Πηγή εικόνας: εδώ

Της Ελένη Κουτσοποδιώτη, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας


Οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας χαρακτηρίζονται διαχρονικά από έντονη ρευστότητα ως προς τη διαμόρφωση ισορροπίας ισχύος. Οι ρίζες της μακρόχρονης διένεξης μεταξύ των δύο μερών βρίσκονται στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και φτάνουν μέχρι και τη μεταπολεμική σύγκρουση για το Κυπριακό Ζήτημα. Πέραν των ιστορικών απαρχών, οι σχέσεις Τουρκίας-Ελλάδας επηρεάζονται έντονα κι από άλλα οικονομικά ζητήματα, αλλά και ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, τα οποία αποτελούν τροχοπέδη στις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους.

Η εξωτερική πολιτική κάθε κράτους, η οποία άπτεται της εθνικής ταυτότητας και κουλτούρας, αναφέρεται κυρίως στο εθνικό συμφέρον, την εδαφική ακεραιότητα, αλλά και την αύξηση ισχύος κάθε χώρας, σε τομείς οικονομικούς, στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς. Στο ως άνω πλαίσιο, η Τουρκία εγείρει αξιώσεις έναντι της Ελλάδας. Ενδεικτικά, αυτές αφορούν τις «γκρίζες ζώνες» (νησίδες και ύδατα υπό την ελληνική κυριαρχία, την οποία αμφισβητεί η Τουρκία) και την αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, τη μη επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ναυτικά μίλια, καθώς και τον τρόπο κατανομής της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ (Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης).

Χωρικά ύδατα και Δίκαιο της Θάλασσας 

Αρχικά, πρέπει να γίνει διάκριση και ανάλυση των θαλάσσιων ζωνών. Στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας – UNCLOS (1982) περιλαμβάνονται οι εξής ενδεικτικοί όροι:

1. Χωρικά ύδατα/ αιγιαλίτιδα ζώνη, το εύρος της οποίας δεν μπορεί να ξεπερνά τα 12 ναυτικά μίλια με αφετηρία τις γραμμές βάσης, θεωρείται τμήμα του εδάφους, όπου ασκείται πλήρης κυριαρχία από το παράκτιο κράτος.

2. Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι η θαλάσσια ζώνη, εντός της οποίας το Κράτος έχει δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τα υποθαλάσσια κοιτάσματα, το βυθό, τη στήλη του θαλάσσιου ύδατος και την επιφάνεια της θάλασσας. Η ΑΟΖ δε μπορεί να ξεπερνά τα 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης.

3. Η υφαλοκρηπίδα, η οποία επίσης εκτείνεται σε απόσταση 200 ν.μ., αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος των υποθαλάσσιων περιοχών που βρίσκονται πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά όχι στην υδάτινη μάζα που την καλύπτει (άρθρο 76 UNCLOS). Το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα, με σκοπό την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων (άρθρο 77 UNCLOS). Τα δικαιώματα αυτά είναι αποκλειστικά και υφίστανται ipso facto και ab initio. Στην περίπτωση, λοιπόν, που το παράκτιο κράτος δεν ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα, κανείς άλλος δε μπορεί να τα ασκήσει, χωρίς τη ρητή συναίνεση του εμπλεκόμενου κράτους. 

Ακόμα, το δίκαιο της θάλασσας ορίζει ότι κάθε παράκτιο κράτος πρέπει να προσδιορίζει τις θαλάσσιες ζώνες του, να καθορίσει δηλαδή τα σημεία εκείνα κατά μήκος της ακτογραμμής, από τα οποία θα μετρηθούν τα εξωτερικά του όρια. Η γραμμή βάσης, η οποία αποτελείται από φυσικές ή νοητές γραμμές, αποτελεί την αφετηρία για τον υπολογισμό του εύρους της θαλάσσιας ζώνης, ενώ τα ύδατα που εκτείνονται μεταξύ των γραμμών αυτών και της ξηράς αποτελούν τα εσωτερικά ύδατα του κράτους.

