επαναπροωθήσεις (τα λεγόμενα push-backs).

Επαναπροωθήσεις προσφύγων

Πέραν της κατάφωρης παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η παραβατική συμπεριφορά των αρχών αντιτίθεται σε κανόνες διεθνούς δικαίου που κατοχυρώθηκαν μετά κόπων και αγώνων. Οι βίαιες επαναπροωθήσεις που εκτυλίσσονται και στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας «χτυπούν» τον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φτάνουν  στο σημείο να αφαιρούν ανθρώπινες ζωές. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι αναγκαστικές επιστροφές συνιστούν απαγορευμένη πρακτική και οτι τα κράτη οφείλουν να παρέχουν ασφάλεια στους πρόσφυγες, ακόμη και αν οι τελευταίοι έχουν αιτηθεί άσυλο και η αίτησή τους αυτή είναι απορριπτέα. 

Τα push-backs, λοιπόν, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι μία πρακτική που υιοθετούν οι αρχές στις χώρες υποδοχής, με την οποία οι πρόσφυγες και οι μετανάστες υποχρεώνονται να επιστρέψουν στην χώρα από την οποία ήρθαν. Οι συνοριοφύλακες, παραγνωρίζοντας τους λόγους και τις συνθήκες που οδήγησαν τους ανθρώπους αυτούς να μετακινηθούν, υποχρεώνουν την επιστροφή τους, χωρίς να παρέχουν τη δυνατότητα να αιτηθούν αυτοί άσυλο. Αρκετά είναι και τα καταγεγραμμένα περιστατικά επαναπροώθησης με βίαια και παράνομα μέσα, η ρατσιστική και εξευτελιστική μεταχείριση, καθώς και οι απελάσεις προσφύγων, ως ειδικότερες εκφάνσεις του εγκληματικού αυτού φαινομένου. 

Σύμβαση της Γενεύης του 1951

Το δίκαιο και το καθεστώς των Προσφύγων ερείδεται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, η οποία αποτελεί τη βάση για το έργο της Ύπατης Αρμοστείας. Θεμελιώδης αρχή της Σύμβασης είναι η μη επαναπροώθηση, η οποία απαγορεύει στη χώρα υποδοχής να προωθήσει τον αιτούντα άσυλο πίσω στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη χώρα, στην οποία κινδυνεύει η ζωή του. Η αρχή του non-refoulement δεν απαγορεύει απλώς την απέλαση, απομάκρυνση ή έκδοση του προσώπου προς χώρα στην οποία ο τελευταίος μπορεί να υποστεί άμεση και σοβαρή βλάβη, αλλά και προς κάθε χώρα, στην οποία ενδεχομένως εκτίθεται εμμέσως σε τέτοια. 

Η Σύμβαση του 1951 κατοχυρώνει, επίσης, τη γενικότερη προστασία των προσφύγων και στοχεύει στη διευκόλυνση της διαβίωσής τους στο νέο τόπο εγκατάστασης. Ενδεικτικά, θεμελιώνονται ο σεβασμός στη θρησκεία, η υποχρέωση ίσης μεταχείρισης, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Οι πρόσφυγες, επίσης, έχουν δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα στη στέγαση, στη δημόσια εκπαίδευση και επιχειρείται η εν γένει εξομοίωσή τους με ημεδαπούς σε λειτουργικά και καθημερινά θέματα. 

Αρχή της μη επαναπροώθησης και ειδικότερες εκφάνσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης, το σύστημα εισόδου του πρόσφυγα στη χώρα υποδοχής αποτελείται από τα εξής στάδια:

  1. Η είσοδος του πρόσφυγα στη χώρα υποδοχής βρίσκεται αρχικώς σε παράνομο στάδιο και ακολουθεί η παρουσίασή του στις αρμόδιες αρχές. 

2. Στη συνέχεια, το εισερχόμενο πρόσωπο εξετάζεται από τις αρχές της χώρας υποδοχής, ώστε να καθοριστεί η ενδεχόμενη ιδιότητά του ως πρόσφυγας.

3. Στο τελευταίο στάδιο, αν επιβεβαιωθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, ή παραμένει στη χώρα ή φεύγει με άδεια εισόδου. Μπορεί και να απελαθεί (άρθρο 32), αλλά σε καμία περίπτωση να επαναπροωθηθεί.

Πρωταρχικός στόχος της αρχής της μη επαναπροώθησης είναι να μην υποχρεώνονται οι πρόσφυγες να επιστρέψουν εκεί, όπου απειλούνται η ζωή και η ελευθερία τους ή εκεί, όπου υπάρχει πραγματική απειλή γι’ αυτούς. Το non-refoulement έχει υπερνομοθετική ισχύ και συνιστά διεθνή υποχρέωση των κρατών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν υποχρεώνει τα κράτη να παρέχουν άσυλο σε οποιονδήποτε εμφανίζεται στα σύνορά τους. 