Η γεωμορφολογική ανομοιογένεια των παράκτιων κρατών καθιστά δυσχερή τον προσδιορισμό των θαλάσσιων ζωνών. Γι’ αυτό έχει θεσπιστεί ο κανόνας της κανονικής γραμμής, ο οποίος ορίζει σύμφωνα με το άρθρο 5 UNCLOS ότι: «ως φυσική ακτογραμμή για τη μέτρηση του εύρους της χωρικής θάλασσας λαμβάνεται η γραμμή της κατώτατης ρηχίας κατά μήκος της ακτής, όπως αυτή εμφανίζεται στους ναυτικούς χάρτες μεγάλης κλίμακας που αναγνωρίζονται επίσημα από το παράκτιο Κράτος». Ωστόσο, στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ακτογραμμή παρουσιάζει έντονες ιδιομορφίες, η Σύμβαση συστήνει το συνδυασμό μεθόδων για τη χάραξη γραμμών βάσης. Για παράδειγμα, όταν παρουσιάζονται βαθιές κολπώσεις κι οδοντώσεις ή υπάρχει συστάδα νήσων, προτείνεται η μέθοδος της χάραξης ευθειών γραμμών βάσης.

Ελληνοτουρκική διένεξη και χωρικά ύδατα

Το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της θάλασσας, μπορεί να φτάνει ως τα 12 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει κρατήσει το όριο αυτό στα 6 ναυτικά μίλια. Με την επέκταση του ορίου στα 12 ν.μ., όπως προβλέπεται, η Ελλάδα θα κατέχει το 43,5% του αιγαιακού χώρου. Πολλά κράτη, μετά την υπογραφή της Σύμβασης, επέκτειναν τα χωρικά τους ύδατα στα 12 ν.μ., συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, η οποία επέκτεινε την αιγιαλίτιδα ζώνη της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο.

Παρ’ όλα αυτά, η πλευρά της Τουρκίας υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει στα 12 ν.μ. την αιγιαλίτιδα ζώνη της στο Αιγαίο, αυτό θα αποτελέσει ανατροπή της κατάστασης και πως θα αποκλειστούν οι τουρκικές ακτές από την πρόσβασή τους στη θάλασσα. Παράλληλα, το γεγονός ότι η Ελλάδα με το Ν. 2321/1995 (με τον οποίο κυρώθηκε η ως άνω Σύμβαση) έθεσε σαν αναφαίρετο δικαίωμά της να επεκτείνει σε οιονδήποτε χρόνο το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ., θεωρήθηκε από την τουρκική πλευρά ως αιτία πολέμου (casus belli).

ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα

Παρατηρείται, γενικώς, ότι η ελληνοτουρκική διένεξη στηρίζεται σήμερα στις διαφορές των δύο μερών σε σχέση με το Αιγαίο πέλαγος. Αυτό συμβαίνει διότι, λόγω της γεωπολιτικής του σημασίας και θέσης, αποτελεί πεδίο έντονων ανταγωνισμών. Η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, θα πρέπει να καθοριστεί με βάση τους κανόνες του δημόσιου διεθνούς δικαίου, και να υιοθετηθεί μία δικαστική λύση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γενεύης Περί Υφαλοκρηπίδας (1958), ο καθορισμός της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας των νησιών γίνεται όπως και για τα άλλα εδάφη. Αυτή τη Συνθήκη επικαλείται η ελληνική πλευρά, εμμένοντας στην άποψη ότι η υφαλοκρηπίδα, ούτως ή άλλως, υπάρχει ipso facto και ab initio, οπότε δε χρειάζεται ρητή διακήρυξη από το παράκτιο κράτος.

Στον αντίποδα, η τουρκική πλευρά, μη λαμβάνοντας υπόψη τους διεθνείς κανόνες αλλά μόνο τη γεωμορφολογία του Αιγαίου, υποστηρίζει ότι θα πρέπει να υπάρξει συνεννόηση των μερών σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας κι όχι ο κανόνας της ίσης απόστασης, όπως προτείνει η Συνθήκη της Γενεύης. Παρουσιάζεται, λοιπόν, διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο μερών. Η μεν Ελλάδα θεωρεί το ζήτημα νομικό, η δε Τουρκία θεωρεί το ζήτημα πολιτικό και γι’ αυτό προκρίνει τη λύση των διαπραγματεύσεων. Η διάσταση αυτή στα θέματα τόσο της αιγιαλίτιδας ζώνης, όσο και της υφαλοκρηπίδας, έχει ως αποτέλεσμα τη μη ύπαρξη γόνιμου εδάφους για την οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Γενικότερα, οι απόψεις σχετικά με την ανακήρυξη της ΑΟΖ ποικίλουν. Κάποιοι θεωρητικοί ισχυρίζονται ότι θα πρέπει αυτή να οριοθετηθεί σε συνδυασμό με την υφαλοκρηπίδα, αφού αποτελεί εθνικό συμφέρον. Άλλοι προκρίνουν τον θεσμό της υφαλοκρηπίδας, θεωρώντας ότι έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για τη χώρα. Το βέβαιο είναι ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη διευκολύνει την ορθή προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, δημιουργεί δυνατότητες εκμετάλλευσης πέραν των χωρικών υδάτων και εν γένει συντελεί στην αναβάθμιση του ενεργειακού και γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας στην περιοχή.

Αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου

Η νομιμότητα ή μη της στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, κυρίως του Βορειοανατολικού Αιγαίου, ζήτημα το οποίο επίσης παραμένει ανοιχτό, υπενθυμίζει ότι το Αιγαίο αποτελεί σημείο τριβής για τις σχέσεις των δύο μερών για ακόμα μία φορά. Η αποστρατικοποίηση αποτελεί ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα. Έχει ιστορία που εκκινείται από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947), με τις οποίες επιβλήθηκε σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου μερική ή ολική αποστρατικοποίηση.

Οι πρώτες αντιδράσεις ξεκίνησαν τη δεκαετία του ‘60, όταν η Τουρκία ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα έστειλε στρατιωτικό προσωπικό στη Ρόδο και την Κω, καταπατώντας το καθεστώς αποστρατικοποίησης, κάτι το οποίο απέρριψε η Αθήνα. Λίγο αργότερα, η Ελλάδα πρότεινε τη Λήμνο ως ΝΑΤΟϊκή βάση. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από την ελληνική πλευρά ως καθόλα νόμιμη, στηριζόμενη στο γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάνης (η οποία όριζε ότι κάποια νησιά που βρίσκονται στα Στενά, π.χ. Λήμνος και Σαμοθράκη, έπρεπε να παραμείνουν αποστρατικοποιημένα) έχει αντικατασταθεί από τη Συνθήκη του Μοντρέ (1936), οπότε δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός.

Γενικότερα, για το θέμα της στρατιωτικοποίησης, τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς στηρίζονται στο ότι πρόκειται για αμυντική ενέργεια απέναντι στην τουρκική απειλή, η οποία εκδηλώνεται ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Κύπρο και τη διαρκή ένταση στο Αιγαίο. Αξίζει να τονιστεί ότι, τον Ιούλιο του 1974, δημιουργήθηκε και η 4η στρατιά του τουρκικού στρατού, η οποία περιελάμβανε το Αιγαίο στους στρατιωτικούς της σχεδιασμούς, πράγμα που έπαιξε βασικό ρόλο στην ένταση της καχυποψίας της ελληνικής πλευράς.