Η Σύμβαση του 1951 έθεσε ένα χρονικό περιορισμό για το καθεστώς των προσφύγων. Όριζε ότι, για να χαρακτηριστεί κάποιος ως πρόσφυγας, έπρεπε τα γεγονότα που τον οδήγησαν σε αυτή την μετακίνησή να οφείλονται σε καταστάσεις που συνέβησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1951. Ο περιορισμός αυτός απαλείφθηκε μετά την υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου του 1967.  

Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η άρνηση εισόδου ενός ατόμου, η οποία μπορεί να συμβεί στα πλαίσια ελέγχου ενός κράτους στα σύνορα, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της επαναπροώθησης. Η στέρηση δυνατότητας πρόσβασης στη χορήγηση και απονομή καθεστώτος πρόσφυγα παραβιάζει τις διεθνείς υποχρεώσεις και θεωρείται καταχρηστική ενέργεια εκ μέρους του κράτους για να ασφαλίσει τα σύνορά του. 

Η επαναπροώθηση του πρόσφυγα, σε γενικές γραμμές, επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, όπου αυτός θα επιστρέψει σε μία ασφαλή χώρα, είτε αυτή είναι η χώρα καταγωγής του, είτε μία τρίτη χώρα. Ο  όρος «ασφαλής χώρα» θα πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς από τα κράτη και να αποδειχθεί ότι πληροί τα διεθνή κριτήρια. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να χρησιμοποιείται αδόκιμα απλώς και μόνο για να ελαχιστοποιηθούν οι προσφυγικές ροές. 

Υπόθεση Hirsi Jamaa και λοιπών κατά Ιταλίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπόθεση Hirsi Jamaa και λοιποί κατά Ιταλίας. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, μία ομάδα ατόμων εγκατέλειψε τη Λιβύη για να φτάσει στις ιταλικές ακτές, επιβαίνοντες σε 3 πλοιάρια. Το 2009, τα πλοιάρια εντοπίστηκαν και αναχαιτίστηκαν από την ιταλική αστυνομία. Οι επιβαίνοντες μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικά πλοία και επέστρεψαν στην Τρίπολη, όπου κρατήθηκαν από τις λιβυκές αρχές.

Η υπόθεση ήταν αποτέλεσμα προσφυγής (αριθ. 27765/09), της οποίας η αίτηση κατατέθηκε στο ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) στις 26 Μαΐου 2009. Οι προσφεύγοντες – 11 πολίτες Σομαλίας και 13 πολίτες Ερυθραίας – ισχυρίστηκαν ότι οι ιταλικές αρχές δεν τους ενημέρωσαν για τον προορισμό τους, δεν εξέτασαν τα δικαιολογητικά ταυτοποίησής τους και τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τα στρατιωτικά πλοία για να τους αναλάβουν οι λιβυκές αρχές. Να σημειωθεί ότι, την περίοδο εκείνη, είχε ξεκινήσει να ισχύει η  από 4 Φεβρουαρίου 2009 διμερής συμφωνία Ιταλίας – Λιβύης,  στο πλαίσιο του ελέγχου των θαλάσσιων συνόρων και του φαινομένου της λαθρομετανάστευσης. Οπότε, ο Υπουργός Εσωτερικών της Ιταλίας ενημέρωσε πως η επαναπροώθηση των επιβαινόντων στη Λιβύη ήρθε ως απόρροια αυτής. 

Η προσφυγή ανατέθηκε στο Δεύτερο Τμήμα του Δικαστηρίου και, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, όπου αποφασίστηκε ότι θα αποφανθεί ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της προσφυγής. Το Φεβρουάριο του 2011 ξέσπασε, εν τω μεταξύ, επανάσταση στη Λιβύη. Οι προσφεύγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με τους πληρεξουσίους τους, ενώ ισχυρίστηκαν ότι εκτέθηκαν σε βασανιστήρια και υπέστησαν απάνθρωπη μεταχείριση στη Λιβύη, αλλά και στις χώρες καταγωγής τους.

Ως ισχυρισμοί των προσφευγόντων παρουσιάστηκαν οι εξής: Αρχικά, δεν παρασχέθηκε καμία δυνατότητα αίτησης διεθνούς προστασίας και ασύλου, η οποία ήταν υποχρέωση των ιταλικών αρχών λόγω της κατάστασης στη Λιβύη. Επίσης, δεν υπήρξε πληροφόρηση σχετικά με τον προορισμό των επιβαινόντων, αλλά αντί αυτού παραπλάνηση από τις αρχές. Δεν εισακούστηκαν οι εκκλήσεις τους για μη επαναπροώθησή στο λιμάνι της Τρίπολης, απ’ όπου μόλις είχαν διαφύγει, ενώ αντιμετωπίστηκαν ως παράνομοι μετανάστες και όχι ως πρόσφυγες. 