Από την άλλη, η Τουρκία θεωρεί ότι πρόκειται για επανεξοπλισμό των ελληνικών νησιών, θεωρώντας ότι έχουν εγκατασταθεί κι επιθετικά όπλα και πριν το 1974. Επίσης ισχυρίζεται ότι, στο παρελθόν είχε συμφωνήσει ότι τα εν λόγω νησιά μπορούν να βρίσκονται υπό ελληνική κυριαρχία, υπό την αίρεση ότι αυτά θα παραμείνουν αποστρατικοποιημένα. Η αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου επηρεάζει την ισορροπία δυνάμεων. Συνεπώς, η εφαρμογή της – από την πλευρά της Τουρκίας – είναι αναγκαία για το μέλλον της στρατηγικής της στην ευρύτερη περιοχή.

Επίλογος

Μακροϊστορικά, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχουν χαρακτηριστεί από περιόδους ύφεσης, αντιπαλότητας και ψυχρότητας. Το ζήτημα του Αιγαίου αναμφίβολα μέχρι σήμερα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη μετ’ εμποδίων εξομάλυνση των σχέσεων αυτών. Παρά τις όποιες προσπάθειες, τα σύνορα της Ελλάδας έχουν υποστεί πολλάκις παραβιάσεις και προκλήσεις μέχρι σήμερα. Η εμμονή στις πάγιες θέσεις των δύο μερών και η μη μετατόπιση των συνομιλιών σε θέματα υψηλής πολιτικής, εντείνουν την καχυποψία και την ανασφάλεια,και δεν δίνουν χώρο για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων. Οι διαφορές θα πρέπει να επιλυθούν μέσα από ένα σύνολο λύσεων που θα εξυπηρετούν τις ουσιαστικές ανάγκες αμφοτέρων των μερών, και δε θα αποτελούν προϊόν επιβολής ή εξαπάτησης.

Η νέα συνθήκη που δημιούργησε ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σημαντική ρήξη στις σχέσεις Δύσης-Ρωσίας, καταδεικνύει ότι οι εξωτερικές πολιτικές των κρατών, αν και πρέπει να υπερασπίζουν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα, δεν πρέπει να στηρίζονται στις ένοπλες συρράξεις για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους. Η ανείπωτη τραγωδία του πολέμου δεν επιλύει ποτέ κανένα πρόβλημα, αλλά αντιθέτως συσσωρεύει νέα. Η διεθνής δικαιοσύνη και οι διαπραγματεύσεις αποτελούν τη μόνη ορθολογική και αμοιβαία επωφελή επιλογή.


Πηγές

Αναγνωστίδης, Ι. (2022). Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από τη μεταπολίτευση μέχρι τις ημέρες μας [Διπλωματική εργασία]. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Retrieved from here.

Γιατιλή, Α. Α. (2021). Η ΑΟΖ ως προστιθέμενη διαφορά στις Ελληνοτουρκικές Σχέσεις [Διπλωματική εργασία]. Πανεπιστήμιο Πειραιώς. DOI: 10.26267/unipi_dione/1503

Ιωακειμίδης, Κ. Π. (2022). Ελλάδα – Τουρκία: μπορούν να αποκατασταθούν οι σχέσεις; Το Βήμα. Retrieved from here.

Καρατζάς, Δ. (2016). Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Ελλάδας και Ελληνοτουρκικές Σχέσεις – Κήρυξη ΑΟΖ [Διπλωματική εργασία]. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Retrieved from here.

Λυγερού, Ν. (2020). Το γλωσσάρι της ελληνοτουρκικής κρίσης. SL Press. Retrieved from here.

Ν. 2321/1995. Κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και της Συμφωνίας που αφορά την εφαρμογή του μέρους ΧΙ της Σύμβασης. e-nomothesia.gr – Τράπεζα Πληροφοριών Νομοθεσίας. Retrieved from here.

Ρωμανίδου, Ο. (2017). Χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος: Η ελληνοτουρκική πραγματικότητα. Expressis Verbis Law Journal, 1(1), 27-31. Retrieved from here.

United Nations Convention on the Law of the Sea (1982). Retrieved from here.


logo_transparent

H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.