Στον αντίποδα, η Ιταλία κατέθεσε αρχικώς ότι οι προσφεύγοντες δεν παρουσίασαν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για απάνθρωπη ή εξευτελιστική συμπεριφορά, αλλά ούτε κατέστησαν σαφή την πρόθεσή τους να μην επιστρέψουν στη Λιβύη. Η επαναπροώθηση, ισχυρίστηκε, έλαβε χώρα μέσα στο πλαίσιο της διμερούς συμφωνίας, η οποία σκοπό είχε τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Θεώρησε ακόμα ότι η Λιβύη ήταν μία ασφαλής χώρα υποδοχής, καθώς από το 2008 είχε υπογράψει και το Σύμφωνο Φιλίας, που δεσμεύει τους συμβαλλομένους με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – Human Rights Watch (μία διεθνής μη κυβερνητική οργάνωση που διεξάγει έρευνα και υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), ωστόσο, επεσήμανε πως στη Λιβύη πολλάκις οι παράνομοι μετανάστες έχουν βασανιστεί, έχουν υποστεί σωματική βία και εξευτελιστική συμπεριφορά, μέχρι και βιασμούς. Το Δικαστήριο, λοιπόν, έκρινε πως η Λιβύη δεν τήρησε τις διεθνείς υποχρεώσεις της, οι οποίες εμπεριέχουν την αρχή της μη επαναπροώθησης, καθώς και ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3.

Η διακρατική συμφωνία με τη Λιβύη, την οποία επικαλείται η Ιταλία, δεν μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο για να μην εφαρμοστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης. Βασικής σημασίας είναι ο όρος της ασφαλούς χώρας, στην οποία επαναπροωθείται ο μετανάστης/πρόσφυγας. Η Ιταλία δεν ήλεγξε ενδελεχώς την κατάσταση που επικρατούσε, οπότε δεν μπορεί να αρθεί ο απόλυτος χαρακτήρας της αρχής του non-refoulement. 

Επίλογος

Το φαινόμενο των βίαιων επαναπροωθήσεων των προσφύγων σαφώς δεν είναι πρωτάκουστο. Η έξαρση που παρουσιάζει, ωστόσο, καταδεικνύει την ανάγκη διαλεύκανσής του και την κοινωνική του αποδοκιμασία. Οι κανόνες διεθνούς δικαίου από κοινού με τα εθνικά νομοθετικά πλαίσια αποσκοπούν στην προστασία της καθολικής οικουμένης, και ιδίως των μειονοτήτων – οι οποίες χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Καμία επίκληση “κατάστασης ανάγκης” δεν δικαιολογεί την καταστρατήγηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής ανθρώπων σε καθεστώς απειλής ή ενδεχομένου κινδύνου. 

Το προσφυγικό ζήτημα είναι μία σύγχρονη πραγματικότητα, την οποία καλείται η πολιτεία να αντιμετωπίσει ως τέτοια και όχι ως πρόβλημα. Εύστοχα, ο Δ. Χριστόπουλος αναφέρει ότι : «Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε και λύση».  Κάθε κράτος έχει ευθύνη να απαγορεύει κάθε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση των προσφύγων και να τους προστατεύει αποτελεσματικά, αποφεύγοντας την μεταφορά της υποχρέωσης αυτής σε άλλες τρίτες χώρες. Κλείνοντας, η προσφυγιά είναι μία κατάσταση που δεν αφορά μόνο τους ξεριζωμένους, αλλά καταδεικνύει το αυξανόμενο έλλειμμα δημοκρατίας, τη στέρηση των δικαιωμάτων, τις διακρίσεις και τη μισαλλοδοξία της ανθρωπότητας.


Πηγές

Αντωνόπουλος, Θ. (2021). Επαναπροωθήσεις προσφύγων: Ένα διαρκές ανθρωπιστικό έγκλημα. Lifo. Retrieved from here.

Ελευθεριάδου, Β. (2017). Προσφυγικό ζήτημα: Αρχή της μη επαναπροώθησης, άσυλο και
δεσμεύσεις της Ελλάδας από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Expressis Verbis Law Journal 1(1), 32-38. Retrieved from here.

Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων. UNHCR Greece. Retrieved from here.

Παπαμηνά, Μ. (n.d.) Ο αγώνας για ανθρώπινη αξιοπρέπεια μας αφορά όλους. Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Retrieved from here.

Χατζηαθανασίου, Α. (2017). Η Αρχή της Μη Επαναπροώθησης των Προσφύγων στο Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο [Διπλωματική Εργασία]. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Retrieved from here.

Χριστόπουλος, Κ. Δ. (2020). Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση.  Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. 


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.